«ΜΩΡΕ»: ΜΙΑ ΕΡΕΥΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΞΟΥΛΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΓΛΙΤΩΝΕΙ ΑΠΟ ΕΝΤΑΣΕΙΣ
Μικρό, καθημερινό και φαινομενικά αθώο, το «μωρέ» τρυπώνει σε αμέτρητες ελληνικές φράσεις, ιδίως όταν διαφωνούμε. Νέα έρευνα της κοινωνιογλωσσολόγου Αγγελικής Αλβανούδη δείχνει πως πρόκειται για αποτελεσματικό μηχανισμό «πυρόσβεσης», που μαλακώνει τις εντάσεις και προστατεύει τη σχέση των συνομιλητών.
Μωρέ, μια λεξούλα γλυκιά και συγγνωστή, που χωρά σε αμέτρητες φράσεις, όπως «έλα μωρέ», «σιγά μωρέ», «ναι μωρέ, αλλά...», «άσε μας μωρέ!», «μωρέ λες;». Δεν την πολυσκεφτόμαστε· βγαίνει αβίαστα και σε διάφορες περιστάσεις, παρότι συνηθίζουμε να την επικαλούμαστε για τις μαγικές της ιδιότητες σε περιπτώσεις μικρο-παρεξηγήσεων και διαφορών. Για την ακρίβεια, περίπου οι 4 στις 10 φορές που θα τη χρησιμοποιήσουμε (38%), θα είναι σε περιβάλλοντα διαφωνίας, όπως:
- Σε προκλήσεις, όταν αμφισβητούμε έναν προηγούμενο ισχυρισμό και ζητάμε αποδείξεις, υπονοώντας ότι η συνομιλήτρια ή ο συνομιλητής μας δεν μπορεί να τις δώσει (π.χ. «τι λες μωρέ;», «σιγά μωρέ»).
- Σε αντιφάσεις, όταν αρνούμαστε έναν ισχυρισμό (π.χ. «όχι μωρέ»).
- Σε αντεπιχειρήματα, όταν προτείνουμε μια εναλλακτική άποψη χωρίς να αμφισβητούμε άμεσα τον ισχυρισμό της συνομιλήτριας ή του συνομιλητή (π.χ. «καλή φάση είναι μωρέ, αλλά δημιουργεί πολλά προβλήματα»).
Τα παραπάνω εξηγεί η Αγγελική Αλβανούδη, Επίκουρη Καθηγήτρια Κοινωνιογλωσσολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και μεγάλη θαυμάστρια των «ιδιαίτερα μικρών "ταπεινών" λέξεων, όπως τα μωρέ και βρε, που όμως σημειώνει ότι έχουν μεγάλη ιστορία. «Οι άνθρωποι μπορεί να θεωρούν την καθημερινή γλώσσα κάτι απλό και ασήμαντο, στην πραγματικότητα όμως χρησιμοποιείται με πολύ σύνθετους τρόπους», μου λέει.
«Προσωπικά, με ενδιαφέρει πώς οι ομιλητές και οι ομιλήτριες χρησιμοποιούν τη γλώσσα στην προφορική επικοινωνία για να πραγματοποιήσουν διάφορες πράξεις, να κάνουν αιτήματα, να διαφωνήσουν, να προσφέρουν ή να προτείνουν κάτι, να δώσουν συμβουλές ή να κάνουν αξιολογήσεις. Μέσα από αυτές τις πράξεις κατασκευάζουν την κοινωνική τους ταυτότητα, δηλαδή τοποθετούν τον εαυτό τους ως προς την ηλικία, το φύλο ή την εθνότητα, και διαπραγματεύονται τις σχέσεις αλληλεγγύης ή απόστασης με τον συνομιλητή και τη συνομιλήτρια».
