Φωτογραφία: Εβίτα Σκουρλέτη

ΠΑΝΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: «ΖΩ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΜΕ ΤΙΣ ΕΛΠΙΔΕΣ ΜΟΥ ΠΑΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ»

Ο Πάνος Παπαδόπουλος μετατρέπει το ημερολόγιο του παππού του σε μια μουσικοθεατρική παράσταση αφιερωμένη στις «μικρές ταπεινώσεις» της ζωής και μιλάει για τα ελαττώματα, τους φόβους του και όλα όσα οι άλλοι καταλαβαίνουν για εμάς ερήμην μας.

«Σιγά σιγά θα σταματήσω να καταγράφω τα περιστατικά της καθημερινότητάς μου, γιατί θα μου είναι όσο περνάει ο καιρός όλο και πιο δύσκολη η συλλογή και η απομνημόνευσή τους». Αυτή ήταν η τελευταία καταχώρηση που έκανε στο ημερολόγιό του ο παππούς του Πάνου Παπαδόπουλου, το 2011. Δύο χρόνια μετά έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 92 ετών.

Το ημερολόγιο αυτό στάθηκε αφορμή για την παράσταση «Μικρές ταπεινώσεις», σε σύλληψη και σκηνοθεσία του Πάνου Παπαδόπουλου και της Νεφέλης Φασούλη, που κάνει πρεμιέρα τη Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026 στο Baumstrasse, στον Βοτανικό.

Από εκεί ξεκινάμε τη συζήτηση με τον Πάνο Παπαδόπουλο και για αρκετή ώρα θέλω να ξεχάσουμε ότι κάνουμε συνέντευξη για δουλειά και να βουρκώσω χωρίς αναστολές για έναν άνθρωπο που δεν ήξερα. Γιατί όσα ακούω χτυπούν με κάποιο τρόπο χορδές και από τη δική μου ζωή – όπως φαντάζομαι και πολλών άλλων.

Στις «Μικρές ταπεινώσεις» ο Πάνος και η Νεφέλη θα βρίσκονται επί σκηνής με δύο μουσικούς, ενώ η Λένα Κιτσοπούλου έχει βάλει τις δικές της πινελιές στο κείμενο, με την ξεχωριστή της ματιά και γραφή.

Από κοντά, ο Πάνος Παπαδόπουλος έχει μια ηρεμία που θα μπορούσες να θεωρήσεις και συστολή – τελείως κόντρα σε ρόλους που έχει υποδυθεί στο θέατρο. Είναι επίσης πολύ διαφορετικός από τον χαρακτήρα που υποδύθηκε στην ταινία του «Η αγάπη το βάζει στα πόδια», όπου είναι λίγο σαν να τρολάρει τον εαυτό του – ίσως κι εμάς.

Πάνος Παπαδόπουλος
Φωτογραφία: Εβίτα Σκουρλέτη

Μιλώντας μαζί του, έχω την αίσθηση ότι σκέφτεται σε ένα μήκος κύματος που προδίδει αν όχι μια ευφυΐα, πάντως έναν οίστρο που εξηγεί γιατί βρήκε διέξοδο στην υποκριτική. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν είναι μονοδιάστατος – κάτι που λέει ότι απεχθάνεται και στους άλλους.

Ο Πάνος Παπαδόπουλος και οι μικρές ταπεινώσεις της ζωής

– Ήξερες όσο ζούσε ο παππούς σου ότι κρατούσε ημερολόγιο;

Ναι, το είχα καταλάβει κάποια στιγμή, άλλωστε δεν το έκανε μυστικά. Απλώς θυμάμαι ότι την πρώτη φορά που το άνοιξα δεν μπορούσα να το διαβάσω, δεν άντεχα. Όταν το έκανα, κατάλαβα πόσα πράγματα βιώνει ένας άνθρωπος στον οποίο εμείς έχουμε δώσει μια συγκεκριμένη ιδιότητα, αλλά αγνοούμε την υπόστασή του ως προς όλες τις υπόλοιπες. Με είχε συγκινήσει πάρα πολύ, ας πούμε, που έγραφε: «Σήμερα ένιωσα το βάρος των 84 μου χρόνων πρώτη φορά στο περπάτημα και κατάλαβα ότι ενώ έκανα κάποιες διαδρομές συγκεκριμένες, τώρα πρέπει να περιοριστούν, γιατί δεν μου φτάνει πλέον μια απλή στάση στο παγκάκι για ξεκούραση και να συνεχίσω πίσω».

