ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΑΙΣΘΑΝΕΣΑΙ ΟΤΙ ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΣΕ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ
Μήπως νιώθεις συχνά ότι οι άλλοι δεν κατανοούν αυτά που προσπαθείς να πεις; Δες πώς εξηγούν οι ειδικοί το «μαζί μιλάμε και χώρια καταλαβαίνουμε» και τι σου προτείνουν να κάνεις για να το αντιμετωπίσεις.
Πόσες φορές έχεις βρεθεί στη θέση να αναρωτιέσαι πώς γίνεται να εξηγείς κάτι ξανά και ξανά αλλά να μην σε καταλαβαίνουν; Είτε πρόκειται για τους γονείς σου, που δείχνουν να μην αναγνωρίζουν τα όριά σου, είτε για παιδιά και εφήβους που παρερμηνεύουν τις προθέσεις σου, είτε για συναδέλφους ή συντρόφους που φαίνεται ότι ακούν αλλά δεν κατανοούν, η αίσθηση ότι κάποιοι δεν σε «πιάνουν» μπορεί να γίνει εξαιρετικά επώδυνη. Δημιουργεί κόπωση, σε απογοητεύει και αφήνει αναπάντητο το ερώτημα μήπως τελικά κάτι δεν πάει καλά με σένα. Όχι ότι θέλεις απαραίτητα οι άλλοι να συμφωνήσουν μαζί σου, αλλά επιθυμείς τουλάχιστον να εισακουστείς.
Κατά τους ειδικούς, το πρόβλημα τις περισσότερες φορές δεν είναι η κακή πρόθεση των άλλων ή η έλλειψη αγάπης (εντάξει, συμβαίνει κι αυτό). Είναι κάτι βαθύτερο: σχετίζεται με τον βαθμό ενσυναίσθησης και τον τρόπο που διαχειρίζονται μια διαφορετική προοπτική.
Γιατί οι άλλοι δεν μας καταλαβαίνουν
Έρευνες στον τομέα της Ψυχολογίας δείχνουν ότι οι άνθρωποι υπερεκτιμούν συστηματικά την ικανότητά τους να κατανοούν τους άλλους. Μια κλασική μελέτη ανέδειξε το φαινόμενο της εγωκεντρικής προκατάληψης (egocentric bias): ακόμη κι όταν προσπαθούμε συνειδητά να μπούμε στη θέση του άλλου, παραμένουμε «αγκυροβολημένοι» στη δική μας οπτική, από την οποία μετακινούμαστε ελάχιστα. Ξεκινάμε δηλαδή πάντα από τον εαυτό μας.
Στην πράξη, φράσεις που κατά καιρούς ακούμε από τους συνομιλητές μας, όπως «αν ήμουν στη θέση σου δεν θα με πείραζε», «δεν είναι και τόσο σοβαρό» κ.λπ., δεν προκύπτουν απαραίτητα από έλλειψη κατανόησης ή αδιαφορία, αλλά από γνωστικό περιορισμό. Με απλά λόγια, εκτιμούν αυτό που τους εκφράζουμε ανάλογα με το πώς φαίνεται στους ίδιους, όχι σύμφωνα με τον αντίκτυπο που έχει σε εμάς.
Η ενσυναίσθηση δεν είναι μια αυτόματη δεξιότητα
Η ικανότητα να μπαίνει κανείς στη θέση του άλλου και να προσπαθεί να κατανοήσει τα συναισθήματα και τις σκέψεις του θα λέγαμε ότι είναι προαπαιτούμενο για μια ουσιαστική επικοινωνία. Αυτό εξηγεί γιατί οι ειδικοί ψυχικής υγείας και ευεξίας αναφέρονται πολύ συχνά στην έννοια της ενσυναίσθησης, τονίζοντας μάλιστα ότι η εν λόγω λειτουργία δεν είναι αυτόματη, ούτε αποτελεί έμφυτο χάρισμα. Αν και υπάρχουν άνθρωποι που τους προκύπτει ευκολότερα, εντούτοις όπως φαίνεται η ενσυναίσθηση καλλιεργείται και επηρεάζεται έντονα από το συναισθηματικό μας φορτίο.
ΟΣΟ ΠΙΟ ΦΟΡΤΙΣΜΕΝΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ, ΤΟΣΟ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ «ΧΩΡΟ» ΑΦΗΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΕΝΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ.
