Η «ΕΚΔΙΚΗΣΗ» ΤΗΣ GISELE PELICOT
Στο βιβλίο «Ύμνος στη ζωή», που κυκλοφορεί στις 17 Φεβρουαρίου 2026, η Gisèle Pelicot περιγράφει όσα έζησε στα χέρια του βιαστή άντρα της, αλλά και πώς πήρε ξανά τη ζωή της στα χέρια της.
Η ιστορία της Gisèle Pelicot, η οποία έγινε παγκοσμίως γνωστή τον Σεπτέμβριο του 2024, είναι από αυτές που δεν χωρά ο νους. Είναι από αυτές που δεν περιμένεις ότι θα αφήσουν επιζώντες πίσω τους, καθώς το έγκλημα έχει τέτοια τραγική διάσταση, που θαρρείς πως αναπόφευκτη κατάληξη είναι ένας θάνατος, του θύματος ή του θύτη.
Αυτό που διαφοροποιεί την ιστορία της από ένα αρχαιοελληνικό δράμα είναι πως ο θύτης, παρότι διαπράττει την υπέρτατη ύβρη, δεν μετανιώνει ποτέ για τις πράξεις του.
Ωστόσο, η Pelicot αρνείται να υποταχθεί στη μοίρα του θύματος: δεν θα πεθάνει. Δεν θα δεχθεί καν το στίγμα της ντροπής. «Η ντροπή δεν είναι δική μας, είναι δική τους» θα πει, απαιτώντας μια δημόσια δίκη και στρέφοντας το δάχτυλο στους δεκάδες άντρες που, μαζί τον δικό της, τη βίαζαν για τουλάχιστον 9 χρόνια, ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια ισχυρών ηρεμιστικών που την καθιστούσαν αναίσθητη.
Η Pelicot δεν πέθανε. Ή μπορεί και να πέθανε για να ξαναγεννηθεί ως σύμβολο αγώνα κατά της σεξουαλικής και έμφυλης βίας, με τη φράση «η ντροπή πρέπει να αλλάξει στρατόπεδο» να πυροδοτεί τον τελευταίο ενάμιση χρόνο ένα πολύ απαραίτητο κίνημα που επαναπροσδιορίζει τη στάση της κοινής γνώμης σχετικά με τα εγκλήματα κατά των γυναικών – είτε πρόκειται για βιασμό, είτε για revenge porn είτε, βέβαια, για φόνο.
Η Pelicot όχι μόνο δεν πέθανε, αφήνοντας χώρο σε αυτόν τον κόσμο για άντρες σαν τον σύζυγο της και τους βιαστές της, αλλά τιμήθηκε πριν από μερικούς μήνες με την ανώτατη διάκριση της Γαλλίας: ανακηρύχθηκε ιππότης της Λεγεώνας της Τιμής. Στις 17 Φεβρουαρίου 2026 κυκλοφορεί και τα απομνημονεύματά της σε είκοσι γλώσσες, με ελληνικό τίτλο «Ύμνος στη ζωή».
Στο βιβλίο της, η 72χρονη επιδιώκει να διηγηθεί την ιστορία με τις δικές της λέξεις, με στόχο να στείλει ένα μήνυμα ελπίδας και θάρρους σε όσους περνούν δύσκολα στη ζωή τους. Περιγράφει πώς επιβίωσε από αυτή την αδιανόητη δοκιμασία, βρίσκοντας έναν τρόπο να αποδεχτεί το γεγονός ότι ο άντρας της ζωής της τής έκανε τέτοιο κακό, αλλά και να προχωρήσει τελικά σε μια νέα σχέση, με έναν άλλο άντρα.
«Η πληγή είναι εκεί και μπορεί ποτέ να μη θεραπευτεί εντελώς», είπε μιλώντας στο People. «Όμως ήμουν πάντα μια πολύ αισιόδοξη γυναίκα. Θέλησα, λοιπόν, να ξεφορτωθώ όλη αυτή τη λάσπη και να φέρω ξανά χρώμα στη ζωή μου… Πιστεύω στην ευτυχία».