Ή η τρυφερότητα με την οποία περιέγραφε πώς βίωσε την απώλεια της γιαγιάς μου, η οποία πέθανε από καρκίνο: «Σηκώθηκα απότομα στον ύπνο μου, γιατί νόμιζα ότι με φώναζε ακόμα άρρωστη από το κρεβάτι και ξύπνησα». Ή «έχω καταλάβει ότι τα εγγόνια μου έχουν μεγαλώσει και δεν έχουν διάθεση για τις συμβουλές μου» και «οριακά φέτος στις κοινές μας διακοπές τους ήμουν φορτικός και με αγνοούσαν». Τέτοια πράγματα μου φάνηκαν απίστευτα διαβάζοντάς το.

ΜΕ ΣΥΓΚΙΝΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ –ΚΑΙ ΟΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ– ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΜΙΑ ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΑΙΣΘΗΣΗ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ ΓΙΑ Ο,ΤΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΝ. ΘΕΩΡΩ ΣΠΑΡΑΚΤΙΚΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΠΙΤΡΕΠΟΥΝ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥΣ ΤΗΝ ΑΥΤΟΛΥΠΗΣΗ.

– Τα είχες εισπράξει ποτέ;

Όχι, ποτέ. Εντωμεταξύ, ο παππούς μου ήταν πολύ ευγενής και τρυφερός άνθρωπος. Έμενε ακριβώς από κάτω μας, στο σπίτι που μένω εγώ τώρα, σε μια οικογενειακή πολυκατοικία, και πάντα είχε την πρόθεση να βοηθήσει, να συμμετέχει. Θυμάμαι κατέβαινα και του έλεγα: Παππού, θα με πας στο βιντεοκλάμπ να νοικιάσω μια κασέτα; Γελούσε και ντυνόταν αμέσως. Αλλά δεν είχαμε κάποια ιδιαίτερη επαφή με την έννοια του να μοιραστούμε μυστικά. Παρομοιάζω τη σχέση μας με αυτή που έχουμε καμιά φορά με τα ζώα, που είναι απίστευτης τρυφερότητας και ασφάλειας, χωρίς να επικοινωνούμε λεκτικά.

Όταν κάποια στιγμή αρρώστησε, θυμάμαι ότι είχα μια μανία να του κάνω μια αγκαλιά πριν φύγει για το νοσοκομείο, επειδή σκεφτόμουν ότι μπορεί να μην επιστρέψει. Και μου έκανε εντύπωση ότι ενώ έλεγα να κάνω μια αγκαλιά να τη θυμάμαι, ο τρόπος τελικά που τον αγκάλιασα ήταν συμβατικός, όπως κάνουμε στους ανθρώπους που ντρεπόμαστε να τους δείξουμε την τρυφερότητά μας. Είναι όπως λέει ένα ποίημα του Αργύρη Χιόνη, που το έχουμε βάλει κιόλας στην παράσταση: «Ανάμεσα στα δάχτυλά μου και στη σάρκα σου, όσο σφιχτά κι αν σε κρατώ, τρυπώνει ο χρόνος».

Πάνος Παπαδόπουλος
Φωτογραφία: Εβίτα Σκουρλέτη

– Πώς γεννήθηκε η ιδέα να δημιουργήσετε με τη Νεφέλη Φασούλη μια παράσταση με αφορμή το ημερολόγιο;

Πάντα σκεφτόμουν ότι αυτό το ημερολόγιο έπρεπε κάποτε να γίνει κάτι. Οπότε, όταν είπαμε με τη Νεφέλη να κάνουμε κάτι παρέα, ήταν το πρώτο πράγμα που κατάλαβα ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αφετηρία. Η ιδέα ήταν εγώ και η Νεφέλη να είμαστε σε έναν χώρο σαν τζαζ μπαρ, με δύο μικρόφωνα και δύο μουσικούς. Μου άρεσε πολύ να βρεθώ σε μια συνθήκη τόσο απελευθερωτική, χωρίς την αγωνία να αναπαραστήσω έναν ρόλο και χωρίς κανένα κομμάτι εντυπωσιασμού.

