Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΖΑΧΑΡΟΥΧΑ ΠΟΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ: ΤΙ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ Ο ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΥΓΕΙΑΣ
Mπορούν oι φόροι στα ζαχαρούχα ποτά να περιορίσουν την κατανάλωση ζάχαρης και κατ’ επέκταση την παχυσαρκία; Τι δείχνει η νέα παγκόσμια έκθεση του ΠΟΥ και τι ισχύει για την Ελλάδα.
Τα αναψυκτικά αποτελούν μέρος της καθημερινότητας για εκατομμύρια ανθρώπους, ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Ωστόσο, πλήθος ερευνών συνδέει την κατανάλωσή τους με την εμφάνιση παχυσαρκίας, καθώς ένα μόνο κουτάκι των 330 ml περιέχει σχεδόν 8,5 κουταλάκια του γλυκού ζάχαρη, ποσότητα που υπερβαίνει το ιδανικό ημερήσιο όριο που προτείνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ).
Ο ΠΟΥ συστήνει η συνολική πρόσληψη ζάχαρης να μην ξεπερνά περίπου τα 9 κουταλάκια του γλυκού ημερησίως για τα παιδιά και τα 12 για τους ενήλικες, με ακόμη μεγαλύτερα οφέλη όταν περιορίζεται περίπου στα 5 κουταλάκια.
Παρά τις συστάσεις ειδικών και οργανισμών υγείας, οι πωλήσεις αναψυκτικών αυξάνονται παγκοσμίως ως αποτέλεσμα της έντονης διαφημιστικής προώθησης. Στο πλαίσιο αυτό, η νέα παγκόσμια έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας εξετάζει κατά πόσο οι υφιστάμενοι φόροι στα ζαχαρούχα ποτά εφαρμόζονται με τρόπο που να συμβάλλει ουσιαστικά στη μείωση της κατανάλωσης ζάχαρης.
Η έκθεση δημοσιεύεται σε μια περίοδο κατά την οποία η παχυσαρκία και το υπερβάλλον βάρος αυξάνονται σε πολλές περιοχές του κόσμου, αποτελώντας έναν από τους βασικούς παράγοντες κινδύνου για μη μεταδιδόμενα νοσήματα, όπως ο διαβήτης, τα καρδιαγγειακά νοσήματα και ο καρκίνος.
Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση, παρότι οι φόροι στα ζαχαρούχα ποτά έχουν υιοθετηθεί σε 116 χώρες, στις περισσότερες περιπτώσεις παραμένουν χαμηλοί ή δεν έχουν σχεδιαστεί με κριτήρια δημόσιας υγείας, με αποτέλεσμα να μην επηρεάζουν ουσιαστικά την κατανάλωση.
Όπως εξηγεί στο OW η Anne-Marie Perucic, οικονομολόγος στο Τμήμα Προσδιοριστικών Παραγόντων Υγείας, Προαγωγής και Πρόληψης του ΠΟΥ και μία από τις βασικές συντάκτριες της έκθεσης, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ίδια τη φορολόγηση, αλλά στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται και εφαρμόζεται.
Σύμφωνα με την ίδια, στις περισσότερες χώρες οι φόροι στα ζαχαρούχα ποτά θεσπίστηκαν κυρίως για δημοσιονομικούς λόγους, δηλαδή με σκοπό την αύξηση των δημόσιων εσόδων και όχι τη μείωση της κατανάλωσης. Όπως επισημαίνει, μόνο σε λίγες περιπτώσεις ο φόρος σχεδιάστηκε εξαρχής ως εργαλείο δημόσιας υγείας, ώστε να περιοριστεί η παχυσαρκία και το υπερβάλλον βάρος.
