ΕΚΑΝΕ ΣΩΣΤΑ Η ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ ΠΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕ ΤΑ SOCIAL MEDIA ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΤΩ ΤΩΝ 16;
Είναι η απαγόρευση πρόσβασης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λύση ή πρόβλημα; Ειδικός εξηγεί πώς μια τέτοια ρύθμιση μπορεί να επηρεάσει παιδιά και εφήβους.
Έχει περάσει ένας μήνας (και κάτι ψηλά) από την απόφαση–ορόσημο της Αυστραλίας, που απαγόρευσε σε παιδιά και νεαρούς εφήβους να χρησιμοποιούν μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Για όποιον δεν έχει παρακολουθήσει το θέμα, από τις 10 Δεκεμβρίου 2025 κανένα άτομο κάτω των 16 ετών στην Αυστραλία δεν μπορεί να διατηρεί λογαριασμούς σε εφαρμογές social media, όπως το TikTok, το Instagram, το YouTube, το Snapchat, το X, το Facebook.
Σύμφωνα με τη ρυθμιστική αρχή του διαδικτύου της χώρας, eSafety, οι εν λόγω εταιρείες έχουν απενεργοποιήσει συλλογικά σχεδόν πέντε εκατομμύρια λογαριασμούς που ανήκουν σε Αυστραλούς εφήβους.
Μάλιστα, η απαγόρευση έχει προσελκύσει παγκόσμιο ενδιαφέρον, με αρκετές χώρες να δηλώνουν ότι θα κινηθούν προς ανάλογες κατευθύνσεις όσον αφορά τους ηλικιακούς περιορισμούς, ανάμεσά τους η Δανία και η Νορβηγία.
Όπως αναφέρει η UNICEF Αυστραλίας, ο νέος νόμος έχει ως στόχο να κάνει τα πράγματα ασφαλέστερα στο διαδίκτυο, αλλά η πραγματική λύση θα πρέπει να είναι η βελτίωση της ασφάλειας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όχι απλώς η καθυστέρηση της πρόσβασης.
Με αφορμή την παγκόσμια αυτή πρωτιά, είπαμε να θέσουμε λίγες ερωτήσεις στην Ψυχολόγο, Ψυχοθεραπεύτρια και Εγκληματολόγο Δρ. Βάνα Παπακίτσου.
– Ποιες ψυχολογικές συνέπειες θα μπορούσε να έχει σε παιδιά και εφήβους μια τέτοια απαγόρευση, ειδικά σε ό,τι αφορά το αίσθημα κοινωνικού αποκλεισμού;
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν έναν βασικό χώρο κοινωνικοποίησης για τους εφήβους σήμερα. Η απαγόρευση θα μπορούσε να οδηγήσει σε αίσθημα απομόνωσης, καθώς τα παιδιά έχουν μάθει να επικοινωνούν και να κοινωνικοποιούνται μέσω των εφαρμογών, να υπάρχουν σε ομάδες και να αισθάνονται ότι ανήκουν κάπου. Παράλληλα, μέσα από αυτές τις εφαρμογές τα παιδιά εξασκούν κοινωνικές δεξιότητες, όπως η συνεργασία, η διαχείριση συγκρούσεων και η έκφραση συναισθημάτων. Μια πιθανή απαγόρευση θα περιόριζε σημαντικά αυτές τις ευκαιρίες, με πιθανή μείωση της αυτοπεποίθησης και δυσκολία στην ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων σε ομαδικά πλαίσια.
Από την άλλη, η απαγόρευση της χρήσης θα μπορούσε να έχει και θετικά αποτελέσματα, όπως είναι η μείωση του ψηφιακού άγχους και της πίεσης για συνεχή παρουσία online. Αυτή η συνθήκη θα πρόσφερε περισσότερο χρόνο για πραγματικές κοινωνικές επαφές και δημιουργική δραστηριότητα.
– Επηρεάζεται η ανάπτυξη της ταυτότητάς τους όταν αποκόπτονται από ψηφιακούς χώρους που αποτελούν βασικό μέσο επικοινωνίας τους;
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιτρέπουν στους εφήβους να εκφράζουν διαφορετικές πτυχές του εαυτού τους, να δοκιμάζουν ρόλους και να λαμβάνουν ανατροφοδότηση από συνομηλίκους. Χωρίς αυτή τη δυνατότητα, η αυτοανακάλυψη μπορεί να γίνει πιο αργή ή περιορισμένη, καθώς οι έφηβοι έχουν λιγότερες ευκαιρίες να κατανοήσουν πώς τους αντιλαμβάνονται οι άλλοι και πώς θέλουν να παρουσιαστούν. Επίσης, η αποκοπή μπορεί να μειώσει τις καθημερινές αλληλεπιδράσεις, να περιορίσει την ανάπτυξη δεξιοτήτων (π.χ. η συνεργασία, η διαχείριση συγκρούσεων και η επικοινωνία) και να δυσκολέψει τη διατήρηση φιλικών σχέσεων.
Οι έφηβοι συχνά συζητούν, μοιράζονται ενδιαφέροντα και οργανώνουν δραστηριότητες μέσω social media. Η έλλειψη πρόσβασης μπορεί να δημιουργήσει αίσθημα απομόνωσης ή «αποκοπής» από την ομάδα συνομηλίκων, επηρεάζοντας αρνητικά την ψυχολογική ευεξία. Μακροπρόθεσμα, η απομόνωση από ψηφιακά δίκτυα μπορεί να οδηγήσει σε άγχος, χαμηλή αυτοεκτίμηση ή συναισθήματα περιθωριοποίησης, επηρεάζοντας αρνητικά την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη.