Για μένα, η ατμόσφαιρα της παράστασης είναι τόσο θεατρική όσο και μουσική. Σαν να είμαστε σε ένα live όπου ο Tom Waits θα τραγουδούσε και θα έπαιζε πιάνο. Και θα σας πούμε και κάποιες σημειώσεις ενός ανθρώπου από εκείνους που ενδεχομένως προσπερνάμε στον δρόμο βιαστικά, γιατί δεν θεωρούμε ότι έχουν κάτι ενδιαφέρον να μας διηγηθούν. Το γεγονός ότι ήταν παππούς μου το κάνει πιο προσωπικό, αλλά έχω την εντύπωση ότι δεν είναι μόνο εκεί το ενδιαφέρον του κειμένου. Θεωρώ ότι έχει έναν ποιητικό λόγο, εν αγνοία του. Είναι πολύ τρυφερή και γενναιόδωρη η ματιά του.

«ΘΕΛΩ ΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΤΗΝ ΚΟΥΒΕΝΤΑ, ΤΟ ΧΙΟΥΜΟΡ. ΤΙ ΝΑ ΤΟΝ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ ΚΑΤΑ ΜΟΝΑΣ; ΑΜΑ ΔΕΝ ΤΟΝ ΜΟΙΡΑΖΕΣΑΙ ΜΕ ΑΛΛΟΥΣ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΑΠΟΛΑΥΣΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ».

– Γιατί επιλέξατε τον τίτλο «Μικρές ταπεινώσεις»;

Κάποια στιγμή μιλούσα στο τηλέφωνο με τη δασκάλα μου, τη Χαρά Κεφάλα, που της έχω μεγάλη αγάπη. Συζητώντας για άλλα, δικά μας θέματα, μου λέει: «Είναι όλες αυτές οι μικρές ταπεινώσεις που έρχονται στη ζωή κάποια στιγμή». Το σημείωσα αμέσως σ’ ένα τετράδιο, επειδή έχει να κάνει με πράγματα που δεν τα ελέγχουμε και μας τα σερβίρει με έναν τρόπο η ζωή. Όπως η απώλεια της γιαγιάς μου, όπως η αίσθηση ότι το σώμα μας μας προδίδει, ότι παραμεγαλώνουμε και δεν είμαστε χρήσιμοι σε κάποιον, ότι η συντροφιά ενός τρίτου δεν είναι αυτονόητη.

Πάνος Παπαδόπουλος
Φωτογραφία: Εβίτα Σκουρλέτη

Είναι ένας τίτλος που ταιριάζει με αυτή την αίσθηση της μοναξιάς, που είναι και σε μένα παρούσα ως πιθανότητα, ως φόβος ότι μπορεί να τη συναντήσεις στην επόμενη στροφή. Με συγκινούν οι άνθρωποι –και οι χαρακτήρες του θεάτρου– που έχουν μια απίστευτη αίσθηση αξιοπρέπειας για ό,τι αντιμετωπίζουν. Θεωρώ σπαρακτική τη γενναιοδωρία τους στο συναίσθημα και ότι δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους την αυτολύπηση. Η γραφή του παππού μου, ο τρόπος που παρατηρεί την καθημερινότητα, έχει μια μεγάλη τρυφερότητα, είναι ποιητική. Λέει – και μ’ αυτό περίπου κλείνουμε την παράσταση: «Φέτος βιαζόμουν να φύγει ο χειμώνας περισσότερο από τις άλλες χρονιές, έτσι ακατάδεχτος που ήταν. Αυτή η χρονιά πέρασε χωρίς μέχρι σήμερα να μου έχει παρουσιαστεί κάποιο πρόβλημα υγείας». Μου φαίνεται τρομερό όταν ξέρουμε ότι αυτός ο άνθρωπος δεν υπάρχει πια. Με συγκινεί πολύ.