ΣΕ ΧΩΡΕΣ ΟΠΟΥ ΤΟ ΜΕΤΡΟ ΕΦΑΡΜΟΣΤΗΚΕ ΜΕ ΣΑΦΗ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟ ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΓΕΙΑ, ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΑΠΟΔΙΔΕΙ. ΠΟΛΛΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΠΡΟΧΩΡΗΣΑΝ ΗΔΗ ΣΕ ΑΝΑΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΓΩΝ ΤΟΥΣ.
«Αν ένας φόρος επιβάλλεται μόνο για αύξηση εσόδων, δεν θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα στη συμπεριφορά των καταναλωτών. Όταν ο στόχος είναι η υγεία, θέλεις ο φόρος να αυξάνει ουσιαστικά την τιμή του προϊόντος ώστε να γίνεται λιγότερο προσιτό και να μειώνεται η κατανάλωση. Είναι εντυπωσιακό ότι από τις 53 χώρες που υπάγονται στην Ευρωπαϊκή Περιφέρεια του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, μόνο 22 έχουν θεσπίσει τέτοιο φόρο. Δηλαδή, λιγότερες από τις μισές χώρες», σημειώνει.
Ένας από τους λόγους που συμβαίνει αυτό είναι, κατά την ίδια, οι πιέσεις από τη βιομηχανία, αλλά και η ανησυχία των κυβερνήσεων για πιθανές κοινωνικές αντιδράσεις.
Όπως εξηγεί, σε ορισμένες περιπτώσεις χώρες που επιχείρησαν να εισαγάγουν νέο φόρο ή να αυξήσουν τη φορολόγηση δεν προχώρησαν τελικά, είτε λόγω πιέσεων από τη βιομηχανία είτε λόγω φόβου ότι η αύξηση των τιμών σε προϊόντα ευρείας κατανάλωσης θα προκαλούσε δυσαρέσκεια στους πολίτες.
Παρά τις πολιτικές δυσκολίες, η φορολόγηση ως εργαλείο δημόσιας υγείας δεν αποτελεί νέα ή αδοκίμαστη πρακτική. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει ήδη κατατάξει τη φορολόγηση του καπνού και του αλκοόλ στις λεγόμενες «Best Buys» παρεμβάσεις, δηλαδή στα μέτρα με τη μεγαλύτερη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας για τη μείωση των μη μεταδιδόμενων νοσημάτων.
«ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΜΕ ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΕΠΙΒΛΑΒΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ, ΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΞΕΤΑΖΟΥΝ ΤΡΟΠΟΥΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΠΙΟ ΠΡΟΣΙΤΕΣ ΤΙΣ ΥΓΙΕΙΝΟΤΕΡΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ».
«Έχουμε πολύ μακρά εμπειρία στη φορολόγηση του καπνού και του αλκοόλ, όπου τα στοιχεία είναι ισχυρά και οι αυξήσεις τιμών έχουν οδηγήσει σε μείωση της κατανάλωσης. Η φορολόγηση των ζαχαρούχων ποτών δεν έχει ακόμη ενταχθεί επισήμως στις “Best Buys”, αλλά πιστεύω ότι είναι θέμα χρόνου, καθώς τα στοιχεία για την αποτελεσματικότητά της συνεχώς ενισχύονται».
Το παράδειγμα του Ηνωμένου Βασιλείου και του Μεξικού
Σε χώρες όπου το μέτρο εφαρμόστηκε με σαφή προσανατολισμό στη δημόσια υγεία, φαίνεται ήδη να αποδίδει. Η εμπειρία του Ηνωμένου Βασιλείου και του Μεξικού, όπως επισημαίνει η Anne-Marie Perucic, δείχνει ότι όταν ο στόχος είναι η ουσιαστική μείωση της κατανάλωσης ζάχαρης, τα αποτελέσματα είναι μετρήσιμα.