Μελέτη του 2006, των Anthony Bateman και Peter Fonagy, περιγράφει την ενσυναίσθηση ως μέρος της αναστοχαστικής λειτουργίας – της ικανότητας που έχουν οι άνθρωποι να αντιλαμβάνονται ότι οι άλλοι διαθέτουν έναν εσωτερικό κόσμο με σκέψεις, συναισθήματα και προθέσεις διαφορετικές. Το κρίσιμο εύρημα είναι ότι αυτή η λειτουργία δεν παραμένει σταθερή: όταν ενεργοποιείται το άγχος, ο θυμός ή μια συναισθηματική απειλή, ο εγκέφαλος τείνει να περνά σε αμυντική λειτουργία.
Η ίδια μελέτη έδειξε ότι η ικανότητα της ενσυναίσθησης καλλιεργείται –ή περιορίζεται– από την παιδική ακόμη ηλικία. Άνθρωποι που μεγάλωσαν σε ένα περιβάλλον όπου τα συναισθήματά τους αναγνωρίζονταν και γίνονταν αντικείμενο συζήτησης έχουν μεγαλύτερη ευχέρεια να «διαβάζουν» τους άλλους. Αντίθετα, όταν τα συναισθήματά τους αγνοούνταν, γελοιοποιούνταν ή έπρεπε να κατασταλούν, η ενσυναίσθηση σε πολλές περιπτώσεις αντικαθίσταται από στρατηγικές επιβίωσης: έλεγχο, απόσυρση ή επίθεση.
Όταν το νευρικό σύστημα περνά σε άμυνα
Εάν αισθάνεσαι συχνά ότι οι άλλοι δεν σε καταλαβαίνουν, σίγουρα σου είναι οικεία η σκηνή που μια συζήτηση ξεκινά ήρεμα αλλά εκτροχιάζεται μέσα σε λίγα λεπτά. Εκεί που πας να συνεννοηθείς με τον άλλο, μια λάθος ατάκα, μια έντονη αντίδραση στο τέλος μιας δύσκολης μέρας κ.λπ. αρκούν για να αρχίσει η ασυνεννοησία. Είναι η στιγμή που το νευρικό σύστημα περνάει σε άμυνα και δεν ακούμε πια για να κατανοήσουμε τον άλλο, αλλά μόνο και μόνο για να απαντήσουμε.
Έρευνα του 2011 έχει δείξει ότι η έντονη συναισθηματική διέγερση μειώνει την ικανότητά μας να αντιλαμβανόμαστε την προοπτική του άλλου και να επεξεργαζόμαστε τα συναισθηματικά του σήματα με ακρίβεια. Όσο πιο φορτισμένη είναι μια αλληλεπίδραση, τόσο λιγότερο γνωστικό και συναισθηματικό «χώρο» αφήνουμε για ενσυναίσθηση. Δεν είναι ότι δεν ακούμε· είναι ότι ο εγκέφαλος έχει ήδη στρέψει την ενέργειά του αλλού.
Με απλά λόγια: όταν είμαστε φορτισμένοι, δεν είμαστε η καλύτερή μας εκδοχή. Ούτε συναισθηματικά, ούτε επικοινωνιακά. Όσο άβολο κι αν είναι να το παραδεχτούμε, συμβαίνει σε όλους μας.
Πώς μπορείς να βοηθήσεις τους άλλους να σε καταλάβουν
Αν μετά από όλα αυτά σκέφτεσαι ότι ωραία τα λέει η επιστήμη, αλλά εσύ αύριο θα τσακώνεσαι πάλι, ίσως είχε ενδιαφέρον να μάθεις ότι οι έρευνες δεν σε αφήνουν μόνο με τη διάγνωση. Οι ειδικοί προτείνουν και κάποιες απλές, ρεαλιστικές κατευθύνσεις, όχι για να επιτύχουμε την τέλεια επικοινωνία (αλήθεια, υπάρχει κάτι τέτοιο;) αλλά για να αυξήσουμε τις πιθανότητες να ακουστούμε λίγο πιο καθαρά.
Μίλησε για το πώς νιώθεις εσύ και όχι για το σφάλμα του άλλου
Είναι γνωστό ότι μια συζήτηση που ξεκινάει με κατηγορίες συνήθως καταλήγει σε συμπεριφορές άμυνας. Όπως έχει επισημάνει ο Αμερικανός κλινικός ψυχολόγος, καθηγητής και συγγραφέας Marshall Bertram Rosenberg (1934–2015), οι κατηγορίες και οι γενικεύσεις σε μια συνομιλία (π.χ. οι λέξεις «πάντα», «ποτέ», «φταις» κ.ά.), ενεργοποιούν τους αμυντικούς μηχανισμούς του συνομιλητή.