Ο Πάνος Παπαδόπουλος και το θέατρο

– Πώς ασχολήθηκες με την υποκριτική;

Είχα μεγάλη λατρεία με τα κινούμενα σχέδια και ήθελα να κάνω κάτι σχετικό με αυτά. Κάποια στιγμή είδα στον κινηματογράφο τα «101 σκυλιά της Δαλματίας» με ηθοποιούς και ενθουσιάστηκα που ό,τι έβλεπα στα καρτούν μπορούσαν να το κάνουν ηθοποιοί – οπότε κι εγώ. Νομίζω ότι κατά βάθος είχα μια μεγάλη ανάγκη για αποδοχή και μια ανάγκη να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση του παιχνιδιού που δεν τη χόρτασα στην παιδική ηλικία. Ενώ οι άλλοι μεγάλωναν απότομα, εγώ επέμενα να θέλω να κάνω όσα κάναμε παλιότερα. Αυτή η ανάγκη μου βρήκε ίσως διέξοδο μέσα από το θέατρο.

«ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΣ ΚΑΤΙ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ, ΝΙΩΘΕΙΣ ΑΥΤΗ ΤΗ ΜΙΚΡΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΝΤΩΜΕΤΑΞΥ ΜΙΑ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ».

– Γιατί πιστεύεις ότι είχες αυτή την ανάγκη για αποδοχή;

Δεν το γνωρίζω ακριβώς. Σίγουρα πιστεύω έπαιξε ρόλο ότι στα μαθητικά μου χρόνια δεν ήμουν το παιδί που ένιωθα ότι το αναζητάνε με μανία. Θυμάμαι να χωριζόμαστε σε ομάδες για να παίξουμε και είχα εξαρχής τον φόβο ότι θα μείνω τελευταίος. Εντάξει, δεν είναι και κάτι τόσο σοβαρό, αλλά εκείνη την περίοδο έγραψε έντονα μέσα μου. Ένιωθα δηλαδή ότι κάτι δεν λειτουργούσε όπως θα ήθελα. Όταν άρχισα να ασχολούμαι με τα θεατρικά μέσα στο σχολείο, τότε βρήκα και τον εαυτό μου μέσα στην ομάδα. Ένιωσα ότι ήταν κάτι που μου ταίριαζε, ενώ έδινα και χαρά στους άλλους.

Στον καθρέφτη
Φωτογραφία: Εβίτα Σκουρλέτη

– Στο θέατρο τι απολαμβάνεις περισσότερο να παίζεις;

Σίγουρα απολαμβάνω πολύ την κωμωδία, που είναι ένα μεγάλο ναρκωτικό! Το να κάνεις τους άλλους να γελάνε είναι άμεσα εξαργυρώσιμο, νιώθεις αυτόματα ότι κάτι προσφέρεις και παίρνεις μια μεγάλη αγκαλιά. Την προτιμώ επίσης γιατί δεν μου αρέσει να ταλαιπωρούμαι. Το δράμα στον κινηματογράφο είναι λαχταριστό, ενδεχομένως και στην τηλεόραση, αλλά στο θέατρο προς το παρόν δεν αντέχω να γίνομαι κουρέλι κάθε βράδυ.

Βέβαια, μιλάω για κωμωδίες που έχουν ένα βάθος. Και η κωμωδία για να είναι καλή πρέπει να πατήσει πάνω σε ένα δράμα. Είναι κάτι που εμένα μου δίνει μεγάλη χαρά, κυρίως μέσα από τα κλασικά κείμενα, ακόμα και σε έργα που δεν είναι ιδιαιτέρως κωμικά αλλά έχουν μια λοξή ματιά.

«ΝΟΜΙΖΩ ΟΤΙ Η ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΟΥ ΛΕΞΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΟΝΟΣ. ΚΑΙ Η ΠΙΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΤΟ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ».

