ΕΥΘΥΜΗΣ ΚΑΛΦΑΣ: «ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΔΕΝ ΑΚΥΡΩΝΕΙ ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ, ΤΟ ΚΑΝΕΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΙΜΟ»
Μια συζήτηση με τον Ευθύμη Κάλφα για την παράσταση Όλα Μόνοι Μας, τα όρια της σάτιρας, την ελληνική πραγματικότητα και το χιούμορ που μας κρατά όρθιους.
Τον παρακολουθώ εδώ και καιρό στα κοινωνικά δίκτυα. Αυτό που με τράβηξε στον δημοσιογράφο, ραδιοφωνικό παραγωγό και social media junkie Ευθύμη Κάλφα είναι οι ανησυχίες που φαίνεται να μοιραζόμαστε, αλλά κυρίως ο χιουμοριστικός τρόπος που τις παρουσιάζει (και που τόσο διαφέρει από τον δικό μου τον… χοντροκομμένο).
Φέτος, θα τον απολαύσουμε και στο θεατρικό σανίδι, καθώς μαζί με τον Βασίλη Καλφάκη, παρουσιάζουν την stand up επιθεώρηση Όλα Μόνοι Μας. Όπως λένε, μάλιστα, «γράψαμε, σκηνοθετήσαμε, προβάραμε, τα φώτα διορθώσαμε, χορηγούς ψάξαμε, καρέκλες κουβαλήσαμε, και τι δεν κάναμε... Γιατί όπως λέει και ο τίτλος: Όλα Μόνοι Μας. Μια φράση που πλέον στην Ελλάδα ακούγεται πιο συχνά κι από το «Μαζί τα φάγαμε».
»Όλα μόνοι μας: στις ουρές, στα γραφεία, στις ζωές μας. Δυστυχώς, κι όταν είμαστε πολλοί, πάλι κάτι μόνοι μας δεν κάνουμε; Ίσως γιατί μάθαμε να επιβιώνουμε από τύχη ή επειδή κατά βάθος, ένοχα το απολαμβάνουμε. Το μόνο που μένει και ίσως το πιο ουσιαστικό είναι να το γελάσουμε. Στο αντίσκηνο του, πλησίον του Δούναβη, ο αυτοκράτωρ ο Μάρκος ο Αυρήλιος ο ξύπνιος, έγραφε για την κωμωδία πως με το ελεύθερο της στόμα δίδασκε και πως λέγοντας τα πράγματα στα ίσα την αλαζονεία πέρα την έκανε και πολύ ωφελούσε».
Το Όλα Μόνοι Μας, λοιπόν, ήταν μια πολύ καλή αφορμή για να βρεθούμε κι εμείς και να πούμε δυο κουβέντες από κοντά.
– Πώς γεννήθηκε η ιδέα για μια «stand up επιθεώρηση»;
Η επιθεώρηση είναι ένα από τα παλαιότερα ελληνικά θεατρικά είδη, με ρίζες που φτάνουν στα τέλη του 19ου αιώνα, και ανέκαθεν στηριζόταν στον άμεσο λόγο, τη σάτιρα της επικαιρότητας και τον διάλογο με το κοινό. Σε αυτήν τη φόρμα υπήρχε πάντα ο κομπέρ, ο οποίος λειτουργούσε ως αφηγητής-σχολιαστής περισσότερο στην αρχή της παράστασης και κάποιες φορές ανάμεσα στα νούμερα, συχνά με αυτοσχεδιασμούς και μονόλογους που θυμίζουν σύγχρονες κωμικές πρακτικές. Το stand-up comedy, αν και εξελίχθηκε αργότερα ως αυτόνομο είδος στο εξωτερικό, μοιράζεται αυτήν την ανάγκη για άμεση, προσωπική σάτιρα. Γι’ αυτό και η συνάντηση των δύο ειδών δεν είναι τεχνητή, είναι μια φυσική γέφυρα ανάμεσα σε δύο παραδόσεις που σχολιάζουν την εποχή τους με χιούμορ και αλήθεια.
