ΓΙΑΤΙ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΞΕΧΑΣΟΥΝ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ ΤΟΥΣ;
Η μητρική γλώσσα δεν είναι εμπόδιο στην εκμάθηση μιας δεύτερης γλώσσας, αλλά βοηθητικό εργαλείο και στοιχείο ταυτότητας. Στο ελληνικό σχολείο, ωστόσο, τα παιδιά προσφύγων καλούνται να ξεχάσουν τη γλώσσα των γονιών τους. Τρεις συντονίστριες εκπαίδευσης προσφύγων από τη Δομή Σχιστού μιλούν για τα οφέλη της διγλωσσίας, τα εγχώρια θεσμικά κενά και την ανάγκη ουσιαστικών πολιτικών ένταξης στα σχολεία.
Λένε ότι η μητρική γλώσσα, ο ρυθμός της φωνής και το πρώτο ηχητικό περιβάλλον, είναι από τα πρώτα ίχνη που εγγράφουν μέσα μας. Λένε ακόμα –και οι έρευνες το επιβεβαιώνουν– ότι η πολυγλωσσία έχει πολλά γνωστικά και κοινωνικά της οφέλη, πως η δυνατότητα να κινείσαι ανάμεσα σε περισσότερες από μία γλώσσες θεωρείται πλούτος. Πώς γίνεται, λοιπόν, να σου τον στερούν;
Η UNESCO, και κατόπιν η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ανακήρυξαν την 21η Φεβρουαρίου Διεθνή Ημέρα Μητρικής Γλώσσας, για να αναδείξουν τον ρόλο των γλωσσών στην προώθηση της κοινωνικής ένταξης. Φαίνεται, ωστόσο πως για τα παιδιά των ανθρώπων που φτάνουν στην Ελλάδα αναζητώντας μια δεύτερη ευκαιρία, η εκμάθηση της νέας γλώσσας δεν αφήνει χώρο για τη μητρική. Η γλώσσα των γονιών τους, οι λέξεις που κουβαλούν οικογενειακές μνήμες, κινδυνεύουν να περιοριστούν στον ιδιωτικό χώρο ή και να χαθούν με τον καιρό.
Είχα μια επιδερμική γνώση για το ζήτημα της εκπαίδευσης των προσφύγων μέσα από διαγώνιες ματιές σε κείμενα της Ελένης Καραγιάννη, Εκπαιδευτικού Εικαστικής Αγωγής και Συντονίστριας Εκπαίδευσης προσφύγων στην Ελεγχόμενη Δομή Προσωρινής Φιλοξενίας Αιτούντων Άσυλο (ΕΔΠΦΑΑ) Σχιστού. Με αφορμή τη σημερινή ημέρα, την προσέγγισα για να μάθω περισσότερα.
Κάπως έτσι, η κ. Καραγιάννη, μαζί με τις Εκπαιδευτικούς Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και Συντονίστριες Εκπαίδευσης Προσφύγων στην ΕΔΠΦΑΑ Σχιστού, Κυριακή Μπαρδάνη και Αλεξάνδρα Φαραώ, μου μίλησαν για την αξία της διατήρησης και εκμάθησης της μητρικής γλώσσας, τα εμπόδια που συναντούν οι πρόσφυγες και οι εκπαιδευτικοί και το πώς το πρόβλημα παραμένει δική μας παθογένεια, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες που μεριμνούν για τη διαπολιτισμική εκπαίδευση.
Η διγλωσσία είναι πλεονέκτημα, όχι εμπόδιο
Υπάρχει μια παρανόηση, όπως φαίνεται, γύρω από τη δίγλωσση εκπαίδευση, η άποψη πως ένα παιδί δε θα μπορέσει να μάθει τα ελληνικά αν δεν εγκαταλείψει τη μητρική του γλώσσα. «Η διατήρηση της μητρικής γλώσσας λειτουργεί ως θεμέλιο για τη συνολική μαθησιακή ανάπτυξη των μαθητών και των μαθητριών» εξηγεί η κ. Φαραώ.