Ας πούμε, οι «Καρέκλες» στις οποίες παίζω τώρα παράλληλα, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, δεν είναι ένα αμιγώς κωμικό κείμενο. Έχει μέσα ακραία μοναξιά αλλά και πολύ χιούμορ. Ο κόσμος γελάει σε πολλά σημεία της παράστασης. Το κωμικό στοχεύει πιο πολύ στο μυαλό, ίσως. Το δράμα στο συναίσθημα.

– Πώς είναι να παίζεις την ίδια περίοδο σε δύο παραστάσεις;

Έχει και καλά και κακά. Για μένα, η αίσθηση ότι πρέπει να πάω κάπου είναι από μόνη της ανακουφιστική. Ότι κάπου με περιμένουν, είτε για να παίξω, είτε για να ετοιμάσουμε κάτι – που είναι και αυτό ενδεχομένως ένας φόβος του θανάτου, της αδράνειας. Οπότε, μου δίνει μια χαρά το να τρέχω και να μοιράζομαι σε πολλά πράγματα.

Πάνος Παπαδόπουλος
Φωτογραφία: Εβίτα Σκουρλέτη

Το να μοιράζεσαι σε πολλά πράγματα έχει επίσης το καλό ότι δεν παίρνεις τίποτα πολύ στα σοβαρά. Όσο υπάρχει μια πιθανότητα ανέτοιμου στα πράγματα, τα κάνει πιο γοητευτικά, πιο ακαταμάχητα, πιο ειλικρινή. Σίγουρα, βέβαια, όταν δουλεύεις κάτι πολύ γρήγορα, δεν προλαβαίνεις να αφομοιώσεις κάποια πράγματα σε τόσο ουσιαστικό βαθμό όσο θα ήθελες – αν και αυτό είναι κομμάτι της εποχής μας και δεν ξέρω αν πρέπει να πάμε κόντρα. Είναι πλέον ένα καύσιμο. Εμένα μου κάνει σίγουρα καλό το να μοιράζομαι σε πολλά πράγματα.

Εκείνο που με στενοχωρεί είναι ότι έχει επηρεάσει τους εσωτερικούς μας ρυθμούς. Ακούς ας πούμε ανθρώπους να λένε ότι δεν θέλουν μια παράσταση να διαρκεί πάνω από μιάμιση ώρα. Βλέπω ότι οι συναισθηματικοί μας μύες και η υπομονή μας έχουν ατροφήσει σημαντικά. Δεν έχεις διάθεση ούτε διαθεσιμότητα να σταθείς κάπου παραπάνω.

– Το βλέπεις αυτό και στις ανθρώπινες σχέσεις;

Καλά, στην εποχή μας είναι τόσο γρήγορες οι εναλλαγές, που θεωρώ ότι είναι έως και ακατόρθωτο το να επικοινωνήσουμε με ειλικρίνεια. Τα αντίο πληθαίνουν συνεχώς. Νομίζω ότι έχουμε την τάση να πηδάμε συνεχώς από το ένα πράγμα στο άλλο, τρέχοντας, με τον φόβο ότι άμα σταματήσουμε θα μας συμβεί κάτι. Μου κάνει εντύπωση.

Πάνος Παπαδόπουλος
Φωτογραφία: Εβίτα Σκουρλέτη

Επίσης, είναι σαν να βλέπω τους ανθρώπους να επιθυμούν να βρίσκονται κοντά σε άτομα χαρούμενα, που θα τους ανεβάσουν – γιατί είναι και ανθρώπινο ίδιον να θεωρούμε ότι η ατυχία είναι μεταδοτική. Μου κάνει εντύπωση που βλέπω ανθρώπους να παρατάνε άλλους σε μια δυσκολία, να απομακρύνονται και να λένε «φεύγω, δεν θέλω να βαρύνω». Υπάρχει νομίζω μια αγριότητα, μια καταναλωτική μανία.

