ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΕΧΕΙΡΙΑ: ΠΩΣ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΠΗΡΕΑΖΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΜΑΣ
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αποτέλεσε ένα ακόμη ξέσπασμα διεθνούς βίας, αιματηρών επιθέσεων και άγριων συγκρούσεων σε πολεμικό αλλά και διπλωματικό επίπεδο. Πώς μπορούμε να διαχειριστούμε όσα συμβαίνουν γύρω μας χωρίς να χάσουμε την άμεση επαφή με την πραγματικότητα; Ένας ψυχίατρος, μια επικοινωνιολόγος και μια social media manager απαντούν.
Μετά από το ξαφνικό σοκ της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και την αρχή ενός πολέμου που βρίσκεται τόσο κοντά στα σύνορα της ΕΕ, μετά τα αποτρόπαια ανθρωπιστικά εγκλήματα που σημειώθηκαν στη Γάζα της Παλαιστίνης, από τις εικόνες των οποίων καλά-καλά δεν συνήλθαμε ακόμη, ένα νέο μέτωπο φωτιάς έγινε ο εφιάλτης της παγκόσμιας κοινότητας, αυτή τη φορά στη Μέση Ανατολή μεταξύ Ισραήλ, ΗΠΑ και Ιράν.
Μπορεί να δεχτήκαμε με ανακούφιση την είδηση για τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός για δύο εβδομάδες, όμως ήδη από επίσημα χείλη χαρακτηρίζεται ως «εύθραυστη εκεχειρία», ενώ το Ισραήλ εξαιρεί την περιοχή του Λιβάνου όπου συνεχίζει τις επιθέσεις.
Επί έναν περίπου μήνα, οι ειδήσεις στη χώρα μας γέμισαν από εικόνες βομβαρδισμένων κτιρίων, τοπία καταστροφής, ήχους από σειρήνες και εκρήξεις, φοβισμένα πρόσωπα. Όσο η φραγή των Στενών του Ορμούζ προκαλούσε πονοκέφαλο στη διεθνή τροφοδοσία πετρελαίου, οι τιμές στα χρηματιστήρια χόρευαν πότε ανοδικά και πότε καθοδικά ανάλογα με τις δηλώσεις του Προέδρου Τραμπ, ενώ εμείς, απλοί θεατές της έκρυθμης αυτής κατάστασης δαγκώναμε νευρικά τα χείλη.
Πόσο μακριά βρέθηκε ο πόλεμος από την πόρτα μας; Έπρεπε ή όχι να συνδράμουμε τις συμμαχικές χώρες; Πόσο θα επηρεάσει η κατάσταση στη Μέση Ανατολή το πορτοφόλι μας; Αποφύγαμε τον κίνδυνο Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου ή μπορεί τα δεδομένα να ανατραπούν από στιγμή σε στιγμή και να αναζωπυρωθούν οι εχθροπραξίες;
Σε μια εποχή κλυδωνισμένη εδώ και καιρό από συρράξεις και συγκρούσεις, η ψυχολογία του κοινού είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε σενάρια συνωμοσίας, σε γενικευμένο στρες και συναισθηματική κόπωση. Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι δηλώνουν ότι αδυνατούν να νιώσουν χαρά μέσα στο εύφλεκτο αυτό παγκόσμιο σκηνικό, ακόμη και όταν η δική τους ατομική ζωή είναι φαινομενικά ήρεμη και γαλήνια. Ο καταιγισμός των πληροφοριών που καθημερινά γεμίζουν τις οθόνες και τα μάτια μας αποτελεί μια πρόκληση για κάθε πολίτη που προσπαθεί και θέλει να είναι ενημερωμένος.
Υπάρχει σωστή συνταγή πληροφόρησης που μας κρατά ενήμερους και ταυτόχρονα μας βοηθά να διατηρήσουμε τις απαραίτητες ισορροπίες για να μην χάσουμε την ψυχική μας ισορροπία εν μέσω αυτών των καταιγιστικών εξελίξεων; Μιλήσαμε με τρεις ειδικούς που, όπως και εμείς, δηλώνουν προβληματισμένοι με το παγκόσμιο σκηνικό και την επίδρασή του στην ψυχολογία του μακρινού θεατή.
