Η ΙΤΑΛΙΚΗ «DIGITALOSOPHY» ΜΑΣ ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ
Αν βρέθηκες πρόσφατα στην Ιταλία, ίσως παρατήρησες τη σχέση που έχουν οι γείτονές μας με τα κινητά τους τηλέφωνα. Τι έχεις να μάθεις από αυτή;
Τον Δεκέμβριο του 2024 είχα την χαρά και την τύχη να βρεθώ με τις πιο αγαπημένες μου φίλες στη Ρώμη. Προγραμματίζαμε χρόνια ένα ταξίδι όλες μαζί στο εξωτερικό και επιλέξαμε την Αιώνια Πόλη επειδή αφενός κάποιες δεν είχαν ξαναπάει, αφετέρου όλες τη νιώθουμε κάπως οικεία: «Una faccia, una razza» δεν λένε για τους δύο λαούς οι γείτονες;
Κι όμως, κατά την παραμονή μας εκεί διακρίναμε μια μεγάλη διαφορά που μας έκανε εντύπωση και που πραγματικά θα είχε νόημα να «αντιγράψουμε» και να υιοθετήσουμε στη χώρα μας – ειδικά οι νεότεροι εξ ημών: Η απουσία προσκόλλησης στις οθόνες.
Το παρατηρήσαμε τόσο κατά τη διάρκεια της ημέρας, π.χ. στα μέσα μεταφοράς, όσο και τα βράδια, στα εστιατόρια και τα μπαρ: Τα smartphones δεν βρίσκονταν σε κοινή θέα. Και οι άνθρωποι, κάθε ηλικίας, συναναστρέφονταν μεταξύ τους όπως παλιά. Μιλούσαν και κοιτάζονταν στα μάτια. Καμία σχέση, δηλαδή, με αυτό που συμβαίνει στα μπαρ εδώ.
Καμία σχέση π.χ. με τη θλιβερή εικόνα που παρατήρησα το περασμένο καλοκαίρι στη Χώρα της Σερίφου, όπου αγόρια και κορίτσια με τα μισά μου χρόνια, μοιρασμένα σε παρέες του ίδιου φύλου, αντί να φλερτάρουν μεταξύ τους, αντί να μιλούν και να ανταλλάσσουν πειράγματα και σφηνάκια, περνούσαν σχεδόν όλη τη βραδιά κοιτάζοντας μια οθόνη – συνομιλώντας ίσως με άλλα άτομα μέσω μιας εφαρμογής.
Τι είναι το «digitalosophy» που τηρούν ακόμα οι Ιταλοί;
Για καιρό αναρωτιόμουν αν η εικόνα που παρατηρήσαμε στη Ρώμη ήταν εντελώς τυχαία, όμως «πέφτοντας» συμπτωματικά σε ένα άρθρο του Ιταλού συγγραφέα Gabriele Geza Gobbo (κυκλοφόρησε πρόσφατα και το βιβλίο του «Digitalogia») διαπίστωσα ότι δεν κάναμε λάθος. Οι Ιταλοί φαίνεται πράγματι να έχουν μια φιλοσοφία ζωής –που ίσως πηγάζει από το «dolce far niente», τη γλύκα του να μην κάνεις τίποτα– η οποία δίνει αξία στη στιγμή.
Ο Gobbo το περιγράφει εξαιρετικά, με αφορμή ένα οικογενειακό γεύμα στο οποίο βρέθηκε μια Κυριακή, όπου συνέβη μέσα του μια μικρή αποκάλυψη:
«Στην Ιταλία τα οικογενειακά γεύματα δεν είναι απλά ένα φαγητό. Είναι τελετουργικά συνειδητής παρουσίας. Τη μέρα εκείνη που μαζευτήκαμε στο σπίτι στο βουνό παρατήρησα ότι κανείς δεν είχε ακουμπισμένο το κινητό δίπλα του στο τραπέζι. Όχι επειδή έτσι ζήτησε ο οικοδεσπότης, αλλά επειδή κανείς δεν το ήθελε. Τα άτομα ήταν απασχολημένα να συνομιλούν μεταξύ τους, να μεταφέρουν πιάτα, να βάζουν κρασί, να διαφωνούν βροντόφωνα για τα πολιτικά, να γελούν με κάποια παλιά ιστορία…
Κάποια στιγμή αντανακλαστικά έβγαλα έξω το δικό μου τηλέφωνο. Ένας ξάδερφός μου τότε με κοίταξε και μου είπε: "Το ξέρεις ότι εκεί θα είναι και σε δύο ώρες, σωστά;" Πόσο δίκιο είχε.