«Όταν ένα παιδί έχει σταθερή γλωσσική βάση, μπορεί ευκολότερα να μεταφέρει έννοιες, γνώσεις και μαθησιακές στρατηγικές στη δεύτερη γλώσσα. Αντίθετα, η αποκοπή από τη μητρική γλώσσα συχνά δημιουργεί μαθησιακά κενά, ανασφάλεια και χαμηλότερη σχολική επίδοση. Η ενίσχυση της πρώτης γλώσσας δεν ανταγωνίζεται την εκμάθηση των ελληνικών· τη στηρίζει».
Σύγχρονες έρευνες σε ποικίλα πεδία (γλωσσολογία, νευροφυσιολογία, εκπαίδευση κ.ά.) δείχνουν ότι η διγλωσσία αποτελεί θετικό παράγοντα γλωσσικής ανάπτυξης στα παιδιά και, όπως εξηγεί η κ. Μπαρδάνη, από το επίπεδο γνώσης της μητρικής γλώσσας εξαρτάται η ανάπτυξη της δεύτερης γλώσσας. «Η καλλιέργεια των δεξιοτήτων και των γνωστικών λειτουργιών της μητρικής γλώσσας των παιδιών διευκολύνει την εκμάθηση της δεύτερης γλώσσας, αφού οι χειρισμοί θα παραμένουν ίδιοι και μόνον ο γλωσσικός κώδικας αλλάζει».
Η ΜΗΤΡΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΡΗΚΤΑ ΔΕΜΕΝΗ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ, ΤΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΗ ΒΙΩΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ. ΣΕ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗΣ, ΟΠΟΥ ΟΛΑ ΜΕΤΑΒΑΛΛΟΝΤΑΙ, ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΩΣ ΣΤΑΘΕΡΟ ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ.
Σύμφωνα με την κ. Μπαρδάνη, τα παιδιά που ξεκινούν την εκμάθηση της ελληνικής χωρίς να έχουν ολοκληρώσει –και πολλές φορές ούτε καν ξεκινήσει– την εκμάθηση της μητρικής τους, έρχονται αντιμέτωπα με σημαντικές δυσκολίες και καλούνται να ανταποκριθούν σε πολλά επίπεδα· να μάθουν μια νέα γλώσσα και γνωστικά αντικείμενα στα ελληνικά, να προσαρμοστούν σε ένα νέο περιβάλλον που συνήθως αγνοεί και απαξιώνει τη γλώσσα τους και τον πολιτισμό τους. «Η δυσκολία τους να χειριστούν την ελληνική γλώσσα και να ενταχθούν στη σχολική κοινότητα τα κάνει τελικά απρόθυμα να συμμετέχουν, νιώθουν ότι δεν τα καταφέρνουν και συχνά απογοητεύονται» εξηγεί.
«Η μητρική γλώσσα είναι άρρηκτα δεμένη με την ταυτότητα, τις οικογενειακές σχέσεις και τη βιωμένη ιστορία των παιδιών» προσθέτει η κ. Φαραώ. «Σε συνθήκες προσφυγιάς και μετακίνησης, όπου όλα μεταβάλλονται, η γλώσσα λειτουργεί ως σταθερό σημείο αναφοράς. Η αναγνώρισή της στο σχολείο ενισχύει το αίσθημα ασφάλειας και αποδοχής, ενώ η απαξίωσή της μπορεί να οδηγήσει σε εσωτερικευμένη ντροπή ή αποστασιοποίηση».
Αντίθετα, συνεχίζει, οι μαθητές και οι μαθήτριες συμμετέχουν πιο ενεργά, εκφράζονται με μεγαλύτερη άνεση και αναπτύσσουν αυτοπεποίθηση, όταν η μητρική τους γλώσσα αναγνωρίζεται και αξιοποιείται στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ως τέτοιο παράδειγμα αναφέρει το Διαπολιτισμικό Σχολείο Παλαιού Φαλήρου, «όπου ήταν εμφανές ότι τα παιδιά άνθιζαν όταν μπορούσαν να χρησιμοποιούν τη γλώσσα τους χωρίς να δέχονται περίεργα βλέμματα ή παρατηρήσεις να σταματήσουν να εκφράζονται σε αυτήν. Εκεί, η αποδοχή δημιούργησε κλίμα εμπιστοσύνης, συμμετοχής και δημιουργικότητας».