Τα συμπτώματα του στρες δεν είναι απαραίτητο να γίνουν κλινικά για να είναι ανησυχητικά: Η γνώμη της ψυχιατρικής
Ο ψυχίατρος Σπύρος Καλημέρης, συγγραφέας του βιβλίου «Ο κόσμος μέσα από τα μάτια ενός ψυχιάτρου», θεωρεί ότι πρωτίστως η συνεχής έκθεση σε εικόνες πολέμου μπορεί να επηρεάσει άμεσα και αρνητικά την ψυχική ανθεκτικότητα και το άγχος του μέσου ανθρώπου.
«Η σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι η συχνή και έντονη έκθεση σε εικόνες πολέμου μέσω ΜΜΕ συνδέεται με αυξημένο στρες, άγχος, θλίψη, εκνευρισμό, απογοήτευση, απαισιοδοξία, ματαίωση και άλλα ψυχικά συμπτώματα στον γενικό πληθυσμό, ακόμη και μακριά από τη ζώνη σύγκρουσης. Τα τελευταία χρόνια οι παγκόσμιες και εγχώριες κρίσεις είναι συνεχείς. Η συστηματική επαναλαμβανόμενη έκθεση μπορεί να τρώσει λίγο λίγο την ψυχική ανθεκτικότητα ακόμα και ψυχικά “δυνατών” ατόμων.
»Η ανθεκτικότητα δεν είναι απλώς ένα ατομικό χαρακτηριστικό. Επηρεάζεται επίσης από τα μεγαλύτερα συστήματα και δομές στις οποίες λειτουργούν τα άτομα. Όσο περισσότερο διαρκούν οι στρεσογόνοι παράγοντες, τόσο υποσκάπτεται η ανθεκτικότητα ακόμη και των πιο ανθεκτικών ατόμων. Το χρόνιο στρες πλήττει την ικανότητα φυσιολογικής απάντησης στο οξύ στρες. Να πούμε ότι τα συμπτώματα που αναφέρουμε δεν είναι απαραίτητο να γίνουν κλινικά οδηγώντας σε ψυχική διαταραχή. Μπορεί να είναι αυτό που λέμε υποκλινικά, δηλαδή πιο ήπια. Όμως η διάρκεια και η επαναληπτικότητά τους δεν ευνοεί τη συνολική ψυχική υγεία».
«ΠΑΡΑΤΕΤΑΜΕΝΗ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ ΜΠΟΡΟΥΝ ΔΥΝΗΤΙΚΑ ΝΑ ΕΠΗΡΕΑΣΟΥΝ ΑΞΙΕΣ, ΣΤΟΧΟΥΣ, ΣΧΕΣΕΙΣ, ΜΑΚΡΟΠΡΟΘΕΣΜΟΥΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΝΑ ΑΥΞΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ».
Με ποιους μηχανισμούς ο φόβος και η αβεβαιότητα από έναν μακρινό πόλεμο μεταφέρονται στην καθημερινότητα του κοινού; «Ο πόλεμος, ακόμη κι όταν είναι γεωγραφικά μακρινός, μπορεί να επηρεάζει έντονα την ψυχική υγεία ανθρώπων σε άλλες χώρες, μέσω φόβου, αβεβαιότητας και συνεχούς έκθεσης σε πληροφορίες».
Η συζήτηση περί πολέμου αναπόφευκτα έφτασε και στην Ελλάδα, αλλά και στις συνέπειες που μπορεί να έχει η εξάπλωση των επιθέσεων στον δυτικό κόσμο. Η απειλή που βίωσε η Κύπρος αποτέλεσε μάλλον το καλύτερο παράδειγμα. «Παράδειγμα δυνητικά ανησυχητικών ειδήσεων κατά τον πόλεμο στο Ιράν ήταν οι απειλές κατά όσων υποστηρίζουν τις στρατιωτικές ενέργειες των επιτιθέμενων, ενώ μέρος της συζήτησης έφτασε να αφορά το κατά πόσο η χώρα μας βρίσκεται εντός της εμβέλειας των βαλλιστικών πυραύλων. Ο μεταβολισμός τέτοιων ειδήσεων δεν θα πρέπει να θεωρείται αυτονόητα ότι δεν έχει συνέπειες».
