«ΓΟΝΕΙΣ ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΩΝ»: ΜΠΟΡΕΙ Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΕΝΟΣ ΖΩΟΥ ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΕΙ ΓΟΝΕΪΚΟΤΗΤΑ;
Υπάρχει λόγος που όσοι έχουμε κατοικίδια τους φερόμαστε σαν να είναι παιδιά μας; Το νόημα της φράσης «γονείς κατοικίδιων» κρύβεται στην εξέλιξή μας.
Επενδύουμε χρόνο, χρήματα και συναισθηματική ενέργεια στα κατοικίδιά μας. Τους αγοράζουμε παιχνίδια και δεν παραλείπουμε ποτέ το ραντεβού στον κτηνίατρο. Σε γενικές γραμμές, φερόμαστε στα ζωάκια μας σαν να είναι παιδιά.
Η συμπεριφορά αυτή οδηγεί σε ένα εύλογο ερώτημα, σύμφωνα με την Shelly Volsche, Επίκουρη Καθηγήτρια Ανθρωπολογίας στο Boise State University, που μελετά την αλληλεπίδραση ανθρώπων-ζώων. Ποιο είναι αυτό; Μπορεί αυτή η μορφή φροντίδας να θεωρηθεί γονεϊκότητα ή πρόκειται για κάτι διαφορετικό; Αν μπορεί, πώς εξηγείται, από τη στιγμή που οι πολιτισμικοί κανόνες και η εξελικτική βιολογία υποδεικνύουν ότι οι άνθρωποι «θα έπρεπε» να επικεντρώνονται στην ανατροφή των δικών τους παιδιών και όχι ζώων άλλων ειδών;
«Γονείς» κατοικίδιων σε μια child-free εποχή
Τα τελευταία χρόνια, ο τρόπος ζωής σε πολλές δυτικές κοινωνίες έχει αλλάξει δραματικά, τα ποσοστά γεννήσεων μειώνονται και οι άνθρωποι έχουμε μεγαλύτερη ελευθερία επιλογών. «Όταν οι βασικές ανάγκες είναι καλυμμένες, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται συχνά σε πιο σύνθετες ψυχολογικές ανάγκες, όπως η αίσθηση σκοπού και η προσωπική ολοκλήρωση. Σε αυτό το πλαίσιο, τα κατοικίδια φαίνεται να αποκτούν έναν ρόλο που ξεπερνά τη συντροφικότητα», γράφει η Volsche σε άρθρο της.
Σε έρευνά της, άτομα χωρίς απογόνους ανέφεραν ότι είχαν επιλέξει συνειδητά να έχουν γάτες ή σκύλους αντί για παιδιά. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, η χρήση όρων όπως «γονείς κατοικιδίων» λειτουργούσε περισσότερο ως ένας σύντομος και βολικός τρόπος περιγραφής της σχέσης τους, παρά ως κυριολεκτική ταύτιση.
Παράλληλα, οι ίδιοι φροντιστές ήταν ξεκάθαροι ότι κάλυπταν τις ανάγκες διατροφής, κοινωνικοποίησης και μάθησης των ζώων με βάση το είδος τους. Με άλλα λόγια, δεν επρόκειτο για μια αφελή αντικατάσταση των παιδιών με «γούνινα μωρά», αλλά για μια διαφορετική μορφή σχέσης, όπου η φροντίδα προσαρμοζόταν στο εκάστοτε ον.
Σε γενικές γραμμές, μελέτες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι χωρίς παιδιά συχνά αντιλαμβάνονται τα κατοικίδιά τους ως συναισθηματικά και σκεπτόμενα όντα. Αυτή η αντίληψη οδηγεί στην ανάπτυξη μιας μορφής γονεϊκής ταυτότητας απέναντι στα ζώα συντροφιάς. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, άτομα που είναι αναποφάσιστα σχετικά με το αν θέλουν απογόνους διαπιστώνουν ότι η ανάγκη τους για φροντίδα καλύπτεται επαρκώς μέσω των κατοικιδίων, ενισχύοντας έτσι την επιλογή τους να παραμείνουν child-free.
Η φροντίδα ως μέρος της ανθρώπινης φύσης
Όλα τα παραπάνω δεν απαντούν πλήρως στο ερώτημα αν οι άνθρωποι που επιλέγουν κατοικίδια αντί για παιδιά ασκούν πράγματι μια μορφή γονεϊκότητας.