Η πεισματική άρνηση του κράτους
Διαβάζοντας για το Διαπολιτισμικό Σχολείο Παλαιού Φαλήρου, φαντάστηκα –λανθασμένα, όπως αποδείχτηκε– ότι η διαπολιτισμική εκπαίδευση είναι παγιωμένη σε δομές και σχολεία προσφύγων. «Στο ελληνικό σχολείο, επίσημα, όχι» λέει η κ. Καραγιάννη. «Το κράτος δεν “αγγίζει” καν το θέμα. Το να διδάσκεται η μητρική γλώσσα των μαθητών δεν υφίσταται ούτε ως υπόθεση. Είναι μία γκρίζα συζήτηση που η ελληνική πολιτεία αποφεύγει να κάνει. Πιστό στην εθνοκεντρική του ταυτότητα, επιμένει στις παραδοσιακές και πιο συντηρητικές προσεγγίσεις».
«Η αναγκαιότητα της διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας παράλληλα με τη γλώσσα της χώρας υποδοχής των παιδιών προσφύγων υιοθετήθηκε και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, χωρίς όμως να εφαρμοστεί ποτέ στην Ελλάδα», συμπληρώνει η κ. Μπαρδάνη, «με εξαίρεση το εγχείρημα της υλοποίησης δίγλωσσων δράσεων και διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας των μαθητών (αλλά και της ελληνικής στους γονείς τους), στο 132ο δημοτικό σχολείο Αθήνας, με τα θετικά αποτελέσματα που έφερε σε όλη τη σχολική κοινότητα αλλά και τις ποινικές διώξεις των εκπαιδευτικών που ακολούθησαν» (σ.σ. για τη μήνυση και ποινική δίωξη που είχε ασκηθεί εναντίον της Στέλλας Πρωτονοταρίου για τις διαπολιτισμικές δράσεις με παιδιά μεταναστών).
Όπως αναφέρει η κ. Φαραώ, «προβάλλεται συχνά το επιχείρημα ότι η έμφαση πρέπει να δοθεί αποκλειστικά στην εκμάθηση της ελληνικής για λόγους "ένταξης". Ωστόσο, η απουσία της μητρικής γλώσσας τείνει να προωθεί την αφομοίωση και όχι την ουσιαστική ένταξη. Η ένταξη προϋποθέτει αμοιβαίο σεβασμό και αναγνώριση της διαφορετικότητας».
Η μοναδική φορά, θυμάται η κ. Καραγιάννη, που το Υπουργείο Παιδείας ήταν θετικό στο να υποστηρίξει τα παιδιά-μετανάστες με τη μητρική τους γλώσσα ήταν το 2016-2017, οπότε και σχεδιάστηκε το πρόγραμμα ένταξης των παιδιών προσφύγων που τότε έρχονταν μαζικά στο ελληνικό σχολείο. «Δυστυχώς, το εγχείρημα δεν προχώρησε, καθώς δεν ήταν εύκολο σε τέτοια πίεση χρόνου να αναζητηθούν άτομα με πιστοποιημένη εκπαίδευση στην διδασκαλία μητρικών γλωσσών όπως τα αραβικά, τα φαρσί, κ.ά. Για να καλυφθεί η ανάγκη, είχε επιτραπεί τότε η είσοδος στις τάξεις ΔΥΕΠ, στους γονείς των μαθητών όπου και με την παρουσία τους και τη χρήση της μητρικής υποστήριξαν το έργο των εκπαιδευτικών».