– Ήταν ανάγκη ή επιλογή να τα κάνετε όλα μόνοι σας;
Ήταν ένας συνδυασμός. Είναι η πρώτη μας απόπειρα ως ντουέτο στη θεατρική σκηνή της Αθήνας: ο Βασίλης έχει μια πολύ συγκεκριμένη σκηνοθετική ματιά, εγώ κινούμαι περισσότερο στη γραφή και κάπως φυσικά προέκυψε το «αφού τα δημιουργούμε, γιατί να μην τα παίξουμε κιόλας;». Το «Όλα μόνοι μας» λειτούργησε περισσότερο ως αναγκαία συνθήκη για την πρώτη μας παρουσίαση. Θέλαμε να συστηθούμε με τον δικό μας τρόπο, χωρίς φίλτρα, χωρίς ενδιάμεσους, με μια ταυτότητα που να είναι ξεκάθαρα δική μας.
– Τι σημαίνει για σένα το «όλα μόνοι μας»;
Για μένα δεν είναι ούτε παράπονο ούτε ηρωισμός. Είναι περισσότερο μια διαπίστωση της εποχής. Πολλές φορές, για να δημιουργήσεις κάτι αληθινό, χρειάζεται να πάρεις την ευθύνη στα χέρια σου. Να γράψεις, να δοκιμάσεις, να εκτεθείς, να ανέβεις στη σκηνή χωρίς να περιμένεις ότι κάποιος άλλος θα σου στρώσει τον δρόμο. Είναι μια φράση που περιγράφει την ανάγκη να στηρίξεις τη δική σου φωνή, αλλά και την χαρά του να φτιάχνεις κάτι από την αρχή με τους ανθρώπους που εμπιστεύεσαι. Στην περίπτωσή μας δεν σημαίνει απομόνωση, σημαίνει επιλογή, να παρουσιαστούμε όπως ακριβώς θέλουμε.
– Τι κρατήσατε από την επιθεώρηση και τι αλλάξατε για να μιλήσετε στο σήμερα;
Κρατήσαμε τον πυρήνα της: την άμεση σχέση με το κοινό, τον σχολιασμό της επικαιρότητας και το θάρρος να λες τα πράγματα όπως είναι, με χιούμορ αλλά και με τρυφερότητα. Κρατήσαμε, επίσης, την έννοια του «νούμερου», της μικρής αυτόνομης σκηνής που έχει αρχή, μέση και τέλος, ακόμα κι αν διαρκεί λίγα λεπτά.
Αυτό που αλλάξαμε είναι ο ρυθμός και η γλώσσα. Η σημερινή εποχή έχει άλλες ταχύτητες, άλλους κώδικες και άλλη αισθητική. Ήταν σημαντικό η παράσταση να μιλάει με τη φωνή του σήμερα, όχι να αναπαράγει παλιές φόρμες. Έτσι, η δομή, το timing, οι αναφορές και ο τρόπος που χτίζεται το γέλιο είναι σύγχρονα. Κρατήσαμε το πνεύμα της επιθεώρησης, αλλά το σώμα της είναι ολοκληρωτικά του 2025.
– Το «μόνοι μας» είναι επιλογή ή αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που μας μαθαίνει να μην συνεργαζόμαστε;
Νομίζω πως το «μόνοι μας» δεν είναι ποτέ ένα πράγμα. Είναι και επιλογή και αποτέλεσμα της εποχής. Ζούμε σε μια κοινωνία που, συχνά χωρίς να το καταλαβαίνουμε, μας εκπαιδεύει να λειτουργούμε ατομικά: να τρέχουμε, να αποδεικνύουμε, να προλαβαίνουμε. Όταν αυτό γίνεται συνήθεια, η συνεργασία αρχίζει να μοιάζει δύσκολη ή και ριψοκίνδυνη. Από την άλλη, υπάρχει και η συνειδητή επιλογή: να χτίσεις κάτι με δική σου ευθύνη, με τον δικό σου ρυθμό και τη δική σου φωνή, χωρίς να περιμένεις την «άδεια» κανενός. Αυτό το κομμάτι του «μόνοι μας» είναι δημιουργικό, σου δίνει ελευθερία και καθαρότητα.