Χρόνια πριν, η εξελικτική ανθρωπολόγος Sarah Hrdy είχε υποστηρίξει ότι οι άνθρωποι ανήκουν σε ένα σύστημα αναπαραγωγής που ονομάζουμε «cooperative breeding», όπου, πέρα από τους βιολογικούς γονείς, και άλλα μέλη της κοινότητας συμβάλλουν ενεργά στην ανατροφή των παιδιών.
Επιστήμονες χρησιμοποιούν τον όρο alloparenting για να περιγράψουν την τάση να φροντίζουμε απογόνους που δεν είναι δικοί μας. Πρόκειται για μια εξελικτική προσαρμογή που συνέβαλε καθοριστικά στην επιβίωση του είδους μας, ιδιαίτερα σε μικρές κοινωνίες τροφοσυλλεκτών, όπου η ανταλλαγή φροντίδας και πόρων ήταν ζωτικής σημασίας.
Αυτή η εξελικτική «κληρονομιά» ίσως εξηγεί, τουλάχιστον εν μέρει, τη σύγχρονη γονεϊκότητα κατοικιδίων. Αν οι άνθρωποι είναι προγραμματισμένοι να φροντίζουν και αν το σημερινό κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον καθιστά την ανατροφή παιδιών πιο απαιτητική ή λιγότερο ελκυστική για κάποιους, τότε δεν είναι παράλογο να στρέφονται προς άλλες μορφές φροντίδας.
Τα ζώα συντροφιάς που εξαρτώνται από εμάς αποτελούν μια τέτοια διέξοδο. Η φροντίδα τους μπορεί να ικανοποιεί την ίδια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για σύνδεση, προσφορά και αγάπη.
«ΙΣΩΣ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΕΞΕΛΙΧΘΕΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΓΟΝΕΙΣ, ΑΛΛΑ ΓΙΑ ΝΑ ΦΡΟΝΤΙΖΟΥΝ. ΜΕΣΑ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ, ΤΟ "ΠΟΙΟΝ" ΚΑΙ ΤΟ "ΠΟΤΕ" ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟ ΑΠΟ ΟΣΟ ΝΟΜΙΖΑΜΕ».
Πώς οι «γονείς κατοικίδιων» φροντίζουν τα ζωάκια τους;
Για να διερευνήσει περαιτέρω το ζήτημα, η Volsche πραγματοποίησε έρευνα σε ενήλικες ιδιοκτήτες σκύλων και γατών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι συμμετέχοντες απάντησαν σε ερωτήσεις σχετικά με τη συναισθηματική τους σύνδεση με τα κατοικίδια, αλλά και για συγκεκριμένες πρακτικές φροντίδας.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τόσο οι γονείς όσο και οι μη γονείς ανέφεραν υψηλά επίπεδα ενασχόλησης με την εκπαίδευση και το παιχνίδι των κατοικίδιών τους, κάτι λογικό, καθώς όλα τα ζώα χρειάζονται καθοδήγηση για να προσαρμοστούν στο ανθρώπινο περιβάλλον.
Ωστόσο, οι άνθρωποι χωρίς παιδιά ήταν πιο πιθανό να αναλαμβάνουν οι ίδιοι τη συνολική φροντίδα των ζώων τους. Επίσης, ανέφεραν ισχυρότερη συναισθηματική σύνδεση και είχαν μεγαλύτερη τάση να βλέπουν τα κατοικίδιά τους ως ξεχωριστές προσωπικότητες. Παράλληλα, χρησιμοποιούσαν πιο συχνά όρους όπως «παιδί» και «γονείς» για να περιγράψουν τη σχέση τους.
Αυτές οι διαφορές, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι φροντιστές αναγνωρίζουν και σέβονται τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε είδους, υποδηλώνουν ότι η σχέση αυτή μπορεί να θεωρηθεί μια μορφή γονεϊκότητας, ακόμα κι αν εκφράζεται διαφορετικά.
Όπως τονίζει η ειδικός, είτε πρόκειται για παιδί είτε για κατοικίδιο, η ανάγκη να φροντίζουμε, να διδάσκουμε, να προστατεύουμε και να αγαπάμε ένα άλλο έμβιο ον παραμένει ίδια. «Ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό συμπέρασμα της μελέτης, ότι οι άνθρωποι δεν έχουν εξελιχθεί αποκλειστικά για να γίνονται γονείς, αλλά για να φροντίζουν. Μέσα σε αυτή τη φροντίδα, το "ποιον" και το "πότε" αποδεικνύεται πιο ευέλικτο από όσο νομίζαμε».