«Στην Ελλάδα, δυστυχώς, παραμένει ταμπού», τονίζει για την ενσωμάτωση της μητρικής γλώσσας των παιδιών μεταναστευτικής καταγωγής στην εκπαιδευτική διαδικασία. «Όχι μόνο για τις εθνικές γλώσσες αλλά και για τις ντοπιολαλιές και διαλέκτους, όπως η Ρομανί, και κάθε πολιτισμικό στοιχείο που διαφέρει, φαίνεται πως δεν υπάρχει χώρος στο επίσημο αναλυτικό πρόγραμμα της χώρας μας».
Σε άλλες δυτικές χώρες, εξηγεί, είναι αδιαπραγμάτευτη εκπαιδευτική αρχή. «Σε χώρες, όπως στη Γερμανία, ανάλογα με τις ανάγκες του τοπικού μαθητικού πληθυσμού, μπορεί να διατίθενται και τα αντίστοιχα μαθήματα μητρικής γλώσσας. Για παράδειγμα, στο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας, το Υπουργείο παιδείας προσφέρει κάθε χρόνο μαθήματα σε 30 διαφορετικές μητρικές γλώσσες και διαλέκτους, σε περίπου 100.000 νεοεισερχόμενους αλλόγλωσσους μαθητές.
»Στην Ελλάδα, εάν συμβεί κάποια εφαρμογή, γίνεται κατ' εξαίρεση και μετά από πρωτοβουλία εκπαιδευτικών, συνήθως εκτός ωραρίου και αναλυτικού προγράμματος, με ένα συνεχές άγχος μήπως βρεθούν “μπλεγμένοι”. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα στο παρελθόν όπου εκπαιδευτικοί κατηγορήθηκαν ως “ανθέλληνες” από γονείς, επειδή τόλμησαν να αναρτήσουν μια ζωγραφιά με την αλβανική ή τη βουλγαρική σημαία δίπλα στην Ελληνική στον πίνακα ανακοινώσεων στα πλαίσια κάποιας εργασίας».
Η ΜΗΤΡΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΕΙΛΗ, ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΘΕΣΜΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ
Ο εθελοντισμός δεν αντικαθιστά την κρατική ευθύνη
Εκπαιδευτικοί και εθελοντές στηρίζουν τη διαπολιτισμική εκπαίδευση στη χώρα μας. «Οι σύγχρονοι Έλληνες εκπαιδευτικοί όλο και πιο πολύ τολμούν να φέρνουν σε ορατότητα τις γλώσσες των μαθητών, δημιουργούν έντυπα, επιγραφές, λεξικά, διοργανώνουν γιορτές, χρησιμοποιούν μουσικές, κινηματογράφο, ποίηση, κ.ά., στις μητρικές γλώσσες, συχνά με άγχος μήπως και κάποιος γονέας ενοχληθεί», λέει η κ. Καραγιάννη.
«Τέτοιες πρωτοβουλίες βοηθάνε το παιδί φυσικά να αναπτυχθεί γλωσσικά, βοηθούν τους γονείς να συμμετέχουν ενεργά στην διαδικασία της εκπαίδευσης και της ένταξης, αλλά ακόμη εξοικειώνουν και τα υπόλοιπα μέλη της σχολικής κοινότητας, με τις γλώσσες των συμμαθητών ως κάτι κανονικό πέρα από στερεότυπα που τρομάζουν και αποξενώνουν».
Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΕΙΝΕΙ ΝΑ ΠΡΟΩΘΕΙ ΤΗΝ ΑΦΟΜΟΙΩΣΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΝΤΑΞΗ. Η ΕΝΤΑΞΗ ΠΡΟΫΠΟΘΕΤΕΙ ΑΜΟΙΒΑΙΟ ΣΕΒΑΣΜΟ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ.
