ΕΤΣΙ ΘΕΡΑΠΕΥΕΤΑΙ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΤΡΑΥΜΑ
Πώς θεραπεύεται ένα μεγάλο τραύμα; Η διάσημη ψυχοθεραπεύτρια Dr. Edith Eger, επιζήσασα του Άουσβιτς, έχει μια απάντηση που πρέπει να ακούσεις.
Αν μέχρι σήμερα δεν γνώριζες την Ουγγρο-Αμερικανίδα Dr. Edith Eger, ψυχολόγο με ειδίκευση στη μετατραυματική διαταραχή, best selling συγγραφέα και επιζήσασα του Ολοκαυτώματος, ήρθε η ώρα να τη μάθεις. Όχι μόνο επειδή θα σου δώσει να καταλάβεις τι φταίει και δεν λες να «ξεκολλήσεις» από τη λύπη, τη θλίψη, την απογοήτευση, τον φόβο και τον θυμό σου, αλλά και επειδή η ίδια η ιστορία της ζωής της μπορεί να επηρεάσει και τη δική σου, ειδικά αν έχεις βιώσει κάποιο τραύμα.
Πολύ συνοπτικά, η Dr. Eger γεννήθηκε το 1927 και μεγάλωσε στη Βουδαπέστη – ήταν η μικρότερη από τις τρεις κόρες μιας αστικής εβραϊκής οικογένειας. Η βασική ενασχόλησή της ήταν το μπαλέτο, όμως το 1942 η ουγγρική κυβέρνηση θέσπισε νέους αντιεβραϊκούς νόμους, οπότε την έδιωξαν από την ομάδα ρυθμικής γυμναστικής στην οποία συμμετείχε.
Η γερμανική κατοχή της Ουγγαρίας, δύο χρόνια μετά, οδήγησε την Eger και την οικογένειά της σε γκέτο και έπειτα σε ένα εργοστάσιο, να φτιάχνει τούβλα μαζί με άλλους 12.000 Εβραίους για έναν μήνα. Μετά μεταφέρθηκαν στο Άουσβιτς, όπου η μητέρα της επιλέχθηκε από τον Josef Mengele για να βρει τραγικό θάνατο σε έναν θάλαμο αερίων.
Όπως αφηγείται η Dr. Eger στα απομνημονεύματά της, το ίδιο απόγευμα ο Mengele την ανάγκασε να χορέψει γι’ αυτόν στους στρατώνες. Για να την ευχαριστήσει, της έδωσε μια φραντζόλα ψωμί που η Eger μοιράστηκε με άλλα κορίτσια.
Το συμβάν αυτό από μόνο του λέει πολλά για το τραύμα που βίωσε σε νεαρή ηλικία.
Τα επόμενα χρόνια βρέθηκε και σε άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως το Μάουτχαουσεν και το Γκούνσκιρχεν, όπου οι συνθήκες ήταν τόσο άθλιες ώστε αναγκαζόταν να τρώει γρασίδι για να επιβιώσει – άλλοι κρατούμενοι στράφηκαν στον κανιβαλισμό. Όταν τελικά Αμερικανοί στρατιώτες εισέβαλαν ως σωτήρες στο στρατόπεδο, τον Μάιο του 1945, η Eger, πεσμένη δίπλα σε πτώματα, θεωρήθηκε αρχικά νεκρή. Ένας στρατιώτης είδε το χέρι της να κινείται και την έσωσε. Ζύγιζε μόλις 32 κιλά. Είχε σπασμένη πλάτη, τυφοειδή πυρετό, πνευμονία και πλευρίτιδα.
Όλο αυτό το διάστημα της φρίκης, όμως, είχε και κάτι ακόμα: Τη δύναμη να κοιτάζει τη ζωή από μέσα προς τα έξω – να ανασκοπεί τον εσωτερικό της κόσμο. Και είχε την πίστη ότι δεν πρέπει να περιμένουμε κανέναν να μας κάνει χαρούμενους, αλλά να αναζητάμε την ευτυχία μέσα μας, γιατί αυτό θα αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο γύρω μας.
Ακόμα και για τους ναζί στρατιώτες που τη βασάνισαν, λέει, δεν νιώθει μίσος. Περισσότερο τους λυπάται: «Οι ναζί φρουροί ήταν κι αυτοί κρατούμενοι. Προσευχόμουν γι' αυτούς. Μετέτρεψα το μίσος σε οίκτο. Δεν είπα ποτέ σε κανέναν ότι περνούσαν τις μέρες τους δολοφονώντας ανθρώπους. Τι είδους ζωή ήταν αυτή; Τους είχαν κάνει πλύση εγκεφάλου. Τους είχαν κλέψει τα νιάτα τους».
