ΕΝΑΣ ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΠΕΙ ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ
Πριν αποφασίσεις να ξεκινήσεις αντικαταθλιπτικά διάβασε το παρακάτω κείμενο, ώστε να μπεις στη θεραπεία αυτή έχοντας πλήρη εικόνα των οφελών, αλλά και του ρίσκου.
«Δεν παίρνεις κανένα αντικαταθλιπτικό να συνέλθεις; Αφού η ψυχοθεραπεία δεν φαίνεται να σε βοηθά», είπε πριν από μερικές ημέρες στη φίλη μου ο άντρας της, έτσι ελαφρά τη καρδία, λες και πρόκειται για κανένα κοινό παυσίπονο. Πράγματι, πολύ καιρό τώρα την ακούω να μην είναι καλά – δεν μπορώ, όμως, να παραβλέψω ότι αντιμετωπίζει ζητήματα που εν πολλοίς μένουν άλυτα, τόσο στον γάμο της όσο και στη δουλειά της. Την ίδια ώρα, μάλλον μπαίνει και στην κλιμακτήριο.
Προφανώς θέλει κι εκείνη να είναι καλά, οπότε αν και θύμωσε αρχικά με τον άντρα της, δεν δίστασε να το αναφέρει στην ψυχοθεραπεύτριά της, η οποία ήταν αρνητική. Της εξήγησε πως η θεραπεία με αντικαταθλιπτικά δεν είναι απλή υπόθεση – δεν τα ξεκινάς και τα σταματάς όποτε σου «έρθει» και σίγουρα κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί ότι θα λειτουργήσουν με την πρώτη, κάνοντάς σε έναν βαθιά χαρούμενο άνθρωπο. Ειδικά όταν αυτά που πραγματικά σε βασανίζουν, παραμένουν απαράλλαχτα.
Συμπτωματικά, τις ημέρες που είχα με την φίλη μου αυτή την κουβέντα έπεσα πάνω σε ένα άρθρο του Constantin Patrascu, ψυχοθεραπευτή με έδρα το Βερολίνο, ο οποίος γράφει πως υπάρχουν σοβαροί λόγοι που τα αντικαταθλιπτικά δεν πρέπει να χορηγούνται αβίαστα – κάτι που, δυστυχώς, βλέπει και ο ίδιος να συμβαίνει συχνά. Και τους περισσότερους από αυτούς, δεν τους γνωρίζουμε.
Ο μύθος της χημικής ανισορροπίας
Όπως λέει ο Patrascu, υπάρχει ένας μύθος που κυκλοφορεί εδώ και χρόνια ότι η κατάθλιψη είναι αποτέλεσμα χημικής ανισορροπίας στον εγκέφαλο – συγκεκριμένα, χαμηλής σεροτονίνης. Οπότε τα αντικαταθλιπτικά χορηγούνται για να εξισορροπούν αυτή την ορμόνη. Ωστόσο, τονίζει ο ίδιος, δεν υπάρχει κανένα επιστημονικό εύρημα που να το αποδεικνύει αυτό.
Μεγάλη ανασκόπηση που δημοσιεύτηκε το 2022 στο Molecular Psychiatry από ερευνητές του University College London ανέλυσε δεκάδες έρευνες πάνω στη σεροτονίνη και την κατάθλιψη και έδειξε πως δεν υπάρχουν συνεπή στοιχεία ότι η κατάθλιψη προκαλείται από μειωμένη δραστηριότητα ή συγκεντρώσεις σεροτονίνης. Πρόκειται για μία υπεραπλούστευση μιας κατάστασης που είναι πολύ πιο περίπλοκη από μια απλή δυσλειτουργία ενός νευροδιαβιβαστή.
Τι κάνουν και τι δεν κάνουν τα αντικαταθλιπτικά
Οι επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης αυξάνουν πράγματι τη διαθεσιμότητα σεροτονίνης στον εγκέφαλο. Αυτό, όμως, που δεν γνωρίζουμε, λέει ο ψυχοθεραπευτής, είναι γιατί αυτό ορισμένες φορές βοηθά να αντιμετωπιστούν τα συμπτώματα της κατάθλιψης και άλλες φορές όχι.