Πολλά όμως είναι και τα πρακτικά προβλήματα που έρχονται να προστεθούν στην ήδη επιβαρυμένη αντίληψη της καθημερινότητας. «Οι έμμεσες οικονομικές συνέπειες των πολέμων, όπως η αύξηση των τιμών των καυσίμων και τροφίμων, η αστάθεια στις αγορές και η μετανάστευση, μπορούν να δημιουργήσουν πρόσθετο στρες σε απομακρυσμένους πληθυσμούς. Αυτές οι πιέσεις, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα για τις παγκόσμιες εξελίξεις, μπορούν να οδηγήσουν σε αυξημένα επίπεδα άγχους και ανησυχίας για την προσωπική και οικογενειακή ασφάλεια και ευημερία.
»Η αβεβαιότητα είναι μια κατάσταση περιορισμένης γνώσης όπου είναι αδύνατο να σχηματοποιηθεί επαρκώς η έκβαση μιας τρέχουσας ή μελλοντικής κατάστασης. Αρκετοί άνθρωποι έχουν ως δυσλειτουργικό χαρακτηριστικό τη δυσκολία ανοχής αβέβαιων καταστάσεων, αλλά σε περιπτώσεις κρίσεων η αίσθηση αβεβαιότητας επεκτείνεται αναπόφευκτα σε μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Παρατεταμένη αβεβαιότητα και κρίση μπορούν δυνητικά να επηρεάσουν αξίες, στόχους, σχέσεις, μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς και να αυξήσουν την απομόνωση. Το ερώτημα “πού βαδίζει ο κόσμος” όταν τα τεκταινόμενα είναι συνεχώς αρνητικά δεν μπορεί παρά να δημιουργεί περισσότερη και πιο επίμονη κατήφεια».
«Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΑΠΟΧΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ, ΑΛΛΑ ΣΥΝΕΙΔΗΤΗ, ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΚΑΙ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΕΚΘΕΣΗ».
Ποιες πρακτικές θα πρότεινε η ψυχιατρική για να προστατεύσει κάποιος την ψυχική του υγεία όταν οι ειδήσεις είναι έντονες, επαναλαμβανόμενες και φορτισμένες; Ο κ. Καλημέρης θεωρεί ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένας χρονικός και ποσοτικός περιορισμός της έκθεσης σε ειδήσεις/εικόνες πολέμου έχει σημασία.
«Συγκεκριμένα παράθυρα ενημέρωσης, αντί για συνεχές doomscrolling βοηθούν σε κάποια εξισορρόπηση του στρες. Η επιλογή αξιόπιστων μη σκανδαλοθηρικών πηγών περιεχομένου είναι επίσης σημαντική. Να πούμε βέβαια ότι προστασία της ψυχικής υγείας δεν σημαίνει πλήρη αποχή από την ενημέρωση, αλλά συνειδητή, περιορισμένη και επιλεγμένη έκθεση. Μια γνωστική αναπλαισίωση –δηλαδή να ξανασκεφτεί κανείς τη σημασία του γεγονότος, το πλαίσιο, τι μπορεί όντως να ελέγξει– μπορεί επίσης να μειώσει το άγχος και τη δυσφορία. Η καταπίεση των συναισθημάτων δεν είναι κάτι που βοηθά. Κοινωνική αλληλοϋποστήριξη και ομάδες συζήτησης συμβάλλουν στη μείωση της αίσθησης του ατόμου ότι είναι αβοήθητο και της μοναξιάς και βοηθούν στην επεξεργασία των συναισθημάτων».