Οπότε για μένα η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Η εποχή μάς σπρώχνει προς την αυτάρκεια, αλλά η καλλιτεχνική πράξη σε φωνάζει πάντα να συνεργαστείς. Το θέμα είναι να διαλέξεις πότε το «μόνος» σε εκφράζει και πότε το «μαζί» σε μεγαλώνει.
– Υπάρχει κάποια σκηνή στην παράσταση που καθρεφτίζει το πώς ζει σήμερα ο μέσος άνθρωπος στην Ελλάδα;
Μια από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές είναι εκείνη όπου ο Βασίλης υποδύεται μια δασκάλα που περιμένει -μάταια- να συνταξιοδοτηθεί, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να επικοινωνήσει με τους μαθητές της μέσα από την τηλεμάθηση. Είναι μια κωμική σκηνή, αλλά πίσω υπάρχει όλο το βάρος της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας: η γενιά που δούλεψε μια ζωή και βλέπει τον τερματισμό να μετακινείται συνεχώς, η κούραση που δεν λέγεται φωναχτά, η ανάγκη για προσαρμογή σε τεχνολογίες που αλλάζουν κάθε έξι μήνες και η απόσταση ανάμεσα στις γενιές που προσπαθούν να συναντηθούν κάπου στη μέση.
Η ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ ΣΠΡΩΧΝΕΙ ΣΤΗΝ ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ, ΑΛΛΑ Η ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΣΕ ΦΩΝΑΖΕΙ ΝΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΤΕΙΣ. ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΔΟΑΛΕΞΕΙΣ ΠΟΤΕ ΤΟ «ΜΟΝΟΣ» ΣΕ ΕΚΦΡΑΖΕΙ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΤΟ «ΜΑΖΙ» ΣΕ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ.
– Αν μπορούσες να αλλάξεις κάτι για να μην τα κάνουμε όλα μόνοι μας, τι θα ήταν αυτό;
Νομίζω ο τρόπος που ζητάμε και προσφέρουμε βοήθεια. Ζούμε σε μια εποχή που μας έχει μάθει να τα προλαβαίνουμε όλα, να λειτουργούμε σαν μικρές αυτόνομες μονάδες, σχεδόν με περηφάνια. Κι όμως, η καθημερινότητα θα ήταν πολύ πιο ανθρώπινη αν υπήρχε λίγο περισσότερος χρόνος, περισσότερη εμπιστοσύνη και λιγότερη ντροπή στο να πούμε «δεν προλαβαίνω», «δεν ξέρω», «μπορείς να με βοηθήσεις;». Δεν χρειάζεται κάτι ουτοπικό. Χρειάζεται λίγος χώρος για συνεργασία στη δουλειά, στις παρέες, στις οικογένειες. Αν καλλιεργούσαμε την ιδέα ότι η επιτυχία δεν είναι προσωπικό sprint αλλά συλλογική διαδρομή, τότε ίσως το «μόνοι μας» να μην ήταν η αυτονόητη επιλογή, αλλά μία από τις πολλές.
– Πότε νιώθεις ότι δεν είσαι μόνος;
Όταν υπάρχει ανταπόκριση. Όχι απαραίτητα συμφωνία αλλά ανταπόκριση. Όταν αυτό που κάνεις βρίσκει απέναντι έναν άνθρωπο που το ακούει, το πιάνει, το συνεχίζει. Μπορεί να είναι ο συνεργάτης που τελειώνει μια φράση σου, ένα κοινό που γελάει σε ένα σημείο που δεν το περίμενες ή ένας φίλος που σου λέει ένα «ναι, σε καταλαβαίνω». Στις τέχνες και ειδικά στο θέατρο η πιο μεγάλη ανακούφιση είναι αυτή η αίσθηση ότι κάπου, κάπως, κάποιος είναι σε συγχρονισμό μαζί σου. Εκείνη τη στιγμή, το «μόνος» σταματάει να έχει σημασία.