Ο Πάνος Παπαδόπουλος όταν σβήνουν τα φώτα

– Πώς είσαι εκτός δουλειάς;

Ανήσυχος, θα έλεγα, ανήσυχος. Η μεγαλύτερή μου ανησυχία, βέβαια, που είναι πολύ αστεία, είναι πως θα γεμίσω το βράδυ μου. Είναι μεγάλη ανακούφιση όταν έχω να παίξω και πάντα σκέφτομαι τι θα κάνω μετά. Είναι ένα ελάττωμα που θέλω να το διαχειριστώ καλύτερα.

«ΕΙΜΑΙ ΑΠΑΙΤΗΤΙΚΟΣ. ΕΝ ΤΕΛΕΙ, ΜΑΛΛΟΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΜΕ ΣΥΝΑΝΑΣΤΡΕΦΕΤΑΙ ΚΑΠΟΙΟΣ. ΘΕΛΕΙ ΜΙΑ ΥΠΟΜΟΝΗ – ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΘΑ ΒΑΡΕΘΕΙ».

Όχι ότι είμαι άνθρωπος της φασαρίας. Θέλω την επικοινωνία, την κουβέντα, το χιούμορ. Καταλαβαίνω αυτό που έχει γράψει ο Ρίτσος τόσο ωραία: «Άμα δεν μπορέσω να το δεις κι εσύ, μοιάζει σα να μην το ’χω». Τι να τον κάνεις τον εαυτό σου κατά μόνας; Άμα δεν τον μοιράζεσαι με άλλους, δεν μπορείς να απολαύσεις τίποτα.

Να κουβεντιάζεις τα σχέδιά σου, να πεις θέλω να κάνω αυτό, ονειρεύομαι να φτιάξω κάτι. Με έναν τρόπο αλληλοενεργοποιούμαστε οι άνθρωποι, αυτό νομίζω μου αρέσει.

– Με τον ύπνο πώς τα πας;

Κοιμάμαι γύρω στις 5, 5:30 το ξημέρωμα και ξυπνάω στις 2 το μεσημέρι με ξυπνητήρι. Όταν πρέπει να ξυπνήσω πρωί, είναι ένας εφιάλτης – μπορεί να μην κοιμηθώ καθόλου. Το βράδυ λειτουργεί σ’ εμένα πολύ πιο δημιουργικά. Μπορεί να βάλω μουσική στο σπίτι και να χορεύω μόνος μου, να τραγουδάω. Είμαι και άνθρωπος που μ’ αρέσει πολύ η μελαγχολία. Ακούω κυρίως μελαγχολικά τραγούδια και δεν μου αρέσει να κάνω κέφι μόνος μου. Μου αρέσει να μελαγχολώ, με καταπραΰνει.

πορτρέτο
Φωτογραφία: Εβίτα Σκουρλέτη

– Τι άλλο σε βοηθάει να ισορροπείς;

Νομίζω το θέατρο είναι το πιο κομβικό. Αν δεν είχα το θέατρο, δεν ξέρω από πού θα αντλούσα τη χαρά. Την ώρα που δημιουργείς κάτι, νιώθεις αυτή τη μικρή πιθανότητα της αθανασίας, που είναι εντωμεταξύ το μόνο σίγουρο ότι δεν υπάρχει μέσα από το θέατρο. Είναι μια ψευδαίσθηση.

Κατά τα άλλα, η μουσική μού κάνει πάρα πολύ καλό. Και ξοδεύω πολύ χρόνο ελπίζοντας πράγματα. Διάβασα κάπου ότι ρώτησαν τον Νίτσε τι αγαπάμε στους άλλους και είπε: «Τις ελπίδες μας». Αυτό το κομμάτι της ονειροπόλησης. Νομίζω ότι ζω περισσότερο με τις ελπίδες, με τη φαντασία μου, παρά με την πραγματικότητα.

– Ποιες είναι οι μεγάλες ελπίδες που θα ήθελες να δεις να υλοποιούνται;

Πέρα από τα καλλιτεχνικά, τα έργα, τις παραστάσεις, τις ταινίες που θέλουμε να φτιάξουμε, ελπίζω σε μια συναισθηματική πληρότητα που δεν ξέρω πώς έρχεται. Δεν μπορώ να σου πω ότι είναι ένα όμορφο σπίτι, ας πούμε, ένας μεγάλος έρωτας, γιατί είναι κάτι που συνεχώς αλλάζει. Η σύστασή του αναδιαμορφώνεται κάθε φορά ανάλογα με αυτό που δεν έχεις.

