iStock

ΤΙ ΚΟΥΒΑΛΑΕΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΠΟΥ ΣΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΣΟΥ;

Πώς επηρεάζει το διαγενεακό τραύμα τη ζωή μας στο σήμερα και πώς μπορούμε να σταματήσουμε να εγκλωβιζόμαστε σ' αυτό; Ένα βιβλίο μάς βοηθάει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν ευθυνόμαστε εμείς για όσα κληρονομήσαμε, είμαστε όμως υπεύθυνοι για το αν θα τα συνεχίσουμε.

H Σουζάνα Παπαφάγου είναι κλινική αναπτυξιακή ψυχολόγος, MSc, την οποία είναι πολύ πιθανό να έχεις δει στο Instagram – ανεβάζει εξαιρετικά posts για θέματα ψυχολογίας. Σύντομα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα το βιβλίο της με τίτλο «Αυτό σταματάει εδώ», το οποίο αναφέρεται στο διαγενεακό τραύμα. Στο πώς αυτό εγγράφεται στο σώμα, στις σχέσεις και στις επιλογές μας, και στο πώς μπορεί να αλλάξει μορφή και να πάψει να μας εγκλωβίζει. «Δεν φταίμε εμείς για όσα κληρονομήσαμε, είμαστε όμως υπεύθυνοι για το αν θα τα συνεχίσουμε», λέει η συγγραφέας και μας προτρέπει να πάρουμε θέση για όσα συμβαίνουν στο σήμερα.

Παρακάτω έχετε την ευκαιρία να διαβάσετε προδημοσίευση του βιβλίου, το οποίο θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες.

Προδημοσίευση από το βιβλίο «Αυτό σταματάει εδώ» για το διαγενεακό τραύμα

Το όνομα ως φορέας μνήμης και πένθους στην ελληνική παράδοση

Στην ελληνική κοινωνία το όνομα δεν είναι απλώς ένα αναγνωριστικό, αλλά κληρονομιά, δήλωση ταυτότητας και δεσμός με τις γενιές που προηγήθηκαν. Η ονοματοδοσία συνδέεται στενά με τη θρησκεία και την οικογένεια. Η βάπτιση δεν αποτελεί μόνο μυστήριο αλλά και πράξη ένταξης του παιδιού στη γενεαλογική γραμμή. Η συνήθεια να δίνεται το όνομα του παππού ή της γιαγιάς, ειδικά στο πρώτο εγγόνι, θεωρείται ένδειξη σεβασμού και τιμής.

Όταν όμως το όνομα δίνεται σε μνήμη κάποιου που χάθηκε τραγικά, κουβαλάει και το άρρητο φορτίο του πένθους. Η θρησκευτική παράδοση, που τιμά τη μνήμη των νεκρών και τους συνδέει με τους ζωντανούς μέσα από τελετές, τρισάγια και ονομαστικές εορτές, λειτουργεί σαν γέφυρα ανάμεσα στις γενιές, αλλά μπορεί και να κρατά ζωντανό ένα πένθος που δεν έχει λυθεί.

«Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΘΥΜΑΤΑΙ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΤΑΦΕΡΕΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ ΧΡΕΗ, ΦΟΒΟΥΣ ΚΑΙ ΠΕΝΘΗ»

Στην περίπτωση του Α., το όνομα δεν ήταν απλώς μια οικογενειακή παράδοση. Ήταν ο τρόπος να διατηρηθεί η παρουσία ενός παιδιού που χάθηκε βίαια και δεν το αποχαιρέτησαν ποτέ. Η γιαγιά του δεν μίλησε ποτέ για την απώλεια. Αντί για ιστορία, άφησε ένα όνομα. Το έδωσε στον επόμενο γιο, κι εκείνος το πέρασε στον δικό του. Έτσι, το όνομα έγινε δοχείο σιωπής. Στην ελληνική κουλτούρα αυτή η πρακτική ενισχύεται από την ιδέα ότι η επανάληψη του ονόματος κρατά ζωντανό τον άνθρωπο. Από ψυχοδυναμική σκοπιά, όμως, όταν η μνήμη αυτή συνοδεύεται από ανεπεξέργαστο τραύμα, το παιδί που παίρνει το όνομα μπορεί να κληρονομήσει όχι μόνο την τιμή αλλά και το βάρος. Το όνομά του δεν δόθηκε για να το ξεχωρίσει, αλλά για να συνεχίσει μια ζωή που έμεινε μετέωρη, έναν ρόλο που κληρονόμησε πριν ακόμη υπάρξει.