– Πώς στέκεται το χιούμορ απέναντι στην πραγματικότητα;
Το χιούμορ δεν αλλάζει την πραγματικότητα, αλλάζει τον τρόπο που στεκόμαστε απέναντί της. Είναι ένας μηχανισμός αποσυμπίεσης, ένας τρόπος να δούμε από μια ασφαλή απόσταση πράγματα που θα μας τρόμαζαν ή θα μας λύγιζαν. Δεν ακυρώνει τη σοβαρότητα των γεγονότων, αλλά μας επιτρέπει να τα αντέξουμε, να τα σχολιάσουμε και τελικά να τα κατανοήσουμε. Στο θέατρο, ειδικά στην επιθεώρηση και το stand-up, το χιούμορ γίνεται ένα είδος κοινής ανάσας: γελώντας μαζί, αναγνωρίζουμε ότι μοιραζόμαστε τις ίδιες δυσκολίες. Είναι, τελικά, ένας τρόπος να πούμε «το βλέπω, το ξέρω, το περνάω κι εγώ». Και ίσως αυτό να είναι η πιο ανθρώπινη μορφή αντίστασης.
– Υπάρχει στη σάτιρα κάποιο όριο που δεν θα ξεπερνούσες; Το χιούμορ οφείλει να μην έχει ταμπού;
Είχαμε πρόσφατα αυτήν τη συζήτηση με το Βασίλη. Και οι δυο συμφωνήσαμε ότι το χιούμορ μπορεί να πάει παντού, αλλά όχι με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν με ενδιαφέρει η σάτιρα που πληγώνει. Με ενδιαφέρει η σάτιρα που φωτίζει. Υπάρχουν θέματα που απαιτούν ευαισθησία, ιδίως όταν αφορούν ανθρώπινες απώλειες, τραύματα ή ομάδες που ήδη βιώνουν περιθωριοποίηση. Δεν είναι ότι υπάρχουν «ταμπού», είναι ότι υπάρχει ευθύνη, το πού στρέφεις το βέλος. Για μένα, η σάτιρα πρέπει να κοιτάζει προς τα πάνω (στην εξουσία, στις νοοτροπίες, στις συμπεριφορές), όχι προς τους ανθρώπους που ήδη δυσκολεύονται. Το χιούμορ δεν είναι για να μικραίνουμε κάποιον, αλλά για να μεγεθύνουμε αυτό που χρειάζεται να ειπωθεί. Κι έτσι, τα όρια δεν τα βάζει η λογοκρισία, τα βάζει η συνείδηση.
– Έχεις καταφύγει στο χιούμορ για να επιβιώσεις;
Μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου το χιούμορ ήταν σχεδόν τρόπος αναπνοής. Ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές, υπήρχε πάντα μια στιγμή όπου κάποιος θα έλεγε κάτι και με έναν παράξενο τρόπο, θα ξαναβρίσκαμε το γέλιο. Από μικρός κατάλαβα ότι το γέλιο φέρνει κι άλλο γέλιο, ότι είναι μια δύναμη που δεν ακυρώνει το βάρος των πραγμάτων, αλλά το κάνει διαχειρίσιμο. Αργότερα, το χρησιμοποίησα πολύ συνειδητά. Στο σχολείο, όταν άρχισαν τα πειράγματα για τη σεξουαλικότητά μου, το χιούμορ έγινε το εργαλείο μου, όχι για να κρυφτώ, αλλά για να σταθώ όρθιος. Με βοήθησε να απορροφώ τις επιθέσεις, χωρίς να χάνω τον εαυτό μου και, κάπως έτσι, να μετατρέψω μια δύσκολη εμπειρία σε κάτι που μπορώ πλέον να μοιράζομαι με καθαρότητα. Για μένα, το χιούμορ δεν ήταν ποτέ απόδραση. Ήταν πάντα τρόπος να μείνω.
ΤΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΑΕΙ ΠΑΝΤΟΥ, ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΜΕ ΟΠΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΤΡΟΠΟ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ «ΤΑΜΠΟΥ», ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΥΘΥΝΗ, ΤΟ ΠΟΥ ΣΤΡΕΦΕΙΣ ΤΟ ΒΕΛΟΣ.