Έρευνα του ψυχιάτρου Irving Kirsch πάνω σε στοιχεία του FDA, για παράδειγμα, έδειξε ότι σε κλινικές δοκιμές, τα αντικαταθλιπτικά έχουν οριακά καλύτερη απόδοση από ένα placebo φάρμακο για την ήπια έως μέτρια κατάθλιψη. Η διαφορά είναι στατιστικά σημαντική αλλά κλινικά ελάχιστη. Πιο ισχυρά αποτελέσματα φαίνεται να έχουν τα φάρμακα αυτά σε περιπτώσεις βαριάς κατάθλιψης και άγχους.
Συνεπώς, καταλήγει η έρευνα, τα αντικαταθλιπτικά λειτουργούν τόσο καλά όσο η άσκηση, η ψυχοθεραπεία ή ένα placebo φάρμακο. Αξίζει, λοιπόν, να τα λάβει κανείς γνωρίζοντας μάλιστα ότι μπορεί να έχουν και ένα σωρό παρενέργειες;
Πόσο έγκυρη είναι η διάγνωσή σου;
Ο Patrascu σημειώνει και κάτι ακόμα: οι ψυχιατρικές διαγνώσεις δεν είναι το ίδιο πράγμα με τις ιατρικές διαγνώσεις. Δεν βασίζονται σε αντικειμενικούς βιολογικούς δείκτες. Βασίζονται σε ομάδες συμπτωμάτων που περιγράφονται σε ένα εγχειρίδιο που έχει συνταχθεί από επιτροπή (το DSM-5), το οποίο αναθεωρείται κάθε λίγα χρόνια με βάση τη συναίνεση των επιστημόνων που εμπλέκονται και όχι βάσει νέων επιστημονικών ανακαλύψεων.
ΤΑ ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΠΙΟ ΙΣΧΥΡΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΒΑΡΙΑΣ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗΣ ΚΑΙ ΑΓΧΟΥΣ.
Με λίγα λόγια, όταν ένας ψυχίατρος κάνει π.χ. τη διάγνωση «Μείζονα Καταθλιπτική Διαταραχή» δεν προσδιορίζει απαραίτητα μια διακριτή ασθένεια, αλλά ένα μοτίβο συμπτωμάτων που μπορεί να βιώνει κανείς, στο οποίο ταιριάζει αυτή η ετικέτα. Όμως, άπαξ και η ετικέτα μπει, τότε ο ασθενής ξεκινά και βαδίζει στον δρόμο της θεραπείας, η οποία για κάθε ψυχική νόσο είναι συγκεκριμένη.
Συμβαίνει, όμως, μερικές φορές τα συμπτώματα που έχει κανείς να ταιριάζουν σε πολλές «ετικέτες» και οι ψυχίατροι να μη συμφωνούν πάντα μεταξύ τους για το ποια είναι η σωστή. Τι πρέπει να κάνεις τότε;
ΟΙ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΕΣ ΔΙΑΓΝΩΣΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΡΑΓΜΑ ΜΕ ΤΙΣ ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΔΙΑΓΝΩΣΕΙΣ. ΔΕΝ ΒΑΣΙΖΟΝΤΑΙ ΣΕ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥΣ ΒΙΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Ο ίδιος ο ψυχοθεραπευτής λέει ότι έχει περιπτώσεις ασθενών στους οποίους χορηγήθηκαν αντικαταθλιπτικά χωρίς, κατά τη δική του γνώμη, να πρέπει:
- Μια γυναίκα που κρίθηκε ότι έχει κατάθλιψη μετά το τρίτο παιδί της – αυτή η γυναίκα έχει να κοιμηθεί ένα ολόκληρο βράδυ πάνω από δύο χρόνια τώρα, είναι εξαντλημένη και έχει χάσει τον εαυτό της. «Η γυναίκα αυτή δεν χρειάζεται χάπια. Χρειάζεται βοήθεια και την άδεια να δώσει προτεραιότητα στον εαυτό της», σχολιάζει ο ίδιος.
- Ένας φοιτητής με διάχυτο άγχος, ο οποίος σπουδάζει κάτι που μισεί μόνο και μόνο για να ευχαριστήσει τους γονείς του. Τα χάπια μουδιάζουν το άγχος του, αλλά δεν θα λύσουν το πρόβλημα του να ζει μια ζωή που δεν έχει επιλέξει ο ίδιος.