Η Gisèle Pelicot αρνείται να συνεχίσει τη ζωή της ως θύμα
Η Pelicot το έγραψε βιβλίο μαζί με την Judith Perrignon, η οποία στο παρελθόν είχε συγγράψει τα απομνημονεύματα της επιζήσασας του Ολοκαυτώματος Marceline Loridan-Ivens. Σε αυτό περιγράφει αναλυτικά τη σχέση της με τον Dominique Pelicot και χρονολογεί την αιφνίδια μεγάλη αποκάλυψη, λίγο αφού ο άντρας της είχε συλληφθεί φερόμενος να τραβά φωτογραφίες κάτω από φούστες γυναικών σε τοπικό σούπερ μάρκετ. Το «χόμπι» του αυτό αποδείχτηκε πλημμέλημα συγκριτικά με αυτό που για χρόνια έκανε μαζί με δεκάδες άλλους άντρες στη γυναίκα του και μητέρα των τριών παιδιών τους.
Μεγάλη έμφαση δίνει στη διαδικασία της δίκης και στην παρουσίας αλληλέγγυων συμπολιτών της που τη συνόδευαν κάθε πρωί την περίοδο εκείνη στο Μέγαρο της Δικαιοσύνης, σε ένδειξη διαμαρτυρίας αλλά και προστασίας της.
«Παπαγαλάκια, αξιοθρήνητα φερέφωνα, βίαια, δειλά ανθρωπάκια», γράφει η Pelicot για όσους προσπάθησαν να την αμαυρώσουν στο δικαστήριο. «Θέλω ό,τι απομείνει από αυτούς να είναι τα λόγια που χρησιμοποίησαν για να με ποδοπατήσουν, να υποβιβάσουν μια γυναίκα –και επομένως όλες τις γυναίκες– σε απόλυτη υποταγή στο όνομα της ανδρικής κυριαρχίας».
Δεν παραλείπει να περιγράψει πώς βίωνε τον πόνο της πίσω από τις κάμερες. «Περπατούσα για ώρες είτε μέσα στο δάσος είτε στους αμμόλοφους, υπό τον ήχο των κυμάτων και των παλιρροιών, παρέα με τη σκυλίτσα μου», γράφει. «Μόνο με την κίνηση, κάνοντας τον εαυτό μου ένα με τα στοιχεία της φύσης, μπόρεσα να αντιμετωπίσω τη θλίψη μου».
Αναφέρεται επίσης στα τρία παιδιά της: Στο πώς προχώρησε σε όλες αυτές τις αποκαλύψεις με τους δύο γιους της (ο μικρός πλέον αποκαλεί τον πατέρα του «ο διάβολος»), αλλά και με την κόρη της, η οποία υποψιάζεται ότι επίσης έχει πέσει θύμα βιασμού του πατέρα της.
Όσο για το πώς εξελίχθηκε σε μια τόσο δυνατή και αισιόδοξη γυναίκα; Στο βιβλίο, η Pelicot μιλά για τα παιδικά της χρόνια, για το γεγονός ότι έχασε τη μητέρα της από καρκίνο όταν ήταν μόλις 9 ετών και για τον στρατιωτικό και λάτρη της μουσικής πατέρα της, που ξαναπαντρεύτηκε μια αντιπαθέστατη, όπως την περιγράφει, γυναίκα.
Αναφέρει ακόμα πώς γνώρισε τον Dominique στα 19 της, πόσο τον ερωτεύτηκε, πόσο ευτυχισμένοι υπήρξαν για αρκετά χρόνια, παρά τις διαρκώς αυξανόμενες σεξουαλικές του απαιτήσεις, πόσο πιο σταθερή επαγγελματικά ήταν εκείνη συγκριτικά με αυτόν, προσφέροντας περισσότερα χρήματα στην οικογένεια. Δεν παραλείπει να αποκαλύψει και την εξωσυζυγική σχέση που είχε στα 30 της με έναν συνάδελφό της. Όταν ο άντρας της το έμαθε έγινε τόσο βίαιος, που παραλίγο να της σπάσει το κεφάλι με μια καρέκλα.
Κατάφερε να την τραυματίσει σωματικά χρόνια μετά, με όλους αυτούς τους βιασμούς που της προκάλεσαν μια σειρά από γυναικολογικά προβλήματα αλλά και κενά μνήμης. Μιλά αναλυτικά στο βιβλίο της και γι’ αυτά.
Τέλος, μιλά για τον άντρα που πολύ πρόσφατα και εντελώς απροσδόκητα μπήκε στη ζωή της γεμίζοντάς την ευτυχία. Γράφει χαρακτηριστικά: «Χρειαζόμουν να αγαπήσω ξανά. Δεν φοβόμουν... Δεν είμαι νεκρή. Έχω ακόμα πίστη στους ανθρώπους. Κάποτε, αυτή ήταν η μεγαλύτερη αδυναμία μου. Τώρα είναι η δύναμή μου. Η εκδίκησή μου».