Το ενδιαφέρον της την έχει οδηγήσει στη μελέτη διαφόρων καθημερινών φράσεων, όπως τα να σου πω κάτι και δε μου λες, που «χρησιμοποιούνται για να οργανώσουν τη ροή της συνομιλίας, σαν τις "ραφές" σε ένα ύφασμα». Μα μην περνάμε από το ένα θέμα στο άλλο, μωρέ! Άλλωστε, αφορμή για τη συζήτησή μας ήταν η έρευνα της για το μωρέ, που δημοσιεύθηκε πριν λίγες εβδομάδες στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Languages. Εκεί, εξέτασε πώς χρησιμοποιούμε τη λέξη όταν διαφωνούμε στην προφορική επικοινωνία, αναλύοντας δεδομένα από αυθόρμητες, πρόσωπο με πρόσωπο συνομιλίες και από τηλεφωνικές συνδιαλέξεις μεταξύ φίλων και συγγενών.
ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΛΕΞΕΙΣ ΟΠΩΣ ΤΑ «ΜΩΡΕ» ΚΑΙ «ΒΡΕ» ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΦΩΝΟΥΜΕ ΜΕ ΦΙΛΙΚΟ ΤΡΟΠΟ. ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΟΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΗ ΣΥΜΦΩΝΩ ΜΑΖΙ ΣΟΥ, ΑΛΛΑ ΣΥΝΕΧΙΖΩ ΝΑ Σ' ΑΓΑΠΩ ΚΑΙ ΝΑ ΣΕ ΝΟΙΑΖΟΜΑΙ.
Μωρέ όπως dude και bro, αλλά όχι και μωρή
«Το μωρέ προέρχεται από την κλητική μωρέ του αρχαίου επιθέτου μωρός (“ανόητος”). Στην αρχή, το χρησιμοποιούσαν για να απευθυνθούν στον συνομιλητή και να τραβήξουν την προσοχή του. Αυτή η χρήση καταγράφεται ήδη από τον 1ο–2ο αι. μ.Χ» εξηγεί η η κ. Αλβανούδη. «Με τον καιρό η αρνητική σημασία της λέξης χάθηκε και το μωρέ κατέληξε να δείχνει φιλική στάση. Από τον 16ο αιώνα και μετά, εμφανίστηκε και ο πιο σύντομος τύπος βρε», αναφέρει και προσθέτει πως το βρε απαντάται και σε άλλες γλώσσες των Βαλκανίων.
Θυμάμαι από παιδί το μωρέ να είναι αποδεκτό –υπό προϋποθέσεις–, όχι όμως και το μωρή, στο άκουσμα του οποίου θα έπεφτε καμπανάκι για «πιπέρι στο στόμα». «Σε προσφωνήσεις προτιμάται συχνά το αρσενικό γένος γιατί μπορεί να λειτουργήσει πιο γενικά, στα αγγλικά το βλέπουμε με τις λέξεις dude, mate ή το πρόσφατο bro» εξηγεί η καθηγήτρια. «Το μωρή προέρχεται από το θηλυκό του ίδιου επιθέτου και χρησιμοποιείται όταν απευθυνόμαστε σε μια γυναίκα με προσβλητικό τρόπο, για να εκφράσουμε θυμό ή για αστεϊσμό, πείραγμα και οικειότητα σε συγκεκριμένες κοινότητες, όπως μεταξύ ομοφυλόφιλων αντρών. Το μωρή έχει πιο έμφυλη χρήση και πιο αρνητικές συνδηλώσεις από το μωρέ».
ΟΤΑΝ ΜΙΛΑΜΕ ΜΕ ΚΑΠΟΙΟΝ, ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΔΕΙΞΟΥΜΕ ΤΗ ΜΕΤΑΞΥ ΜΑΣ ΣΧΕΣΗ Ή ΟΤΙ ΑΝΗΚΟΥΜΕ ΣΕ ΜΙΑ ΟΜΑΔΑ. ΕΧΟΥΜΕ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΝΙΩΘΟΥΜΕ ΑΠΟΔΟΧΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ.
Σ’ αγαπώ μωρέ, κι ας διαφωνούμε
Οι αναλύσεις των συζητήσεων έδειξαν ότι τα μωρέ και βρε λειτουργούν ως δείκτες αλληλεγγύης και φιλικής διάθεσης, με στόχο να προλάβουν ή να μειώσουν την ένταση από μια διαφωνία. «Η γλώσσα έχει τέτοια γλωσσικά στοιχεία γιατί ως ομιλητές/ομιλήτριες τα έχουμε ανάγκη», εξηγεί η κ. Αλβανούδη.