Όσον αφορά την εθελοντική υποστήριξη, θεωρεί πως είναι περιορισμένη. «Και όταν προσφέρεται από οργανώσεις εκτός σχολείου, γίνεται αποκομμένα από την σχολική διαδικασία, από άτομα που δεν γνωρίζουν το ελληνικό σχολείο και χωρίς την επίγνωση πως η διδασκαλία της μητρικής διευκολύνει στην κοινωνική ένταξη. Εμείς, που εργαζόμαστε στο προσφυγικό τη τελευταία δεκαετία, έχουμε παρατηρήσει πως, κατά καιρούς, λειτουργούν παράλληλα κάποιοι χώροι-σχολεία από εθελοντικές και μη ομάδες, που διδάσκουν την μητρική γλώσσα των παιδιών.
Είναι θετικό, όμως συχνά λειτουργούν ανταγωνιστικά απέναντι στο σχολείο και όχι με όρους ένταξης. Ως συνέπεια, πολλές οικογένειες μπερδεύονται, αφού τους δημιουργείται η αντίληψη πως πρόκειται για ένα ακόμη σχολείο που έχουν να επιλέξουν. Συνήθως αυτά τα προγράμματα είναι πιο ανοιχτά, δεν έχουν κανονισμούς και ρουτίνες και ίσως να γίνονται και πιο θελκτικά αφού βολεύουν στο ωράριο των εργαζόμενων γονέων. Ένα μέρος της σχολικής διαρροής σε μεταναστευτικούς πληθυσμούς ίσως να οφείλεται και σε αυτές τις πρωτοβουλίες».
Η κ. Φαραώ είναι κατηγορηματική. «Ο εθελοντισμός μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά ή συμπληρωματικά, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει μια θεσμικά οργανωμένη και σταθερή πολιτική. Η εκπαίδευση στη μητρική γλώσσα απαιτεί συνέχεια, επαγγελματισμό και κρατική ευθύνη. Απαιτείται σαφής εφαρμογή και διεύρυνση της υπάρχουσας νομοθεσίας, ενίσχυση των σχολείων, επιμόρφωση εκπαιδευτικών στη διαπολιτισμική εκπαίδευση και πρόβλεψη για διδασκαλία μητρικών γλωσσών με θεσμική ευθύνη και σταθερότητα».
Τις ρωτώ, λοιπόν, ποιο θα ήταν το μήνυμά τους προς τους εκπαιδευτικούς. «Να είναι θαρραλέοι. Να μην ξεχάσουν το όραμά τους. Ο εκπαιδευτικός έχει και έναν κοινωνικό ρόλο να εκπληρώσει», μου λέει η κ. Καραγιάννη. «Και πως, για κάποια παιδιά, θα είναι ίσως η μοναδική ευκαιρία στη ζωή τους να έχουν δίπλα τους ένα άτομο που θα τα νοιαστεί και θα τα αγαπήσει».
Η κ. Φαραώ τους προτρέπει «να αξιοποιούν τη μητρική γλώσσα ως μαθησιακό πόρο, να ενθαρρύνουν τους μαθητές και τις μαθήτριες να μοιράζονται γλωσσικές και πολιτισμικές εμπειρίες και να συνεργάζονται στενά με τις οικογένειες».
Τι χρειάζεται μια ρεαλιστική πολιτική πολυγλωσσικής εκπαίδευσης;
Για την κ. Φαραώ, είναι σημαντικό να υπάρξουν πιλοτικά προγράμματα, συνεργασία με γλωσσικές κοινότητες, αξιοποίηση διαπολιτισμικών μεσολαβητών και ένταξη στοιχείων των μητρικών γλωσσών στο καθημερινό σχολικό πρόγραμμα.
Για την κ. Καραγιάννη, θα πρέπει, καταρχάς, να δοθεί το πράσινο φως στους εκπαιδευτικούς, με αλλαγή της νομοθεσίας και του αναλυτικού προγράμματος σπουδών, όπου θα περιγράφεται ξεκάθαρα και χωρίς παραθυράκια για άλλες ερμηνείες, πως «ήρθε η ώρα να επιτρέψουμε στα σχολεία μας να είναι πολυγλωσσικά και πολυπολιτισμικά. Πρακτικά είναι ήδη, αλλά έχει περάσει πως αυτά τα σχολεία είναι τα "κακά" σχολεία. Δεν ισχύει αυτό φυσικά.
