CAREFULL: ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΜΦΥΛΟ ΧΑΣΜΑ ΣΤΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ
Μια θεατρική παράσταση φωτίζει την αόρατη, έμφυλη εργασία που συχνά συνοδεύει τη φροντίδα και ανοίγει τον διάλογο για την ευθύνη, την εξάντληση και τη δυνατότητα μιας πιο συλλογικής ζωής.
Έχει φύλο η φροντίδα; Αν όχι, γιατί εξακολουθεί να βαραίνει σχεδόν αυτονόητα τις ζωές των γυναικών; Το CAREFULL είναι μια συμμετοχική θεατρική παράσταση που εξετάζει το ερώτημα, φέρνοντας στο φως την αόρατη, απλήρωτη και συστηματικά υποτιμημένη εργασία που συντηρεί την ίδια τη ζωή.
Μέσα από την ιστορία δύο αδελφών, της Ζωής και της Δώρας, παρακολουθούμε πώς από την παιδική ηλικία έως την ενηλικίωση η φροντίδα εγγράφεται στα σώματα, στις επιλογές και στα όρια των γυναικών, σε μια Ελλάδα σημαδεμένη από κρίση, πανδημία και διαρκή επισφάλεια.
Το CAREFULL δεν μένει στη διαπίστωση της αδικίας, αλλά καλεί το κοινό να παρέμβει ενεργά, να δοκιμάσει άλλες εκβάσεις και να φανταστεί μια κοινωνία όπου η φροντίδα δεν είναι γυναικείο καθήκον, αλλά κοινή ευθύνη.
Με αφορμή τις παραστάσεις που ξεκινούν από την Αθήνα (17-18/01, στις 20.00, στο Θέατρο 104), η εκπαιδεύτρια και ερευνήτρια Φύλου και Φεμινισμού Κατερίνα Σεργίδου, από το Κέντρο Διοτίμα, και η σκηνοθέτιδα Χριστίνα Κρίθαρη, έκατσαν απέναντί μου και απάντησαν σε όλες μου τις ερωτήσεις.
– Πόσο απλή είναι τελικά η ερώτηση «Έχει φύλο η φροντίδα;» Τι απάντηση θα δίνατε σήμερα;
Κατερίνα Σεργίδου: Φυσικά και η φροντίδα έχει φύλο. Αυτή η ερώτηση τέθηκε και απαντήθηκε από τον φεμινισμό από τη δεκαετία του ’70, όταν οι γυναίκες ζητούσαν μισθό για την οικιακή εργασία. Αν απαντούσαμε παλαιότερα, θα μπορούσαμε να πούμε πως η φροντίδα είναι γένους θηλυκού. Μέχρι και σήμερα, εκατομμύρια γυναίκες σε όλο τον κόσμο θεωρούνται υπεύθυνες για την φροντίδα.
Τις τελευταίες δεκαετίες, η απάντηση έρχεται να συμπεριλάβει νέες κοινωνικές κατηγορίες στη βεντάλια που ονομάζουμε φύλο. Οι γυναίκες που φροντίζουν ή τις αφορά η φροντίδα μπορεί να είναι φυλετικοποιημένες, ΛΟΑΤΚΙ+, ανάπηρες, προσφύγισσες, μετανάστριες, φτωχές. Για μεγαλύτερη ακρίβεια, λοιπόν, θα λέγαμε ότι η φροντίδα είναι θηλυκοποιημένη και επιπλέον αποτελεί εργασία, παρά τα συναισθήματα αγάπης που μπορεί να τη συνοδεύουν. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η φροντίδα παραμένει αόρατη. Οι γυναίκες, με όλη τη διαφορετικότητα που φέρνει ο όρος, για αιώνες έχουν επωμιστεί τις ευθύνες της και έχουν αναπτύξει τις δεξιότητες και τα συναισθήματα για να το κάνουν αποτελεσματικά.
Και τι ονομάζουμε φροντίδα; Κάθε δραστηριότητα που είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της ζωής, δηλαδή την ανατροφή των παιδιών, το μαγείρεμα και τις οικιακές εργασίες, την ψυχολογική και συναισθηματική υποστήριξη των μελών μιας οικογένειας ή μιας ομάδας, ή την οικιακή εργασία με μισθό. Η φροντίδα μπορεί να είναι απλήρωτη και εθελοντική και να αφορά την οικιακή σφαίρα και τον στενό πυρήνα μιας οικογένειας. Μπορεί, όμως, να αφορά και την εργασία των οικιακών εργαζόμενων, των φροντιστριών και κάθε δραστηριότητα και διαδικασία που αφορά τον ιδιωτικό, δημόσιο ή και εργασιακό βίο που υποστηρίζει τη ζωή σε όλες της τις εκφράσεις. Κι όταν λέμε υποστηρίζει, δεν εννοούμε απλώς την επιβίωση, αλλά και τη ζωή με αξιοπρέπεια.