Αντίθετα, σύμφωνα με το μοντέλο της Μη Βίαιης Επικοινωνίας, όταν εκφράζουμε τι νιώθουμε και πώς βιώνουμε μια κατάσταση, δημιουργούμε χώρο για ενσυναίσθηση. Με απλά λόγια, η φράση «ένιωσα απογοήτευση για τον τάδε λόγο» έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να εισακουστεί από το «ποτέ δεν με σκέφτεσαι».
Κάνε ερωτήσεις που μετακινούν την προσοχή
Η ενσυναίσθηση δεν ενεργοποιείται πάντα αυτόματα – μερικές φορές χρειάζεται μια μικρή ώθηση. Έρευνα του 2005 δείχνει ότι μια ερώτηση στον συνομιλητή μας όπως «πώς νομίζεις ότι το βίωσα;» ή «τι κατάλαβες ότι με δυσκόλεψε;» μπορούν να ενεργοποιήσουν έστω και προσωρινά τη λήψη προοπτικής και τη γνωστική ενσυναίσθηση.
Δεν εγγυώνται την τέλεια απάντηση, αλλά σε κάθε περίπτωση μετατοπίζουν τον άξονα της συζήτησης από το ποιος έχει δίκιο στο τι πραγματικά συμβαίνει στους συνομιλητές.
Αναζήτησε κατανόηση, όχι συμφωνία απόψεων
Το να μας καταλάβει κάποιος δεν σημαίνει ότι πρέπει απαραίτητα να συμφωνήσει μαζί μας. Οι ειδικοί προτρέπουν να μην περιμένεις να ακούσεις απαραίτητα ότι έχεις δίκιο για να ησυχάσεις. Αρκεί το «καταλαβαίνω πώς αισθάνεσαι». Η συγκεκριμένη φράση δεν λύνει το πρόβλημα, αλλά χαμηλώνει την ένταση αρκετά, ώστε να συνεχιστεί η συζήτηση.
Ρύθμισε πρώτα το συναίσθημά σου κι έπειτα προχώρησε στη συζήτηση
Ένα δύσκολο κομμάτι στην προσπάθειά σου να εισακουστείς είναι η προσπάθεια να ρυθμίσεις εσύ τα συναισθήματά σου πριν εμπλακείς σε οποιαδήποτε συνομιλία, αλλά και να διατηρήσεις αυτή τη γραμμή σε όλη τη διάρκεια της επικοινωνίας σου με τους άλλους. Όσο πιο φορτισμένη είναι μια αλληλεπίδραση, τόσο λιγότερο ευνοείται η ενσυναίσθηση. Κι επειδή η αυτορρύθμιση πρέπει να προηγείται της συν-ρύθμισης, πρώτα πάρε μια βαθιά ανάσα για να ηρεμήσεις, επικαλέσου το χιούμορ, που πάντα βοηθάει, κι έπειτα αναζήτησε την κατανόηση από τους άλλους.
Το πιο απαιτητικό βήμα της διαδικασίας
Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι το να μην μας καταλαβαίνουν οι άλλοι δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν μας νοιάζονται, ότι αδιαφορούν ή ότι θέλουν να μας απαξιώσουν. Συχνά, αποτυγχάνουν να μας κατανοήσουν γιατί δεν μπορούν να συντονιστούν μαζί μας συναισθηματικά – ο εγκέφαλος και το νευρικό σύστημα δεν είναι πάντοτε σύμμαχοι της ενσυναίσθησης.
Καθώς όμως επικαλούμαστε συχνά την ενσυναίσθηση ως το κλειδί για μια υγιή επικοινωνία, καλό είναι να έχουμε κατά νου ότι πρόκειται για ένα γνώρισμα που αναφέρεται σε όλους. Έτσι, ίσως το πιο απαιτητικό και συγχρόνως πιο θεραπευτικό βήμα σε όλη αυτή τη διαδικασία είναι να προσπαθήσουμε ειλικρινά να καταλάβουμε τον άνθρωπο που δεν μας καταλαβαίνει. Όχι για να δικαιολογήσουμε τα πάντα ή να ακυρώσουμε τα δικά μας όρια, αλλά για να μετακινηθούμε από τη σκέψη ότι κάποιος μας αγνοεί εσκεμμένα.