»Η πολυχρωμία στα σχολεία και στις κουλτούρες του σχολείου δημιουργεί ανεκτικούς πολίτες, σύγχρονους, ανοιχτόμυαλους, έξυπνους γιατί εξοικειώνονται με πολλαπλά ερεθίσματα, εξοικειωμένους σε τέχνες πέρα από τα συνηθισμένα, φτιάχνει παιδιά-Πολίτες του Κόσμου, να μην φοβούνται να πλησιάσουν τον Ξένο, να μπορούν να δουν τους εαυτούς τους με παρρησία σε περιβάλλοντα και εκτός συνόρων της χώρας τους. Τα πολυγλωσσικά σχολεία είναι τα Δημοκρατικά σχολεία. Το να γίνουν διορισμοί εκπαιδευτικών μητρικών γλωσσών φυσικά θα ήταν το ιδανικό αλλά ουτοπικό για την Ελλάδα, με ένα φτωχικό εκπαιδευτικό σύστημα που συντηρείται με τον θεσμό των αναπληρωτών εκπαιδευτικών».
Η ΠΟΛΥΧΡΩΜΙΑ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΣΧΟΛΙΚΕΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΑΝΕΚΤΙΚΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ, ΣΥΓΧΡΟΝΟΥΣ ΚΑΙ ΑΝΟΙΧΤΟΜΥΑΛΟΥΣ. ΦΤΙΑΧΝΕΙ ΠΑΙΔΙΑ - ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ.
Τι θα πρέπει να κάνουν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής;
- «Να ακούσουν τους εκπαιδευτικούς και να τους εμπιστευτούν. Οι καινοτομίες συμβαίνουν ήδη στο ελληνικό σχολείο αλλά χρειάζεται κάποιος να της καταγράψει και να της κεφαλαιοποιήσει. Όλα τα σημαντικά εκπαιδευτικά προγράμματα, όπως για παράδειγμα το Φινλανδικό, συνέβησαν σε μία τάξη, σε ένα σχολείο, από κάποιον εκπαιδευτικό και μετά εφαρμόστηκαν στο αναλυτικό πρόγραμμα της χώρας», λέει η κ. Καραγιάννη.
- «Να τηρηθεί ο υφιστάμενος κανονισμός που προβλέπει τη θέση της μητρικής γλώσσας στη διαπολιτισμική εκπαίδευση και να διευρυνθεί, ώστε να εφαρμόζεται σε όλα τα σχολεία και σε όλες τις δομές φιλοξενίας. Η μητρική γλώσσα δεν είναι απειλή· είναι δικαίωμα, πολιτισμικός πλούτος και παιδαγωγικό εργαλείο που αξίζει θεσμική αναγνώριση. Μια δίκαιη εκπαιδευτική πολιτική δεν ζητά από τα παιδιά να ξεχάσουν ποια είναι για να μάθουν», προσθέτει η κ. Φαραώ.
«Η διαπολιτισμική εκπαίδευση δεν επαρκεί εφόσον μένει μόνο στη δυνατότητα εγγραφής των μαθητών προσφύγων στο ελληνικό σχολείο και στην εκμάθηση της ελληνικής», καταλήγει η κ. Μπαρδάνη. «Ισότιμη ένταξη και ίσες ευκαιρίες θα σήμαινε τη δημιουργία ενός πολυγλωσσικού περιβάλλοντος, που θα λαμβάνει υπόψη του και θα αξιοποιεί το γλωσσικό και πολιτισμικό υπόβαθρο όλων των μαθητών, διδάσκοντάς τους τη μητρική τους γλώσσα, θα τους συμπεριλαμβάνει σε όλες τις δράσεις και θα διασφαλίζει τη συμμετοχή σε όλα τα γνωστικά αντικείμενα και την αλληλεπίδραση με τους συμμαθητές τους».