Η τεράστια ευθύνη των μέσων μαζικής ενημέρωσης: Η άποψη μιας επικοινωνιολόγου
Πώς επηρεάζει η συνεχής κάλυψη ενός πολέμου από τα media την ψυχολογία του κοινού και ποιοι επικοινωνιακοί μηχανισμοί ενισχύουν το άγχος ή την αίσθηση απειλής; Η επικοινωνιολόγος Αφροδίτη Χόντου επισημαίνει ότι η συνεχής κάλυψη ενός πολέμου μεταφέρει τη σύγκρουση από το πεδίο της μάχης απευθείας στο σαλόνι και στο κινητό μας και αυτή η ασταμάτητη ροή πληροφοριών προκαλεί το λεγόμενο «δευτερογενές τραύμα».
«Ακόμα κι αν είμαστε ασφαλείς», σημειώνει, «η ψυχολογία μας επιβαρύνεται με ένα διαρκές αίσθημα απειλής, καθώς ο εγκέφαλος δυσκολεύεται να διαχειριστεί τόσο πόνο σε ζωντανή μετάδοση».
Γιατί αυξάνεται όμως τόσο πολύ το άγχος μας; «Γιατί, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στο επίπεδο του ανταγωνισμού τους, χρησιμοποιούν επικοινωνιακούς μηχανισμούς που στοχεύουν στο συναίσθημα του κοινού. Οι τίτλοι με κεφαλαία γράμματα, η δραματική μουσική και τα έντονα γραφικά των ειδήσεων κρατούν το νευρικό μας σύστημα σε κατάσταση διαρκούς επιφυλακής. Στα social media, η ατελείωτη κατανάλωση σκληρών εικόνων δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι ο κίνδυνος είναι πολύ πιο κοντά μας απ’ ό,τι στην πραγματικότητα. Και, τέλος, η προβολή των ίδιων τραγικών σκηνών σε επανάληψη ενισχύει την αίσθηση συλλογικής αδυναμίας.
»Νιώθουμε ότι ο κόσμος είναι πλέον ένα αβέβαιο και εχθρικό μέρος. Στην ουσία, όταν η ενημέρωση εστιάζει μόνο στον εντυπωσιασμό και όχι στην ουσία, η ενσυναίσθησή μας μετατρέπεται σε παράλυση και φόβο. Κι όταν όλο αυτό δεν συνοδεύεται από μια αίσθηση ελέγχου, ελπίδας ή προοπτικής, τότε επηρεάζει τον τρόπο που ζούμε, σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε καθημερινά».
Τα κοινωνικά δίκτυα, από την άλλη, παίζουν τον δικό τους καθοριστικό ρόλο στην καθημερινή μας ενημέρωση, καθώς σε πολλές περιπτώσεις χρηστών έχουν αντικαταστήσει σχεδόν την παρακολούθηση των συμβατικών τηλεοπτικών δελτίων ειδήσεων. Με ποιους τρόπους διαμορφώνουν την αντίληψη του κοινού για έναν πόλεμο και πώς επηρεάζουν τη συναισθηματική αντίδραση των χρηστών;
«Τα κοινωνικά δίκτυα διαμορφώνουν την αντίληψη για έναν πόλεμο με πολύ συγκεκριμένους τρόπους», εξηγεί η κ. Χόντου:
- Μέσα από την επιλεκτική προβολή περιεχομένου, που σημαίνει ότι φτάνει σε εμάς μόνο ένα κομμάτι της πραγματικότητας.
- Μέσα από την κυριαρχία της εικόνας και των προσωπικών αφηγήσεων, που κάνουν τα γεγονότα πιο άμεσα και βιωματικά.
- Μέσα από τους αλγορίθμους, που προωθούν κυρίως ό,τι είναι πιο έντονο, συγκρουσιακό ή συναισθηματικά φορτισμένο.
«Την ίδια στιγμή», προσθέτει, «η ταχύτητα και η συνεχής ροή πληροφορίας δεν αφήνουν χώρο για επεξεργασία. Ο χρήστης εκτίθεται διαρκώς, χωρίς φίλτρο και χωρίς απόσταση, κάτι που εντείνει τη συναισθηματική φόρτιση. Έτσι, η αγωνία, ο θυμός ή η υπερ-ταύτιση δεν προκύπτουν τυχαία, αλλά είναι αποτέλεσμα του τρόπου που δομείται και προβάλλεται η πληροφορία».