– Τι δείχνουν τα διαθέσιμα στοιχεία για το βάρος της φροντίδας που επωμίζονται οι γυναίκες στην Ελλάδα;
Κατερίνα Σεργίδου: Στοιχεία που αναφέρονται ρητά στην έννοια της φροντίδας αρχίζουμε να έχουμε μετά την πανδημία και τον Covid 19. Η πανδημία ανέδειξε τη φροντίδα ως μια από τις πιο βασικές διαδικασίες διατήρησης της ζωής και αύξησε τις ευθύνες φροντίδας για τα νοικοκυριά. Γι' αυτό και οι ευρωπαϊκές πολιτικές με συστηματικό τρόπο (αλλά και με αρκετά κενά) αρχίζουν να εστιάζουν σε σχετικές πολιτικές, διαμορφώνοντας το πλαίσιο για την Ευρωπαϊκή Στρατηγική για τη φροντίδα.
Όπως σημειώνουμε και στην Έκθεση για το Έμφυλο Χάσμα της Φροντίδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ελλάδα, «την περίοδο της πανδημίας, οι μη αμειβόμενες εισφορές των γυναικών στη φροντίδα ισοδυναμούσαν με το 2,35% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ενώ κατά μέσο όρο οι γυναίκες δαπανούσαν 4,1 ώρες ημερησίως για άμισθη εργασία, έναντι 1,7 ωρών που δαπανούσαν οι άνδρες». Επίσης, περίπου το ένα τρίτο των ανδρών και των γυναικών συμμετέχουν στην παροχή μακροχρόνιας φροντίδας.
Από την άλλη, στις οικιακές εργασίες συμμετέχει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών, ενώ είναι υψηλότερο το ποσοστό ανδρών που αναφέρει ότι συμμετέχει στη φροντίδα παιδιών κάτω των 12 ετών και σε δραστηριότητες αναψυχής τουλάχιστον 1 ημέρα την εβδομάδα. Επιπλέον, η Ελλάδα κατατάσσεται πρώτη μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών στο ποσοστό των ατόμων που παρέχουν άτυπη φροντίδα σε εβδομαδιαία βάση. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που αναδεικνύονται νέες κοινοτικές πρακτικές φροντίδας οι οποίες στηρίζονται στην αλληλεγγύη, τη φεμινιστική φροντίδα και την κοινωνική αντίσταση, ως εναλλακτικοί τρόποι οργάνωσης της ζωής.
– Ποια στερεότυπα για τη φροντίδα θεωρείτε ότι είναι πιο δύσκολο να σπάσουν;
Κατερίνα Σεργίδου: Την αόρατη εργασία της φροντίδας έρχονται να δικαιολογήσουν ή να διαιωνίσουν τα έμφυλα στερεότυπα, τα οποία εν ολίγοις στηρίζονται σε βιολογισμούς που υποστηρίζουν ότι είναι στη φύση των γυναικών να φροντίζουν. Ίσως αυτή η πεποίθηση είναι και η πιο διαδεδομένη κοινωνικά και εμπεδωμένη από πολλές γυναίκες. Τα στερεότυπα μπορούν να σπάσουν μέσα από την ενημέρωση, τη συνεχή έρευνα, δράσεις συνηγορίας αλλά και την προβολή εναλλακτικών παραδειγμάτων φροντίδας.
– Υπάρχει κάτι που σας συγκλόνισε ή σας αιφνιδίασε κατά τη διάρκεια της έρευνας για την παράσταση;
Χριστίνα Κρίθαρη: Αυτό που μας συγκλόνισε περισσότερο ήταν η έντονη ομοιομορφία των αφηγήσεων πάνω στις οποίες βασίστηκε η δραματουργία. Η παράσταση Carefull βασίστηκε σε μαρτυρίες άτυπων φροντιστριών και φροντιστών από έξι διαφορετικά, μεγάλα και μικρά αστικά κέντρα της Ελλάδας. Παρά τις κοινωνικές ή γεωγραφικές διαφορές των συμμετεχουσών/ντών, επανερχόταν σταθερά η ίδια εμπειρία: η δυσανάλογη πίεση που ασκείται στις γυναίκες να αναλαμβάνουν τη φροντίδα σε κάθε επίπεδο της ζωής.
Μας αιφνιδίασε επίσης το πόσο δύσκολη είναι για τις ίδιες η αυτοφροντίδα, ενώ διαρκώς αναλαμβάνουν την ευθύνη της φροντίδας για όλους και όλα. Μέσα από αυτή τη διαδικασία διερευνήσαμε την έννοια της «φροντίδας εαυτής» και διαπιστώσαμε ότι το αντίθετό της δεν είναι απαραίτητα η απουσία φροντίδας, αλλά καταστάσεις και σχέσεις που μοιάζουν ασφαλείς, και τελικά εγκλωβίζουν τις γυναίκες και αναπαράγουν τις ίδιες ανισότητες.
ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ, ΟΙ ΜΗ ΑΜΕΙΒΟΜΕΝΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΤΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΙΣΟΔΥΝΑΜΟΥΣΑΝ ΜΕ ΤΟ 2,35% ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΑΕΠ, ΕΝΩ ΚΑΤΑ ΜΕΣΟ ΟΡΟ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΟΥΣΑΝ 4,1 ΩΡΕΣ ΗΜΕΡΗΣΙΩΣ ΓΙΑ ΑΜΙΣΘΗ ΕΡΓΑΣΙΑ, ΕΝΑΝΤΙ 1,7 ΩΡΩΝ ΠΟΥ ΔΑΠΑΝΟΥΣΑΝ ΟΙ ΑΝΔΡΕΣ.
– Το κοινό καλείται να παρέμβει στην ιστορία. Τι προκύπτει από αυτή τη συμμετοχή;
Χριστίνα Κρίθαρη: Η συμμετοχή του κοινού μετατρέπει την παράσταση σε μια ζωντανή διαδικασία συλλογικής σκέψης. Στην αρχική ιστορία, δύο αδελφές έχουν ακολουθήσει φαινομενικά διαφορετικούς δρόμους. Η μία έχει παντρευτεί και έχει γίνει μητέρα δύο παιδιών, ενώ η άλλη έχει επενδύσει στην επαγγελματική της κατάρτιση και στα ταξίδια. Παρ’ όλα αυτά, και οι δύο καλούνται να αντιμετωπίσουν το ίδιο κρίσιμο δίλημμα: την επιλογή ανάμεσα στην ασφάλεια –συναισθηματική ή οικονομική– και την προσωπική τους αυτοπραγμάτωση.
Οι πιέσεις που ασκούνται πάνω τους καθιστούν τις παρεμβάσεις του κοινού μια κοινή διαδρομή προς λύσεις που δεν έχουν ακόμη εφευρεθεί ή συλλογικά οικειοποιηθεί από τις ελληνικές κοινότητες. Το οξύμωρο είναι ότι, ενώ οι ιστορίες είναι βαθιά οικείες και αναγνωρίσιμες, οι απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει η παράσταση και οι διέξοδοι από τα αδιέξοδα των πρωταγωνιστριών δεν προκύπτουν αβίαστα, ειδικά όταν πρόκειται για λύσεις που ξεπερνούν το ατομικό επίπεδο και αγγίζουν την κοινωνική ευθύνη και τον ρόλο της Πολιτείας.
– Ποια είναι η πιο δυνατή στιγμή που έχετε ζήσει με αφορμή την παράσταση μέχρι τώρα;
Χριστίνα Κρίθαρη: Κατά τη διαδικασία των προβών είχαμε την απορία κατά πόσο το κοινό θα μπορούσε να ταυτιστεί με τη δραματουργική προσέγγιση της παράστασης στα ζητήματα της φροντίδας. Αυτό που μας ξάφνιασε ήταν το πόσο άμεσα και βαθιά συνέβη αυτή η ταύτιση. Για παράδειγμα, σε κάθε παράσταση που παίζεται σε Λύκεια υπάρχει το σχόλιο «αυτή είμαι εγώ» από έφηβες, όταν παρακολουθούν τις σκηνές όπου η Ζωή προσπαθεί μάταια να διαμορφώσει «μη παραδοσιακά συμβόλαια» που να της εξασφαλίζουν συναισθηματική ασφάλεια μέσα στη συντροφική της σχέση.
Βέβαια, αυτό που μας συγκλονίζει κάθε φορά είναι πόσο αναγνωρίσιμη είναι μια συμβολική σκηνή που αφορά την κρίση πανικού της Δώρας, της συζύγου και μητέρας, και η συνειδητοποίηση του πόσο κοινή και διαδεδομένη εμπειρία είναι πλέον αυτή για πολλές γυναίκες. Εκεί, γίνεται σαφές ότι η παράσταση δεν αγγίζει μόνο ατομικές ιστορίες, αλλά ένα συλλογικό βίωμα που συχνά μένει αόρατο.
– Πώς βλέπετε το ρόλο του θεάτρου σε θέματα ισότητας και έμφυλων σχέσεων σήμερα στην Ελλάδα;
Χριστίνα Κρίθαρη: Φαίνεται να παίζει έναν κρίσιμο ρόλο στα ζητήματα ισότητας και έμφυλων σχέσεων, ακριβώς επειδή λειτουργεί ως χώρος δημόσιου διαλόγου εκεί όπου ο θεσμικός λόγος συχνά καθυστερεί ή αποσιωπάται. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σαφής στροφή της θεατρικής δημιουργίας προς θεματικές που αφορούν την έμφυλη βία, τη φροντίδα, την εργασία, τη μητρότητα, τις ανισότητες στις σχέσεις και τη σιωπηλή κανονικοποίηση της γυναικείας εξάντλησης.