Ο μηχανισμός αυτός είναι ισχυρός στην ελληνική οικογένεια γιατί η συγγένεια –βιολογική και πνευματική– θεωρείται ιερή. Το όνομα λειτουργεί ως φορέας μνήμης αλλά και ως υπενθύμιση καθήκοντος. Κι όταν το καθήκον αφορά ένα πένθος που δεν ειπώθηκε, το βάρος μπορεί να γίνει συντριπτικό.

Στο ευρύτερο πλαίσιο, ανοίγει η συζήτηση για το πώς η ελληνική κοινωνία χρησιμοποιεί τα ονόματα όχι μόνο για να θυμάται αλλά και για να μεταφέρει συναισθηματικά χρέη, φόβους και πένθη. Η θρησκεία, η οικογένεια και η παράδοση συναντιούνται σε αυτό το σημείο και η θεραπευτική δουλειά καλείται να ξεχωρίσει τι είναι ζωντανή μνήμη και τι είναι κληρονομιά βάρους.

bdb8f8dad15649503758398626f6055a.jpg.jpg
Προπαραγγείλτε το βιβλίο μέχρι και 15/2 στις 23:59 και παραλάβετέ το υπογεγραμμένο.

Το πορτρέτο στον τοίχο

Ο Χ., 45 ετών, ζούσε με μια μόνιμη ανησυχία για την υγεία του. Έκανε εξετάσεις συχνά, πρόσεχε υπερβολικά τη διατροφή του και πανικοβαλλόταν με κάθε μικρό σύμπτωμα. Δεν είχε νοσήσει ποτέ σοβαρά, όμως κουβαλούσε την πεποίθηση ότι μια μέρα θα πάθει κάτι ξαφνικό και ανεπανόρθωτο.

Στο σπίτι όπου μεγάλωσε, στην πιο κεντρική θέση του σαλονιού, υπήρχε μια κορνίζα με τη φωτογραφία ενός νεαρού άντρα. Ήξερε ότι τον έλεγαν Σ. και ότι ήταν ο αδελφός της προγιαγιάς του. Ήξερε επίσης –γιατί του το είχαν πει– πως στη φωτογραφία ήταν ήδη νεκρός. Δεν του εξήγησαν ποτέ πώς πέθανε· μόνο ότι «ήταν πολύ νέος».

Από παιδί, ο Χ. ένιωθε πως γύρω από εκείνη τη φωτογραφία αιωρούνταν μια παράξενη σιωπή. Όποτε πλησίαζε την οικογένειά του για να ρωτήσει, οι απαντήσεις ήταν κοφτές ή άλλαζαν θέμα. Κι όμως, μέσα από βλέμματα, μισές κουβέντες και τον τρόπο που οι μεγάλοι τον κοιτούσαν, καταλάβαινε ότι κάτι τον συνέδεε με εκείνο τον νεαρό. Κάποια στιγμή άκουσε μια θεία να ψιθυρίζει: «μοιάζει πολύ στον Σ.».

«ΟΤΑΝ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΔΕΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΥΤΕΙ, Η ΕΙΚΟΝΑ ΜΕΝΕΙ ΝΑ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΣΙΩΠΗΛΑ, ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ ΜΕΣΑ ΤΗΣ Ο,ΤΙ ΔΕΝ ΕΙΠΩΘΗΚΕ ΠΟΤΕ»

Ο θάνατος του Σ. είχε στοιχειώσει την οικογένεια. Ήταν ξαφνικός, άδικος, αβάσταχτος. Κανείς δεν άντεξε να μιλήσει γι’ αυτόν. Δεν υπήρξε πραγματικό πένθος, μόνο μια σιωπή που απλώθηκε σαν σκόνη πάνω στα χρόνια. Η φωτογραφία του μπήκε στο σαλόνι σαν φυλαχτό, να κρατά ζωντανή τη μορφή του και να φυλάει το ανείπωτο. Από τότε, έμενε εκεί να παρακολουθεί όσους περνούσαν, να θυμίζει κάτι που όλοι ήθελαν να θυμούνται, μα κανείς δεν άντεχε να πει. Η γνώση ότι κοιτούσε έναν νεκρό –και μάλιστα κάποιον που του έμοιαζε– ρίζωσε βαθιά μέσα στον Χ. Δεν το συζητούσε, αλλά κάθε φορά που στεκόταν μπροστά στην κορνίζα, ένιωθε ένα τράβηγμα στο στομάχι. Σαν η φωτογραφία να μην ήταν απλώς μνήμη, αλλά προειδοποίηση.