Πώς θεραπεύεσαι από ένα μεγάλο τραύμα;
Στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύτηκε η Eger γνώρισε τον άντρα της, επίσης επιζήσαντα του Ολοκαυτώματος, με τον οποίο απέκτησαν τρία παιδιά. Το 1949, υπό την απειλή κομμουνιστών, αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην Αμερική, συγκεκριμένα στο Τέξας, και να αρχίσουν εκεί μια νέα ζωή.
Η Eger υπέφερε από μετατραυματικό σοκ και ενοχή του επιζώντος. Για πολλά χρόνια δεν ήθελε να μιλά για όσα έζησε, μέχρι που γνώρισε τον Αυστριακό νευρολόγο, ψυχίατρο και φιλόσοφο Viktor Frankl, ο οποίος επίσης είχε επιζήσει του Ολοκαυτώματος. Εκείνος την ενέπνευσε ώστε το 1978, στα 50 της, να λάβει το διδακτορικό της στην Κλινική Ψυχολογία και την άδεια της ψυχοθεραπεύτριας.
ΤΟ ΤΙ ΜΑΣ ΣΥΝΕΒΗ ΣΤΗ ΖΩΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ. ΤΟ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΜΕ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ.
Από τότε έβαλε σκοπό ζωής να βοηθά τους ανθρώπους να απελευθερώνονται από τις σκέψεις τους – να επιλέγουν, δηλαδή, να ζουν ελεύθεροι από τα συναισθήματα που πονούν. «Το τι μας συνέβη στη ζωή δεν είναι το πιο σημαντικό», γράφει στο χιλιοβραβευμένο βιβλίο της Η ελευθερία είναι επιλογή. «Το πιο σημαντικό είναι το τι κάνουμε εμείς με τη ζωή μας».
Για την ακρίβεια, το πιο σημαντικό είναι πώς επιλέγουμε να διαχειριστούμε το τραύμα που πονά, με το οποίο καταπιάστηκε στο δεύτερο σπουδαίο βιβλίο της, το The Gift, που κυκλοφόρησε το 2020.
«Δεν υπάρχει συγχώρεση αν δεν υπάρξει οργή. Χρειάζεται να περάσεις μέσα από την κοιλάδα της σκιάς του θανάτου», γράφει χαρακτηριστικά, καλώντας μας να αποδεχτούμε όλα τα συναισθήματα – απλά να κάτσουμε και να τα νιώσουμε. Η οδηγία της είναι πολύ συγκεκριμένη.
«Δεν μπορείς να θεραπεύσεις αυτό που δεν μπορείς να νιώσεις. Μην τρέχεις μακριά του. Μην το πολεμάς. Μη λες: Δεν θα έπρεπε να νιώθω έτσι. Κάθε συναίσθημα είναι δικό σου συναίσθημα. Εγώ θα το προσκαλούσα μέσα, θα το βίωνα και μετά θα το απελευθέρωνα. Γιατί έχω την επιλογή να το κάνω.
»Για πόσο ακόμα θα είμαι προσκολλημένη σε αυτόν τον φόβο, σε αυτόν τον θυμό, σε αυτή την οργή; Γιατί, αν συνεχίζω να μισώ και να ζω με οργή, συνεχίζω να είμαι αιχμάλωτη. Γι’ αυτό είναι πολύ χρήσιμο να αναρωτηθείς: Μου κάνει καλό αυτό; Με ενδυναμώνει ή με καταρρακώνει; Είναι πολύ σημαντικό να αλλάξεις τον εσωτερικό σου διάλογο γιατί, όπως η επιστήμη έχει αποδείξει, έτσι μπορείς να αλλάξεις τη χημεία του σώματός σου.
»Δεν μπορείς να δώσεις αυτό που δεν έχεις. Εύχομαι, λοιπόν, να γεμίσεις ξανά το καλάθι σου. Να ξυπνάς το πρωί, να κοιτάζεις τον καθρέφτη και να λες: Με αγαπώ. Δεν είναι εγωιστικό. Γιατί η αγάπη για τον εαυτό είναι αυτοφροντίδα».