Το θέατρο έχει τη δυνατότητα να μετατρέπει τα «ατομικά» βιώματα σε συλλογική εμπειρία, να τα ορατοποιεί χωρίς να τα απλοποιεί και να δημιουργεί έναν ασφαλή χώρο αναγνώρισης και αμφισβήτησης. Σε μια κοινωνία όπου οι έμφυλοι ρόλοι εξακολουθούν να αναπαράγονται έντονα μέσα στην οικογένεια, την εργασία και την καθημερινότητα, το θέατρο δεν προσφέρει έτοιμες λύσεις, αλλά καλλιεργεί κάτι εξίσου σημαντικό: τη δυνατότητα να τεθούν τα σωστά ερωτήματα, να αναγνωριστούν οι αδιόρατες μορφές ανισότητας και να φανταστούμε άλλες μορφές συνύπαρξης.
– Ποιο είναι το πιο σημαντικό μάθημα που σας άφησε η διαδικασία αυτής της παράστασης;
Χριστίνα Κρίθαρη: Ότι η αλλαγή δεν προκύπτει από την αναγνώριση μόνο, αλλά από την πράξη. Ως συμμετοχική παράσταση θεάτρου φόρουμ, το Carefull λειτουργεί σαν μια πρόβα ζωής, ένας χώρος όπου οι θεάτριες/τές δεν καλούνται απλώς να κατανοήσουν μια αδικία, αλλά να δοκιμάσουν να την ανατρέψουν.
Αυτό που γίνεται ξεκάθαρο μέσα από την εμπειρία είναι ότι η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τα πρόσωπα της ιστορίας, αλλά το συλλογικό σώμα που παρακολουθεί. Η διαδικασία αναδεικνύει πόσο δύσκολο, αλλά και πόσο αναγκαίο, είναι να μετακινηθούμε από τη θέση των θεατών στη θέση των δρώντων, να αναλάβουμε ρίσκο, να φανταστούμε άλλες εκβάσεις και να αποδεχτούμε ότι καμία αλλαγή δεν έρχεται χωρίς ενεργή συμμετοχή. Αυτό το μάθημα είναι ίσως το πιο πολύτιμο αποτύπωμα που αφήνει η παράσταση.
ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΕΧΕΙ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΝΑ ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΙ ΤΑ «ΑΤΟΜΙΚΑ» ΒΙΩΜΑΤΑ ΣΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ, ΝΑ ΤΑ ΟΡΑΤΟΠΟΙΕΙ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΑ ΑΠΛΟΠΟΙΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΕΝΑΝ ΑΣΦΑΛΗ ΧΩΡΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ.
– Υπάρχουν ιστορίες πραγματικών γυναικών που σας ενέπνευσαν;
Χριστίνα Κρίθαρη: Η παράσταση είναι βαθιά εμπνευσμένη από ιστορίες πραγματικών γυναικών. Αυτές οι μαρτυρίες δεν μεταφέρθηκαν αυτούσιες στη σκηνή, αλλά διυλίστηκαν μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες των τριών γυναικών που συμμετείχαν στη δημιουργία της παράστασης και μέσα από ενσώματες πρακτικές κατά τη διάρκεια των προβών.
Για εμάς, στο θέατρο φόρουμ, έχει σημασία τα ερωτήματα που τίθενται να είναι ειλικρινή και να αφορούν πρώτα απ’ όλα εμάς τις ίδιες. Μόνο έτσι αποφεύγεται ο διδακτισμός και ανοίγει πραγματικά ο χώρος για διάλογο. Οι ιστορίες που βλέπει το κοινό στη σκηνή δεν είναι αναπαραστάσεις «άλλων» γυναικών, αλλά συμπυκνώσεις βιωμάτων που έχουμε ζήσει, αμφισβητήσει και ακόμα επεξεργαζόμαστε. Με αυτόν τον τρόπο, η παράσταση δεν προτείνει απαντήσεις, αλλά μοιράζεται ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά και κοινά.
Η παράσταση απευθύνεται σε ενήλικους και έφηβους/ες και θα παρουσιαστεί σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Καλαμπάκα, Λάρισα και Μεσσήνη. Οι ημερομηνίες θα ανακοινώνονται στις ιστοσελίδα των Κέντρο Διοτίμα και Πανελλήνιο Δίκτυο για το Θέατρο στην Εκπαίδευση TENet-Gr στο Facebook. Είσοδος ελεύθερη με κράτηση θέσης.