– Επιστρέφω στην παράσταση. Κάνατε τα πάντα μόνοι σας; Τι σας δίδαξε αυτή η εμπειρία;
Στην πράξη, κάναμε σχεδόν τα πάντα μόνοι μας, από τη σύλληψη μέχρι την τελική μορφή των νούμερων. Αυτό δεν σημαίνει ότι δουλέψαμε «μοναχικά». Αντίθετα, η διαδικασία μάς δίδαξε ότι η δημιουργικότητα γεννιέται όταν δύο άνθρωποι φέρνουν στο τραπέζι τις διαφορετικές τους δυνάμεις: ο Βασίλης με τη θεατρική του υπόσταση, την εμπειρία και τη σκηνοθετική του ματιά, εγώ κυρίως με τη γραφή και οι δύο με μια κοινή ανάγκη να φτιάξουμε κάτι δικό μας. Το «μόνοι μας» είναι κυρίως συντονισμός. Μας έμαθε ότι όταν δεν υπάρχουν ενδιάμεσοι, ακούει καλύτερα ο ένας τον άλλον. Μαθαίνεις να εμπιστεύεσαι, να αφήνεις χώρο, να δοκιμάζεις και να διορθώνεις χωρίς φόβο. Και τελικά καταλαβαίνεις ότι η συνεργασία δεν είναι να μοιράζεσαι τις δουλειές, αλλά να μοιράζεσαι το όραμα.
– Πώς είναι να δουλεύεις δίπλα σε έναν άνθρωπο, σε μια εποχή που όλα μοιάζουν να ενθαρρύνουν την ατομικότητα;
Το ότι γνωριζόμαστε με τον Βασίλη από το σχολείο έβαλε τα πράγματα σε μια εντελώς διαφορετική τροχιά. Δεν χρειάστηκε να εξηγήσουμε ο ένας στον άλλον ποιοι είμαστε ή πώς δουλεύουμε. Μπορούσαμε να περνάμε κατευθείαν στη δουλειά, στις ιδέες, στις πρόβες, χωρίς εκείνη τη φάση της «γνωριμίας» που συνήθως καθυστερεί μια συνεργασία. Το πιο ωραίο, όμως, είναι ότι επειδή με τον Βασίλη έχουμε κοινό χιούμορ, αλλά διαφορετική οπτική, οι σκηνές γεννιούνται πιο εύκολα: ο ένας πετάει την ιδέα, ο άλλος την απογειώνει. Έτσι, χτίζεται κάτι που κανείς από τους δύο δεν θα είχε γράψει μόνος του. Η αίσθηση ότι βρίσκεις ξανά έναν άνθρωπο που σε καταλαβαίνει από τα 17 σου, είναι από μόνη της δύναμη δημιουργική. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο κέρδος: ότι στη δουλειά ξαναβρήκαμε μια παλιά χημεία που μας οδήγησε σε κάτι καινούργιο.
– Στα social media σχολιάζεις την επικαιρότητα με τρόπο χιουμοριστικό και ταυτόχρονα καυστικό. Πώς γεννήθηκε αυτή η ανάγκη έκφρασης;
Δεν κάνω κάτι διαφορετικό από ό,τι κάνω όταν είμαι με την παρέα μου. Οι ίδιες συζητήσεις, τα ίδια σχόλια, η ίδια ανάγκη να πούμε «μα σοβαρά τώρα;». Η μόνη διαφορά είναι ότι κάποιες από αυτές τις κουβέντες επιλέγω να τις μεταφέρω δημόσια. Νομίζω πως η ανάγκη αυτή γεννήθηκε επειδή ζούμε σε μια χώρα όπου η επικαιρότητα δεν μας αφήνει να πάρουμε ανάσα. Κάθε μέρα μας πετάει κάτι που είτε μας εξοργίζει είτε μας κάνει να γελάμε από απόγνωση. Οπότε δεν μου είναι και πολύ δύσκολο να το σχολιάσω.