Οπότε αποφάσισα να το αφήσω στην κουζίνα.
Θυμάμαι πώς ένιωσα εκείνη τη μέρα. Σα να χαλάρωσαν μέσα μου κάποιοι μύες. Ο κόσμος δεν κατέρρευσε. Κανείς δεν με χρειάστηκε για κάτι επείγον. Κι εγώ ήμουν περισσότερο παρών, περισσότερο παρών εκείνες τις 2-3 ώρες από όσο είχα υπάρξει εδώ και μέρες.
Ήταν η στιγμή που κατάλαβα ότι δεν είχα ανάγκη να αποδράσω μέσα από τον ψηφιακό κόσμο. Αυτό που είχα ανάγκη ήταν να ανακτήσω τον πραγματικό μου κόσμο».
Η σημασία της σκόπιμης αποσύνδεσης
Το ditigal detox είναι μια φράση που αντικατοπτρίζει μια πραγματική ανάγκη. Αυτή που προέκυψε όταν οι άνθρωποι άρχισαν να χάνουν τον ύπνο τους εξαιτίας των κινητών, να εθίζονται τόσο πολύ σε αυτά ώστε να μην μπορούν να τα αφήσουν από τα χέρια τους, ούτε καν κατά τη διάρκεια ενός γεύματος.
Το να αφήσεις το κινητό σου σε άλλο δωμάτιο για λίγες ώρες επειδή θέλεις να αφοσιωθείς σε κάτι άλλο δεν αποτελεί καθόλου επαναστατική πράξη! Δεν απαιτεί κανέναν πνευματικό διαφωτισμό! Είναι ένα φυσιολογικό κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης.
Όπως γράφει ο Gobbo, «Το γεύμα είναι γεύμα. Η συζήτηση είναι συζήτηση. Μια βόλτα είναι μια βόλτα. Δεν χρειάζεται να τα καταγράψεις. Δεν χρειάζεται να τα φωτογραφίσεις. Χρειάζεται απλά να τα ζήσεις».
Καταλήγει ότι από εκείνη την ημέρα, από εκείνο το οικογενειακό τραπέζι και μετά αποφάσισε να αποσυνδέεται συνειδητά. Να είναι μη προσβάσιμος. Να αφοσιώνεται πλήρως στο παιδί του όταν του μιλά. Να αφήνει τις σκέψεις του να εξελίσσονται και να ολοκληρώνονται σε ένα κεφάλι όπου επικρατεί ησυχία.
Διαπίστωσε, μάλιστα, ότι αυτό τον έκανε και πιο καλό στη δουλειά του. Τον «γείωσε». Γιατί «όταν αποσυνδέεσαι σκόπιμα, επανέρχεσαι μετά με άλλες προοπτικές».
Για να μην παρεξηγηθώ: Δεν λέει κανείς ότι οι Ιταλοί δεν αφιερώνουν πολλές ώρες την ημέρα στα κινητά τους. Τα στατιστικά τους κατατάσσουν στον μέσο όρο των εθισμένων στις οθόνες ανά την Ευρώπη. Φαίνεται, όμως, πως ο πολιτισμός τους διατηρεί, σκόπιμα ή μη, αυτή την αντίσταση. Αυτή την κοινή κατανόηση ότι δεν χρειάζεται τα πάντα να είναι ανά πάσα στιγμή online. Αυτό, δηλαδή, που ο Gobbo ονομάζει «digitalosophy».
Και που στην πραγματικότητα είναι πολύ εύκολο να υιοθετήσουμε όλοι μας, απλά αφήνοντας το κινητό μας στην άκρη για λίγες ώρες. Ένα γεύμα, με φίλους ή με την οικογένεια μπορεί να είναι μια πολύ καλή αρχή.