«Τον Απρίλιο του 2018 η Μεγάλη Βρετανία εισήγαγε έναν κλιμακωτό φόρο στα ζαχαρούχα ποτά, ο οποίος συνδέεται με την περιεκτικότητα σε ζάχαρη. Τα ποτά που περιέχουν περισσότερα από 5 γραμμάρια ζάχαρης ανά 100 χιλιοστόλιτρα επιβαρύνονται με 18 πένες ανά λίτρο, ενώ για περιεκτικότητα άνω των 8 γραμμαρίων ο φόρος αυξάνεται στις 24 πένες. Το μέτρο αυτό οδήγησε σε μείωση της κατανάλωσης και δημιούργησε ισχυρό κίνητρο για τους παρασκευαστές να μειώσουν την περιεκτικότητα των προϊόντων τους σε ζάχαρη, προκειμένου να περιορίσουν τη φορολογική επιβάρυνση. Πολλές εταιρείες προχώρησαν ήδη σε αναδιαμόρφωση των συνταγών τους μετά την εισαγωγή της νομοθεσίας».
Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΩΝ «ΥΓΙΕΙΝΟΤΕΡΩΝ ΕΠΙΛΟΓΩΝ» ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΡΟΦΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΦΕΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΝΔΕΙΞΗ «ΧΩΡΙΣ ΖΑΧΑΡΗ» ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΥΝ ΤΕΧΝΗΤΑ Ή ΜΗ ΣΑΚΧΑΡΟΥΧΑ ΓΛΥΚΑΝΤΙΚΑ.
Πράγματι, μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό PLOS Medicine κατέγραψε μείωση της παχυσαρκίας κατά 8% στα κορίτσια ηλικίας 10–11 ετών μετά την εφαρμογή του φόρου, που αντιστοιχεί σε περισσότερες από 5.000 λιγότερες περιπτώσεις παχυσαρκίας ετησίως στη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα. Οι μειώσεις ήταν ακόμη μεγαλύτερες σε παιδιά που ζούσαν σε πιο υποβαθμισμένες περιοχές, όπου η κατανάλωση ζαχαρούχων ποτών ήταν υψηλότερη.
Ένα αντίστοιχα καλό παράδειγμα αποτελεί το Μεξικό, όπου σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας μεγάλο μέρος της πρόσληψης ζάχαρης προερχόταν από την κατανάλωση ζαχαρούχων ποτών.
«Στην περίπτωση του Μεξικού παρατηρήθηκε ότι οι καταναλωτές αγόραζαν λιγότερα ζαχαρούχα ποτά όταν αυτά έγιναν ακριβότερα, ενώ παράλληλα αύξησαν την κατανάλωση εμφιαλωμένου νερού. Συνήθως πρόκειται για τις ίδιες εταιρείες που πωλούν μεγάλη ποικιλία ποτών. Επομένως, ο ισχυρισμός ότι ο φόρος θα έχει κατ’ ανάγκη αρνητική επίδραση στη βιομηχανία δεν επιβεβαιώνεται απαραίτητα, όπως είδαμε».
Η Ελλάδα και η ανάγκη για ολοκληρωμένη πρόληψη
Παρά τις ενδείξεις αποτελεσματικότητας του μέτρου, τέτοιου τύπου παρεμβάσεις παραμένουν περισσότερο η εξαίρεση παρά ο κανόνας. Ανάλογη είναι η κατάσταση και στην Ελλάδα. Παρότι τα ποσοστά υπερβάλλοντος βάρους και παχυσαρκίας αγγίζουν το 55% του πληθυσμού, τα ζαχαρούχα ποτά εξακολουθούν να είναι προσιτά οικονομικά, ενώ δεν υπάρχει ειδικός φόρος που να έχει σχεδιαστεί με στόχο τη δημόσια υγεία.