– Υπάρχει κίνδυνος τέτοιες απαγορεύσεις να οδηγήσουν σε «κρυφή» χρήση των social media;
Όταν επιβάλλεται αυστηρή απαγόρευση, πολλά παιδιά και έφηβοι μπορεί να προσπαθήσουν να παρακάμψουν τους περιορισμούς μέσω VPN, ψεύτικων ηλικιών ή άλλων μεθόδων. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει μια «κρυφή» χρήση των social media, μειώνοντας τη διαφάνεια, την ειλικρίνεια και την ανοιχτή επικοινωνία με τους γονείς. Συνεπώς, η σχέση εμπιστοσύνης μπορεί να υπονομευτεί, καθώς οι γονείς δυσκολεύονται να καθοδηγήσουν ή να προστατεύσουν τα παιδιά τους, ενώ τα παιδιά νιώθουν περιορισμένα ή ελεγχόμενα και καταφεύγουν σε μυστικότητα.
– Ποιος θα έπρεπε να είναι ο ρόλος των γονέων σε σχέση με μια τέτοια κρατική ρύθμιση;
Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου η οικογένεια έχει κεντρικό ρόλο, οι γονείς θα έπρεπε να λειτουργούν ως ενδιάμεσοι και καθοδηγητικοί παράγοντες ανάμεσα στα παιδιά και την κρατική ρύθμιση. Πιο συγκεκριμένα θα έπρεπε να υπάρχει:
- Εκπαίδευση και καθοδήγηση. Να διδάσκουν στα παιδιά πως να χρησιμοποιούν με ασφάλεια και υπευθυνότητα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εξηγώντας τους κινδύνους και τα όρια.
- Διάλογος και εμπιστοσύνη. Να διατηρούν ανοιχτή επικοινωνία, ενθαρρύνοντας τα παιδιά να μοιράζονται εμπειρίες και προβλήματα χωρίς τον φόβο τιμωρίας.
- Συνεργασία με το κράτος. Να εφαρμόζουν τις κατευθύνσεις ή περιορισμούς που ορίζει η πολιτεία, αλλά με τρόπο προσαρμοσμένο στις ανάγκες και την ωριμότητα του παιδιού.
- Υποστήριξη της κοινωνικής ανάπτυξης. Να εξασφαλίζουν ότι τα παιδιά παραμένουν κοινωνικά ενεργά, ενθαρρύνοντας εναλλακτικούς τρόπους επικοινωνίας και συμμετοχής πέρα από τα ψηφιακά μέσα, ώστε να μην νιώθουν απομονωμένα.
ΜΙΑ ΣΥΝΔΥΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΜΕ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΠΥΡΗΝΑ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΩΦΕΛΙΜΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ.
– Μπορεί η απαγόρευση να είναι πιο αποτελεσματική από την εκπαίδευση στην ψηφιακή παιδεία και τη συναισθηματική ανθεκτικότητα;
Η απαγόρευση από μόνη της έχει περιορισμένη αποτελεσματικότητα, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε κρυφή ή παραβατική χρήση των social media και να ενισχύσει το αίσθημα του κοινωνικού αποκλεισμού. Αντίθετα, η εκπαίδευση στην ψηφιακή παιδεία και η ενίσχυση της συναισθηματικής ανθεκτικότητας παρέχουν στα παιδιά δεξιότητες, ώστε να χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με ασφάλεια, να διαχειρίζονται αρνητικά συναισθήματα και να αναπτύσσουν κριτική σκέψη.
Στην ελληνική πραγματικότητα, όπου η κοινωνική ζωή των παιδιών συνδέεται στενά με την οικογένεια και τους συνομηλίκους, μια συνδυαστική προσέγγιση με κεντρικό πυρήνα την εκπαίδευση και την καθοδήγηση από τους γονείς και το σχολείο είναι πιο ωφέλιμη από την καθολική απαγόρευση. Η απαγόρευση μπορεί να λειτουργήσει μόνο ως συμπληρωματικό μέτρο, σε ειδικές περιπτώσεις κινδύνου.
– Τελικά, τι θα μπορούσαμε να κερδίσουμε μέσα από μια καθολική απαγόρευση;
Μια καθολική απαγόρευση για παιδιά κάτω των 16 ετών μπορεί να λειτουργήσει θετικά μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και όχι ως αυτόνομο μέτρο. Πιθανά οφέλη θα ήταν η προστασία των παιδιών από πρώιμη έκθεση σε επιβλαβές περιεχόμενο, όπως ο διαδικτυακός εκφοβισμός και η έντονη κοινωνική σύγκριση, καθώς και η μείωση της υπερβολικής χρήσης που επηρεάζει τον ύπνο, τη σχολική επίδοση και την ψυχική υγεία γενικότερα.
Μια τέτοια ρύθμιση θα μπορούσε να ενισχύσει τον ρόλο των γονέων και του σχολείου, δίνοντάς τους χρόνο να καλλιεργηθούν ψηφιακές και συναισθηματικές δεξιότητες πριν την πλήρη ένταξη των παιδιών στον ψηφιακό κόσμο.
Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν δεδομένα από μελέτες που να δείχνουν τι συμβαίνει σε βάθος χρόνου όταν επιβάλλεται αυστηρή απαγόρευση πρόσβασης στα κοινωνικά δίκτυα για εφήβους. Η εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής θεωρείται ευκαιρία για παρατήρηση και πιο συγκεκριμένα συμπεράσματα.