«Ο ΤΡΟΠΟΣ ΠΟΥ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΕΙΤΑΙ ΜΙΑ ΚΡΙΣΗ ΜΠΟΡΕΙ ΕΙΤΕ ΝΑ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΕΞΑΝΤΛΗΣΗ, ΕΙΤΕ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΕΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΕΙ, ΝΑ ΣΤΑΘΕΙ ΠΙΟ ΣΤΑΘΕΡΑ ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΑΤΗΡΗΣΕΙ ΤΗΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΤΟΥ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ».
Τελικά, ποια είναι η ευθύνη των δημοσιογράφων και των επικοινωνιολόγων στη διαχείριση τέτοιων κρίσεων, ώστε να ενημερώνεται το κοινό χωρίς να ενισχύεται ο πανικός ή η ψυχολογική κόπωση; Η κ. Χόντου διευκρινίζει εδώ ότι η ευθύνη των δημοσιογράφων και των επικοινωνιολόγων σε περιόδους κρίσης είναι πρωτίστως θεσμική, αλλά ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινη. Οφείλουν να διασφαλίζουν την ακρίβεια και την αξιοπιστία της πληροφορίας, αποφεύγοντας την υπερβολή, τη δραματοποίηση και τη χρήση του φόβου ως μέσου προσέλκυσης ενδιαφέροντος. Κυρίως όμως, χρειάζεται να θυμούνται ότι πίσω από κάθε είδηση υπάρχει ένας άνθρωπος που την ακούει, τη φιλτράρει και την κουβαλά μέσα του.
«Δεν αρκεί», μας λέει, «να μεταδίδεις την πληροφορία. Χρειάζεται να τη μεταδίδεις με μέτρο, καθαρότητα και σεβασμό, με επίγνωση του αντίκτυπου που μπορεί να έχει. Η ενημέρωση δεν είναι μόνο θέμα πλαισίου και ισορροπίας. Είναι και θέμα ευθύνης απέναντι στον ψυχισμό του άλλου. Γιατί ο τρόπος που επικοινωνείται μια κρίση μπορεί είτε να ενισχύσει τον φόβο και την ψυχική εξάντληση, είτε να βοηθήσει τον άνθρωπο να κατανοήσει, να σταθεί πιο σταθερά και να διατηρήσει την εσωτερική του ισορροπία. Και αυτή η διάκριση είναι, τελικά, το πιο ουσιαστικό κομμάτι της επαγγελματικής τους ευθύνης».
Τα social media σε πρωταγωνιστικό ρόλο και σε αυτό τον πόλεμο
Η social media manager Άννα Ζατζηδάκη παρακολουθεί κι εκείνη με τη σειρά της τις εξελίξεις στο Ιράν και προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει τους κανόνες που διέπουν ή θα έπρεπε να διέπουν τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ωστόσο, αναπόφευκτα η συνεχής έκθεση σε ειδήσεις πολέμου επηρεάζει το άγχος, την ανασφάλεια και τη συναισθηματική κόπωση του κοινού πολύ περισσότερο απ’ όσο εκείνο συνειδητοποιεί, δηλώνει η ίδια.
Ακόμη κι αν κάποιος δεν βρίσκεται σε εμπόλεμη ζώνη, ο εγκέφαλος δεν διαχωρίζει πάντα το «το ζω» από το «το βλέπω συνεχώς». «Η καθημερινή κατανάλωση εικόνων και εξελίξεων», τονίζει, «κρατά το σώμα σε διαρκή εγρήγορση, ενισχύοντας το άγχος, το αίσθημα απειλής και τη γενικευμένη ανασφάλεια. Παράλληλα, εμφανίζεται και συναισθηματική κόπωση – μια πιο σιωπηλή μορφή εξάντλησης που οδηγεί σε αποστασιοποίηση ή αδιαφορία ως μηχανισμό άμυνας. Ως social media manager, βλέπω ότι η υπερπληροφόρηση δεν οδηγεί απαραίτητα σε καλύτερη ενημέρωση, συχνά επιβαρύνει ψυχικά το κοινό».