«Όταν μιλάμε με κάποιον, ένα βασικό ζητούμενο είναι να δείξουμε τι είδους σχέση έχουμε ή θέλουμε να έχουμε μαζί του, αν υπάρχει κοινωνική εγγύτητα ή απόσταση. Θέλουμε να δείχνουμε ότι ανήκουμε σε μια ομάδα, θέλουμε να είμαστε αγαπητοί/ές, έχουμε ανάγκη να νιώθουμε αποδοχή και εκτίμηση. Όμως ο τρόπος που επικοινωνούμε μπορεί να απειλήσει αυτές τις ανάγκες μας. Για αυτό χρειαζόμαστε λέξεις που μας επιτρέπουν να διαφωνούμε με φιλικό τρόπο, που δείχνουν ότι μπορεί να μη συμφωνώ μαζί σου αλλά συνεχίζω να σ’ αγαπώ και να σε νοιάζομαι. Χρησιμοποιούμε λέξεις όπως μωρέ και βρε για να προστατεύσουμε τις κοινωνικές μας σχέσεις στην καθημερινή επικοινωνία και να έρθουμε πιο κοντά συναισθηματικά».
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΕΝΗ ΣΤΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΚΑΙ ΦΙΛΙΑΣ, ΓΙ' ΑΥΤΟ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙ ΓΛΩΣΣΙΚΑ ΜΕΣΑ ΟΠΩΣ ΤΑ ΧΑΪΔΕΥΤΙΚΑ.
Μιλάμε με τη σκέψη στην αλληλεγγύη και τη φιλία
Μονολότι η έρευνα κατέληξε ότι βρε και μωρέ επιτελούν παρόμοιες λειτουργίες, το πρώτο ξεχώρισε ως ισχυρότερος δείκτης αλληλεγγύης, πιο αντιπροσωπευτικό μιας προσπάθειας να μην κακοκαρδίσουμε τον άλλον. «Γενικά, στα ελληνικά έχουμε την τάση να διαφωνούμε με φιλικό τρόπο», λέει η κ. Αλβανούδη. «Η ελληνική γλώσσα είναι προσανατολισμένη στη διατήρηση της αλληλεγγύης και φιλίας και χρησιμοποιεί διάφορα γλωσσικά μέσα, για παράδειγμα προσχηματικές συμφωνίες (“ναι αλλά"), μικρά ονόματα ή χαϊδευτικά (π.χ. Ελενάκι, Μαράκι), δείκτες οικειότητας όπως ρε, βρε, μωρέ, μαρή, καλέ. Είναι ένα πολιτισμικό μας ήθος που αποτυπώνεται στη γλώσσα».
Πότε το μωρέ φέρνει εντάσεις
«Σε αντίθεση με το βρε, που χρησιμοποιείται πάντα σε φιλικές διαφωνίες, το μωρέ εμφανίζεται και σε αντεπιχειρήματα, δηλαδή σε πιο ήπιες μορφές διαφωνίας, όπου δεν νιώθουμε την ίδια ανάγκη να δείξουμε αλληλεγγύη» σχολιάζει η κ. Αλβανούδη. Όπως εξηγεί, το μωρέ μπορεί να εμφανιστεί και σε περιπτώσεις αγένειας, όταν θέλουμε να επιτεθούμε λεκτικά και δεν μας ενδιαφέρει να διατηρήσουμε την ισορροπία στη σχέση. «Εκεί το μωρέ εκφράζει δυσπιστία, ειρωνεία και δυσαρέσκεια, όπως στην έκφραση σώπα μωρέ» αναφέρει η κ. Αλβανούδη, καταλήγοντας ότι το πώς θα ερμηνευθεί κάθε φορά η λέξη «εξαρτάται από το πλαίσιο χρήσης, την επικοινωνιακή περίσταση».