Όπως επισημαίνει η Anne-Marie Perucic, η φορολόγηση των ποτών μπορεί να αποτελέσει έναν σχετικά απλό τρόπο μείωσης της κατανάλωσης ζάχαρης. Αν μάλιστα αποτελέσει μέρος ενός ευρύτερου συνόλου μέτρων, τότε τα αποτελέσματα θα είναι ακόμη πιο ικανοποιητικά. «Στην Ελλάδα το ποσοστό υπερβάλλοντος βάρους και παχυσαρκίας είναι πολύ υψηλό και ανησυχητικό. Ίσως δεν έχει γίνει αρκετή προσπάθεια ώστε να πειστούν οι αρχές ότι η φορολόγηση των ποτών είναι ένας σχετικά εύκολος τρόπος μείωσης της κατανάλωσης ζάχαρης. Φυσικά, δεν είναι η μόνη πολιτική που προτείνουμε. Παράλληλα με τη φορολόγηση επιβλαβών προϊόντων, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να εξετάζουν τρόπους ώστε, μέσω επιδοτήσεων ή άλλων εργαλείων, να κάνουν πιο προσιτές τις υγιεινότερες επιλογές».
ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ, ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΧΩΡΕΣ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΣΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥΣ ΒΑΣΗ ΚΑΙ ΠΟΤΑ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΥΝ ΜΟΝΟ ΜΗ ΣΑΚΧΑΡΟΥΧΑ ΓΛΥΚΑΝΤΙΚΑ.
Η έννοια των «υγιεινότερων επιλογών» δεν πρέπει να ταυτίζεται με ροφήματα που φέρουν την ένδειξη «χωρίς ζάχαρη» και περιέχουν τεχνητά ή μη σακχαρούχα γλυκαντικά. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, υπάρχουν ενδείξεις ότι η μακροπρόθεσμη κατανάλωσή τους δεν συμβάλλει στη μείωση του βάρους και ενδέχεται να συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο υπερβάλλοντος βάρους και παχυσαρκίας. «Έχουν παρόμοια επίδραση με τη ζάχαρη, γι’ αυτό και ως Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνιστούμε τη φορολόγησή τους», σημειώνει η Anne-Marie Perucic.
Σε ορισμένες χώρες το μέτρο εφαρμόζεται ήδη. Πρόκειται κυρίως για χώρες της Αφρικής, της Νοτιοανατολικής Ασίας και του Δυτικού Ειρηνικού. Στην Ευρώπη, χώρες όπως το Βέλγιο, η Γαλλία και από το 2026 η Εσθονία και η Λιθουανία, περιλαμβάνουν στη φορολογική τους βάση και ποτά που περιέχουν μόνο μη σακχαρούχα γλυκαντικά. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως στην Ολλανδία και την Πορτογαλία, η φορολογία καλύπτει ευρύτερα τα μη αλκοολούχα ποτά, ανεξαρτήτως περιεκτικότητας σε ζάχαρη.
Διπλό όφελος από τη φορολόγηση των ζαχαρούχων ποτών
Η φορολόγηση των ζαχαρούχων ποτών, όπως υπογραμμίζει η Anne-Marie Perucic, δεν αποτελεί μόνο εργαλείο δημόσιας υγείας αλλά και δημοσιονομικής πολιτικής. Σε μια περίοδο που οι δημόσιοι προϋπολογισμοί πιέζονται και οι δαπάνες για την υγεία αυξάνονται, η αύξηση ή η αναπροσαρμογή τέτοιων φόρων μπορεί να ενισχύσει τα δημόσια έσοδα, λειτουργώντας ταυτόχρονα αποτρεπτικά για την κατανάλωση ζάχαρης.
Σε ορισμένες χώρες, μάλιστα, τα έσοδα από τη φορολόγηση δεν παραμένουν απλώς στον γενικό προϋπολογισμό. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, μέρος των εσόδων από τον ειδικό φόρο στα ζαχαρούχα ποτά κατευθύνεται μέσω του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στη χρηματοδότηση της υγείας.
Το αν και κατά πόσο τέτοια μέτρα θα αξιοποιηθούν συστηματικά και σε άλλες χώρες, παραμένει ξεκάθαρα μια πολιτική επιλογή.