ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΗ Η ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ ΖΗΤΑ ΝΑ ΜΗΝ ΛΕΜΕ ΠΑΝΤΑ ΠΩΣ ΝΙΩΘΟΥΜΕ;
Είναι σημαντικό να μπορούμε να καταλαβαίνουμε και να εκφράζουμε πώς νιώθουμε, αλλά μερικές φορές είναι σημαντικότερο να ακούμε πρώτα τι συμβαίνει στο μυαλό του άλλου.
Πολλές φορές έχουμε μιλήσει για τη συναισθηματική νοημοσύνη ως πολύτιμο προσόν των επιτυχημένων ανθρώπων, τόσο σε προσωπικό όσο και σε συναισθηματικό επίπεδο. Ακόμα κι αν για κάποιον δεν αποτελεί εγγενές χάρισμα, το να μπορεί να κάνει μια σε βάθος συζήτηση και να ακούσει πραγματικά είναι ο μόνος τρόπος για να προχωρήσει τη σχέση με τον άλλον αρμονικά. Όπως επισημαίνουν ειδικοί, το πρώτο βήμα της καλής και με ενσυναίσθηση επικοινωνίας είναι το να μπορούμε να λέμε πώς νιώθουμε.
Δεν θα περίμενα ποτέ να ακούσω κάτι διαφορετικό, μέχρι τη στιγμή που έπεσα πάνω σε ένα άρθρο της κοινωνικής ψυχολόγου Tessa West, η οποία έχει αφιερώσει πολλά χρόνια βοηθώντας ανθρώπους να διαχειρίζονται διαπροσωπικές συγκρούσεις. Όπως έχει διαπιστώσει, «η συναισθηματική νοημοσύνη δεν αφορά μόνο το να είσαι καλός στην έκφραση και την ανάγνωση συναισθημάτων, αλλά και το να ξέρεις πότε να μιλάς γι’ αυτά – και πότε όχι».
Μάλιστα, επισημαίνει ότι μερικές φορές συναισθηματική νοημοσύνη είναι το να συγκρατούμαστε από το να πούμε σε κάποιον πώς μας έκανε να νιώσουμε. Και έχει ενδιαφέρον να μάθεις γιατί.
Μερικές φορές το ζητούμενο δεν είναι αυτό που νιώθουμε
Όπως εξηγεί η West, πολλές φορές επικεντρωνόμαστε στο πώς νιώσαμε για κάτι που είτε μας στενοχώρησε είτε μας θύμωσε, χωρίς να κοιτάξουμε τη μεγάλη εικόνα. Για παράδειγμα: Στεναχωρήθηκες γιατί μια συνάδελφος έκανε πάρτι και δεν κάλεσε; Ίσως να μην κάλεσε πολλά άτομα από τη δουλειά και να είχε λόγους (π.χ. οικονομικούς). Θύμωσες γιατί ο διευθυντής σου διέκοψε αυτό που έλεγες στο μίτινγκ και ένιωσες ότι δεν σε σέβεται; Μπορεί το μίτινγκ να είχε ήδη τραβήξει πάρα πολύ χρονικά και να έπρεπε να τελειώσει.
Το ίδιο ισχύει και στις πολύ προσωπικές σχέσεις: Μερικές φορές ένα ζευγάρι έχει μια έντονη διαφωνία επειδή ο καθένας βλέπει διαφορετικά το ίδιο γεγονός. Όμως αντί να βάλουν κάτω βήμα-βήμα το γεγονός, εμμένουν στο πώς ένιωσαν.
Η West προτείνει αντί να ξεκινάμε να «ξεφορτώνουμε» στον άλλον το πώς νιώθουμε για κάτι που συνέβη, να προσπαθήσουμε να συζητήσουμε μαζί του τα γεγονότα. Να πούμε π.χ. «τις προάλλες θυμάμαι να συνέβη αυτό – θυμάσαι κι εσύ το ίδιο πράγμα;» και να δώσουμε έμφαση στις λεπτομέρειες, π.χ. να ακούσουμε τον διευθυντή, αν μας πει ότι 5 λεπτά μετά το κλείσιμο του μίτινγκ είχε ένα πολύ σοβαρό ραντεβού.