- Ένας μεσήλικας με «ανθεκτική στη θεραπεία κατάθλιψη» που δουλεύει στην ίδια βαρετή θέση εργασίας τα τελευταία 15 χρόνια, έχει να κάνει σεξ με τη γυναίκα του πάνω από έναν χρόνο και δεν έχει χόμπι ή κάποια δραστηριότητα που να τον γεμίζει χαρά. Χρειάζεται χάπια αυτός ο άνθρωπος ή χρειάζεται να αλλάξει τρόπο ζωής;
Να πάρεις ή να μην πάρεις αντικαταθλιπτικά;
Ο Patrascu δεν απορρίπτει τα αντικαταθλιπτικά και τα σημαντικά οφέλη τους σε άτομα με:
- Σοβαρή κατάθλιψη που οδηγεί σε σημαντική λειτουργική έκπτωση, η οποία δεν επιτρέπει στο άτομο να ζει κανονικά.
- Διπολική διαταραχή, ειδικά όταν συνοδεύεται από μανιακά επεισόδια.
- Σοβαρό άγχος που εμποδίζει τις βασικές λειτουργίες, π.χ. το να μπορεί να βγει κανείς από το σπίτι του ή να εργαστεί.
- Ψυχωσικές διαταραχές, όπως η σχιζοφρένεια.
Δεν συμφωνεί, όμως, με το να χορηγούνται αβίαστα σε άτομα που βρίσκονται σε καταθλιπτική κατάσταση, η οποία προκαλείται από τις συνθήκες της ζωής, που έχουν ήπιο έως μέτριο άγχος που αντιμετωπίζεται με θεραπεία, που βιώνουν τον φυσιολογικό ανθρώπινο πόνο, ο οποίος έχει «παθολογικοποιηθεί», όπως π.χ. το πένθος, το άγχος και οι μεγάλες αλλαγές ζωής στις οποίες δεν είναι πάντα εύκολο να προσαρμοστούμε.
ΤΑ ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΝ ΚΑΠΟΙΑ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗ ΣΤΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ, ΑΛΛΑ ΕΧΟΥΝ ΚΑΙ ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ.
Συνεπώς, λέει ο ίδιος, το άτομο θα πρέπει να ξέρει πως έχει δικαίωμα ακόμα και να αμφισβητήσει μια διάγνωση που οδηγεί σε θεραπεία με αντικαταθλιπτικά και βέβαια να ζητήσει και άλλες γνώμες.
Θα πρέπει ακόμα να ξέρει πως τα φάρμακα αυτά μπορεί να προσφέρουν κάποια ανακούφιση στα συμπτώματα, αλλά έχουν και παρενέργειες, π.χ. αύξηση βάρους, σεξουαλική δυσλειτουργία ή συναισθηματικό μούδιασμα που καταστρέφει την ποιότητα ζωής.
Αν κανείς διαπιστώσει τέτοιες παρενέργειες μπορεί να διακόψει τη λήψη τους, όμως αυτό θα πρέπει να γίνει με πολύ συγκεκριμένα βήματα και υπό την καθοδήγηση του/της ψυχιάτρου.
Και, τέλος, κανείς θα πρέπει να γνωρίζει πως η ψυχοθεραπεία μπορεί να είναι εξίσου αποτελεσματική με τα αντικαταθλιπτικά για τις πιο κοινές ψυχικές παθήσεις – και μάλιστα χωρίς τις παρενέργειες. Με τη θεραπεία, εξάλλου, θα μπορέσει κανείς πιο εύκολα να διαχειριστεί δύσκολες καταστάσεις στη ζωή του, π.χ. μια κακοποιητική σχέση, τη χρόνια μοναξιά ή ένα τοξικό περιβάλλον εργασίας, για τις οποίες τα χάπια δεν θα κάνουν πολλά.
Κι αν τελικά κανείς αποφασίσει να στραφεί στα αντικαταθλιπτικά, αυτό θα πρέπει να γίνει έχοντας πλήρη γνώση για τους κινδύνους, τα οφέλη και τις εναλλακτικές που μπορεί να υπάρχουν. Στο δια ταύτα, τα φάρμακα αυτά θα πρέπει να κάνουν το άτομο να νιώθει καλύτερα, όχι χειρότερα.