«ΤΑ SOCIAL MEDIA ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΟΥΝ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΙΚΑ, ΠΡΟΣΦΕΡΟΝΤΑΣ ΕΓΚΥΡΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ, ΨΥΧΡΑΙΜΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΑΠΟ ΕΙΔΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΜΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ».
Με ποιους τρόπους μπορούν τα social media να ενισχύσουν ή να μετριάσουν τον φόβο και την ψυχολογική επιβάρυνση σε περιόδους διεθνούς κρίσης; Η κ. Χατζηδάκη θεωρεί ότι τα social media σε περιόδους κρίσης λειτουργούν διπλά: μπορούν να ενισχύσουν τον φόβο ή να τον μετριάσουν, ανάλογα με τη χρήση τους.
«Η ταχύτητα, ο όγκος πληροφορίας και η λογική του breaking news κρατούν τον χρήστη σε συνεχή ένταση, ενώ ο αλγόριθμος ενισχύει περιεχόμενο που προκαλεί έντονα συναισθήματα, άρα και περισσότερο φόβο. Ταυτόχρονα, όμως, μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά, προσφέροντας έγκυρη ενημέρωση, ψύχραιμη τοποθέτηση από ειδικούς και αίσθημα κοινότητας. Όταν κάποιος βλέπει ότι δεν είναι μόνος σε αυτό που νιώθει, μειώνεται η ένταση του άγχους. Ο ρόλος των creators είναι καθοριστικός, γιατί δεν είναι μόνο τι λέγεται, αλλά και πώς λέγεται».
Υπάρχουν πρακτικές ενημέρωσης που θεωρούνται πιο υγιείς για το κοινό, ώστε να παραμένει ενήμερο χωρίς να επιβαρύνεται ψυχικά; «Η υγιής ενημέρωση σήμερα δεν σημαίνει να ξέρεις τα πάντα, αλλά να επιλέγεις συνειδητά τι καταναλώνεις. Ο περιορισμός της συνεχούς έκθεσης και η επιλογή συγκεκριμένων στιγμών μέσα στη μέρα για ενημέρωση βοηθούν σημαντικά στη μείωση του άγχους. Εξίσου σημαντική είναι η επιλογή λίγων και αξιόπιστων πηγών, ώστε να αποφεύγεται η υπερπληροφόρηση και η σύγχυση».
Παράλληλα, ένα προσωπικό «φίλτρο» στην κατανάλωση έντονου οπτικού περιεχομένου προστατεύει τη συναισθηματική ισορροπία. Τέλος, η συνειδητή αποσύνδεση μέσα στη μέρα δεν είναι πολυτέλεια, αλλά απαραίτητη προϋπόθεση για να παραμένει η ενημέρωση υποστηρικτική και όχι επιβαρυντική, σημειώνει η κ. Χατζηδάκη.
Καθώς η «ευρωπαϊκή ειρήνη» μας δοκιμάζεται για άλλη μία φορά, είναι μάλλον απαραίτητο να χρησιμοποιήσουμε αυτή την περίοδο για να αποκτήσουμε αυτό το «φίλτρο» στο οποίο αναφέρονται τόσο αναλυτικά οι ειδικοί. Καιρός να ελέγξουμε ξανά και ξανά τον εαυτό μας καθώς σκρολάρει ανεξέλεγκτα και να αποσύρουμε από το κινητό μας ενημερώσεις από ιστοσελίδες αμφιβόλου και επιβαρυντικού περιεχομένου. Καιρός να επιλέξουμε έναν αποτελεσματικό τηλεοπτικό φορέα ενημέρωσης, καιρός να συζητήσουμε για τις ανησυχίες μας με τρόπο μεθοδικό και ψύχραιμο και, ποιος ξέρει, ίσως η νέα αυτή κρίση καταφέρει να βελτιώσει τουλάχιστον το μοντέλο της ενημέρωσής μας ως πολιτών, έχοντας ένα – έστω και μικρό – θετικό αποτέλεσμα.