Η απάντηση που δίνουμε στο «γιατί» πολλές φορές είναι λάθος
Μερικές φορές μας «βγαίνει» φυσικά το να εξηγήσουμε γιατί κάποιος έκανε κάτι. Το χειρότερο είναι όταν αυτές οι εξηγήσεις ακολουθούνται από χαρακτηρισμούς ή αόριστες υποθέσεις, για παράδειγμα «δεν μας κάλεσε στο πάρτι της γιατί είναι ξινή» ή «για να με διακόπτει την ώρα που μιλάω θα είναι μισογύνης».
Γιατί σκεφτόμαστε έτσι; Η West λέει πως έχει να κάνει με το πώς νιώθουμε για το άλλο άτομο:
- Αν το εμπιστευόμαστε, οι εξηγήσεις που θα δώσουμε ακόμα και για τη δυσάρεστη συμπεριφορά θα είναι θετικές.
- Αν δεν το εμπιστευόμαστε αλλά μας αρέσει ή είμαστε ερωτευμένοι, θα επιλέξουμε την αρνητική εξήγηση, αλλά θα την περιορίσουμε στο συγκεκριμένο συμβάν οπότε δεν θα είναι καταδικαστική.
- Αν ούτε εμπιστευόμαστε ούτε μας αρέσει ο άλλος, θα βγάλουμε χωρίς πολλή σκέψη το χειρότερο δυνατό συμπέρασμα.
ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΜΟΝΟ ΝΑ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΕΚΦΡΑΖΕΙΣ ΤΟ ΠΩΣ ΝΙΩΘΕΙΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ ΠΟΤΕ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ.
Αν μας ενδιαφέρει να επανορθώσουμε τη σχέση μας με τον άλλον, μπορούμε να πούμε κάτι όπως «έβγαλα κάποια συμπεράσματα για τους λόγους που έκανες ό,τι έκανες, αλλά θα ήθελα να ακούσω και τη δική σου μεριά» ή «εγώ συμπέρανα ότι με διέκοψες ενώ μιλούσα γιατί δεν με σέβεσαι, θα ήθελα όμως να μου διευκρινίσεις γιατί πραγματικά το έκανες».
Το να παραδεχτείς ότι έβγαλες ένα συμπέρασμα σηκώνει μεγάλη κουβέντα. Το ίδιο όμως μπορεί να συμβεί όταν δίνεις χώρο στον άλλον για τη δική του εξήγηση, η οποία μπορεί να σου αποκαλύψει πράγματα που δεν έχει καν φανταστεί:
- Ένα γεγονός που προηγήθηκε, για το οποίο δεν είχες ιδέα.
- Το γεγονός ότι κάτι που εσύ εξέλαβες ως προσβολή ήταν στην πραγματικότητα ένα «πείραγμα», ίσως άστοχο, αλλά καλοπροαίρετο.
- Μία εντελώς προσωπική σου πεποίθηση που ο άλλος δεν την έχει, π.χ. εσύ θα καλούσες όλους τους συναδέλφους στο πάρτι σου, είτε σου έφταναν τα χρήματα είτε όχι. Δεν συμφωνούν, όμως, όλοι με αυτό.
Όπως καταλήγει η West, «αντιστάσου στον πειρασμό να αποδείξεις στον άλλον ότι η εξήγηση που σου δίνει είναι ανεπαρκής ή δεν σε καλύπτει –π.χ. και την περασμένη εβδομάδα είχε καθυστερήσει πολύ το μίτινγκ, αλλά δεν διέκοψες κανέναν– και κράτα στο μυαλό σου ότι στόχος σου είναι να λήξεις μια διαφωνία, όχι να την κερδίσεις».
Αυτό που νιώθουμε μπορεί να αλλάξει όταν έχουμε την πλήρη εικόνα
Το πιθανότερο είναι ότι αν καταφέρεις να κάνεις τα δύο πρώτα βήματα, θα έχεις ήδη δημιουργήσει στο μυαλό σου ένα πλαίσιο που ίσως αλλάξει τα αρχικά σου συναισθήματα. Έχει νόημα στο σημείο αυτό να κάνεις μια παύση και να αναρωτηθείς: Τώρα που καταλαβαίνω περισσότερα, πώς νιώθω για όλο αυτό;
Και ίσως συνειδητοποιήσεις πως η διαδικασία όχι μόνο του να εξηγείς στον άλλον τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι σου αλλά και να ακούς τι συμβαίνει στο δικό του είναι αυτή που θα κάνει τη σχέση σας –ό,τι σχέση κι αν είναι αυτή– πιο δυνατή.