– Πώς διαχειρίζεσαι την πιθανότητα η σάτιρα να παρερμηνευτεί μέσα από την ταχύτητα των κοινωνικών δικτύων;
Στα social όλα τρέχουν πιο γρήγορα από όσο προλαβαίνεις να εξηγήσεις προθέσεις. Οπότε το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να είσαι ξεκάθαρος στον τόνο σου και στα όρια που βάζεις. Δεν ελέγχω πώς θα διαβαστεί κάτι, ελέγχω όμως από πού ξεκινάω εγώ όταν το γράφω. Αν ένα σχόλιο έχει σκοπό να φωτίσει μια συμπεριφορά ή μια νοοτροπία και όχι να χτυπήσει ανθρώπους, τότε συνήθως βρίσκει τον δρόμο του. Η σάτιρα στις πλατφόρμες μπορεί εύκολα να παρερμηνευτεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να τη φοβάσαι. Σημαίνει ότι πρέπει να τη γράφεις με επίγνωση, να ξέρεις γιατί το λες, όχι μόνο πώς το λες.
Το μόνο αντίβαρο στην παρερμηνεία είναι η συνέπεια. Όταν για καιρό έχεις έναν συγκεκριμένο τρόπο να μιλάς, μια σταθερή πρόθεση, τότε ακόμη κι αν κάτι παρεξηγηθεί, οι άνθρωποι που σε ακολουθούν ξέρουν ποιος είσαι και γιατί το είπες. Κι αυτό αρκεί.
–Έχεις αντιμετωπίσει το δίλημμα «να το πω και ας γίνει χαμός» ή «να το κρατήσω»;
Φυσικά. Στα social η τοξικότητα καραδοκεί παντού και μερικές φορές ένα σχόλιο που λες «αθώα» μπορεί να γίνει αφορμή για ολόκληρη πυρκαγιά. Αυτό που έχω μάθει είναι να ρωτάω τον εαυτό μου δύο πράγματα πριν πατήσω “post”: πρώτον, έχει νόημα να το πω; Και δεύτερον, θα προσθέσει κάτι ή απλώς θα ανάψει τα αίματα;
Δε φοβάμαι τον «χαμό», αλλά δεν με ενδιαφέρει να συμμετέχω σε θόρυβο χωρίς λόγο. Όταν είναι κάτι που πιστεύω ότι πρέπει να ειπωθεί το λέω. Όταν όμως καταλαβαίνω ότι το θέμα δεν θα οδηγήσει πουθενά, απλώς το κρατάω. Δεν είναι λογοκρισία, είναι διαχείριση ενέργειας.
– Γελάμε μαζί ή μοιάζουμε πιο μόνοι μέσα από το χιούμορ των social media;
Νομίζω πως συμβαίνουν και τα δύο ταυτόχρονα. Τα social μάς δίνουν απίστευτη ποσότητα χιούμορ, στιγμιαίου, γρήγορου, παντού διαθέσιμου, αλλά τις περισσότερες φορές το καταναλώνουμε μόνοι μας, σε μια οθόνη. Γελάμε, αλλά δεν μοιραζόμαστε πραγματικά τη στιγμή. Είναι ένα γέλιο εσωτερικό, που δεν αντηχεί κάπου. Από την άλλη, όταν κάτι μας ακουμπήσει, όταν ένα αστείο μάς «βρει» εκεί που πονάμε ή εκεί που ζούμε, τότε το στέλνουμε σε φίλους, το συζητάμε, γίνεται αφορμή για μια κουβέντα. Εκεί το χιούμορ ξαναγίνεται συλλογικό.
Οπότε δεν είναι ότι τα social μάς κάνουν πιο μόνους ή μας φέρνουν πιο κοντά, είναι ότι μας δείχνουν πόσο έχουμε ανάγκη και τα δύο. Το στιγμιαίο γέλιο που μας κρατάει όρθιους, αλλά και το μοιρασμένο γέλιο που μας ξαναφέρνει κοντά.
*Η stand-up επιθεώρηση Όλα Μόνοι Μας των Βασίλη Καλφάκη και Εύθυμη Κάλφα κάνει πρεμιέρα στις 6 Δεκεμβρίου στο Θέατρο 104. Κλείσε εισιτήρια online.