Μεγαλώνοντας, αυτή η αίσθηση μεταμορφώθηκε σε μόνιμη ανησυχία για το σώμα του. Δεν ήξερε την αιτία του θανάτου του Σ., όμως ήταν σαν η οικογένεια να του είχε κληροδοτήσει – σιωπηλά, μέσα από βλέμματα και αποσιωπήσεις– την αγωνία εκείνων που δεν άντεξαν την απώλεια. Κουβαλούσε μέσα του τον φόβο που δεν ειπώθηκε τότε. Ένα πένθος ξένο, αλλά εντελώς δικό του.

Στη θεραπεία, ο Χ. συνειδητοποίησε πως ο φόβος του δεν είχε γεννηθεί από προσωπική εμπειρία ασθένειας, αλλά από εκείνη τη σιωπηλή απώλεια που πάγωσε μέσα στο σπίτι πριν από δεκαετίες. Το πορτρέτο στον τοίχο δεν ήταν απλώς η εικόνα ενός προγόνου· ήταν το αποτύπωμα ενός πένθους που κανείς δεν άντεξε να βιώσει. Μια φωτογραφία που αντί να θυμίζει, κουβαλούσε όλη τη θλίψη που δεν εκφράστηκε με λόγια, άρα δεν ειπώθηκε με λέξεις – δεν εκφράστηκε συνειδητά.

Στην Ελλάδα των αρχών του 20ού αιώνα, ιδιαίτερα στην επαρχία και στα νησιά, η φωτογραφία του νεκρού ήταν μια βαθιά ριζωμένη πρακτική. Δεν υπήρχε τίποτα μακάβριο σ’ αυτή· ήταν μια πράξη μνήμης και αποχαιρετισμού. Την εποχή εκείνη, που ο φωτογράφος ερχόταν σπάνια στο χωριό και ο θάνατος συνέβαινε συχνά μέσα στο ίδιο το σπίτι, η οικογένεια ζητούσε να αποτυπωθεί το πρόσωπο του ανθρώπου λίγο πριν τον αποχαιρετήσει οριστικά. Ήταν ένας τρόπος να «μείνει» – να συνεχίσει να υπάρχει, έστω μέσα στην εικόνα.

Αυτές οι φωτογραφίες τοποθετούνταν συνήθως σε εμφανές σημείο του σπιτιού, ανάμεσα σε φωτογραφίες γάμων, βαπτίσεων ή οικογενειακών συγκεντρώσεων. Δεν ξεχώριζαν από τις υπόλοιπες. Ήταν μέρος της ζωής, όπως και ο θάνατος τότε. Σπίτια ολόκληρα μεγάλωναν κάτω από το βλέμμα κάποιου που είχε φύγει, κι αυτό το βλέμμα γινόταν σιωπηλή υπενθύμιση: ότι η απώλεια είναι παρούσα, ότι το πένθος είναι κομμάτι της οικογενειακής συνέχειας.

Με τον καιρό, όταν οι άνθρωποι άρχισαν να πεθαίνουν στα νοσοκομεία και οι κηδείες έγιναν υπόθεση ιδιωτική, οι φωτογραφίες αυτές έπαψαν να αναρτώνται στους τοίχους. Όμως το ίχνος τους –η μνήμη του προσώπου που «μένει» για να θυμίζει– συνέχισε να ζει μέσα στις οικογένειες. Μερικές φορές όχι ως μνήμη, αλλά ως βάρος. Γιατί όταν το πένθος δεν εξωτερικευτεί, η εικόνα μένει να κοιτάζει σιωπηλά, κρατώντας μέσα της ό,τι δεν ειπώθηκε ποτέ.

SLOW MONDAY NEWSLETTER

Θέλεις να αλλάξεις τη ζωή σου; Μπες στη λογική του NOW. SLOW. FLOW.
Κάθε Δευτέρα θα βρίσκεις στο inbox σου ό,τι αξίζει να ανακαλύψεις.