«ΠΙΣΤΕΥΩ ΟΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ΜΑΣ ΠΟΥ ΜΕΤΑΦΕΡΕΙ ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΚΦΡΑΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΑΞΙΑΓΑΠΗΤΟΥΣ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΡΗΜΗΝ ΜΑΣ».

– Όχι ανάλογα με αυτό που έχεις;

Όχι. Παρατηρώ ότι το έλλειμμα το διαμορφώνει, ό,τι σου λείπει. Το πιο ουσιαστικό, πάντως, είναι να μη νιώθω μοναξιά – με συντροφεύει στην πορεία μου από παιδί. Κάτι που μπορεί να νιώθεις και όταν περιτριγυρίζεσαι από κόσμο. Δηλαδή, νομίζω ότι η λιγότερο αγαπημένη μου λέξη είναι το μόνος. Και η πιο αγαπημένη το αγάπη μου.

Από την άλλη, είναι και μεγάλο λάκτισμα η μοναξιά. Ίσως είναι και κάτι που κατά λάθος, θέλοντας και μη, το πυροδοτώ, για να μπορώ να νιώθω μια αίσθηση ελλείμματος και να θέλω κάτι να φτιάξω. Γιατί όταν είμαστε πολύ χαρούμενοι, δεν στεκόμαστε στο να δημιουργήσουμε κάτι. Στεκόμαστε στο να χαρούμε τη χαρά μας.

Η ψυχοθεραπεία, τα όρια και το «ερήμην» μας

– Έχεις κάνει ψυχοθεραπεία;

Κάνω, εδώ και τρία χρόνια. Μου κάνει εντύπωση ότι ακούω συνέχεια ανθρώπους και φίλους να λένε: «Όχι, όχι, εγώ βάζω όρια. Μου είπε ο ψυχοθεραπευτής μου θα βάζεις όρια». Και ξαφνικά έχουμε γεμίσει όρια και κανείς δεν έχει τη διάθεση να πλησιάσει κανέναν. Είναι τρομακτικό το πόσο εύκολα εγκαταλείπουμε τα πάντα. Εγκαταλείπουμε τους άλλους, τη διάθεση να κάνουμε κουβέντα, να συναντηθούμε, με την πρόφαση των ορίων. Οπότε, μένουν άνθρωποι εκνευρισμένοι, ανολοκλήρωτοι ψυχικά, μόνοι.

Πάνος Παπαδόπουλος
Φωτογραφία: Εβίτα Σκουρλέτη

– Εσύ δεν είχες ποτέ πρόβλημα με τα όρια;

Να μου τα καταπατήσουν, εννοείς; Έχει συμβεί. Αλλά καταλαβαίνω τελικά ότι και η επιλογή του να μην οριοθετηθείς γίνεται συνειδητά ή ασυνείδητα για να χορτάσουμε κάτι παραπάνω. Μπορεί να αφήνεις ένα περιθώριο μέχρι να δεις κάτι αδιαπραγμάτευτο και από εκεί και πέρα να βάλεις το όριο. Καμιά φορά νομίζω το θέτουμε πολύ πριν να είμαστε έτοιμοι να το κάνουμε.

– Είσαι τύπος των σχέσεων;

Ναι, πολύ. Αλλά επειδή τις έχω πολύ ψηλά, είμαι και πολύ αυστηρός. Τις θέλω όπως τις θέλω. Αν δεν είναι σε υψηλά σημεία βρασμού, δεν τις τροφοδοτώ. Τις εγκαταλείπω. Κάτι που έχει πει ο Τζακ Νίκολσον και το έχω σαν μότο είναι: «ποτέ μην τσακώνεσαι με κάποιον που δεν αγαπάς». Δηλαδή, το να συγκρουστείς ή να διεκδικήσεις να γίνει κάτι όπως το θες είναι εκ των πραγμάτων και λίγο μάταιο, άμα το πράγμα δεν πηγαίνει από μόνο του.

– Επέκρινες όμως τους ανθρώπους που δεν προσπαθούν.

Καλά λες, να σου πω όμως τι εννοώ: Ότι κάνεις την προσπάθειά σου, αλλά αν βλέπεις ότι δεν υπάρχει η πιθανότητα της συνάντησης, είναι ένα θέμα.

Φωτογραφία: Εβίτα Σκουρλέτη

– Έχεις κάποιο ελάττωμα από το οποίο θέλεις να απαλλαγείς;

Πάρα πολλά. Θα έλεγα έναν «πητερπανισμό» από τον οποίο πάσχω οπωσδήποτε. Σκέψου ότι ακόμα δεν οδηγώ αυτοκίνητο, το αναβάλλω για όταν μεγαλώσω, κι ας έχω μεγαλώσει. Επίσης, οτιδήποτε είναι πρακτικό, μου φαίνεται ακατόρθωτο. Υπάρχει μια δυσκολία, ας πούμε, να διαχειριστώ την καθημερινότητα, μια δυσκαμψία που είναι σίγουρα ένα μεγάλο ελάττωμα. Κατ’ επέκταση, πιστεύω ότι είμαι κακομαθημένος, από μόνος μου κιόλας! Δεν είναι ότι με μεγάλωσαν έτσι. Είμαι απαιτητικός. Εν τέλει μάλλον είναι δύσκολο να με συναναστρέφεται κάποιος. Θέλει μια υπομονή – αλλά δεν θα βαρεθεί. Η πηγή είναι ανανεώσιμη.

– Αν μπορούσες να γυρίσεις τον χρόνο πίσω, έχοντας πια διαβάσει το ημερολόγιο του παππού σου, θα άλλαζες κάτι στη συμπεριφορά σου απέναντί του;

Νομίζω ότι του έδειξα την αγάπη μου. Από την άλλη, κάποια πράγματα σκέφτομαι ότι δεν μπορούμε να τα αλλάξουμε. Όταν είχε αρρωστήσει, θυμάμαι κάποια στιγμή που μου είπε: «Κουράστηκα τώρα, να φύγω». Ήθελα να του πω, παππού, μην το λες αυτό, γιατί σε αγαπάω, αλλά από τη δυσκολία μου να εκτεθώ είπα: Έλα, μη λες τέτοια τώρα, που σε αγαπάμε όλοι.

Αυτή η δυσκολία πιστεύω ότι είναι κάτι πολύ κυτταρικό στον ανθρώπινο οργανισμό. Πιστεύω όμως ότι υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι μας που μεταφέρει όσα δεν εκφράζονται με λόγια και μας κάνει αξιαγάπητους, που είναι το ερήμην μας, το οποίο το παρατηρώ και στις δουλειές. Όσο περνάει ο καιρός, αρχίζεις και καλοδέχεσαι αυτό το ερήμην, κάτι που δεν το έχεις προβλέψει, δεν το έχεις περιχαρακώσει, δεν το έχεις ελέγξει στην ερμηνεία σου. Σαν να βάζεις κάπου μια μικρή τρικλοποδιά στον εαυτό σου, ούτως ώστε να φανεί και η ανθρωπιά, η ειλικρίνειά σου. Νομίζω ότι από αυτό το ερήμην οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται περισσότερα από όσα τους λέμε ή μοιραζόμαστε μαζί τους.

Η παράσταση «Μικρές ταπεινώσεις» παίζεται Δευτέρα και Τρίτη, από 2 έως 31 Μαρτίου 2026, στο Baumstrasse (2ος όροφος – Σερβίων 8, 104 41 Βοτανικός). Κλείσε εισιτήρια online

SLOW MONDAY NEWSLETTER

Θέλεις να αλλάξεις τη ζωή σου; Μπες στη λογική του NOW. SLOW. FLOW.
Κάθε Δευτέρα θα βρίσκεις στο inbox σου ό,τι αξίζει να ανακαλύψεις.