ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ: «Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΔΕΝ ΘΥΜΟΤΑΝ ΤΙΠΟΤΑ, ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΠΟΥ ΔΟΥΛΕΥΕ ΩΣ ΔΕΣΜΟΦΥΛΑΚΑΣ»
«Η Δεσμοφύλακας» του Νίκου Δαββέτα είναι ένα βιβλίο που ισορροπεί ανάμεσα στο προσωπικό βίωμα και το λογοτεχνικό κείμενο. Πρωταγωνίστρια η μητέρα του συγγραφέα, η οποία λόγω του Αλτσχάιμερ χάνει τον εαυτό της, αλλά θυμάται πολύ καλά όσα σχετίζονται με τη δουλειά που έκανε – ήταν δεσμοφύλακας στις φυλακές Αβέρωφ και στη συνέχεια στις φυλακές Κορυδαλλού.
Ο Νίκος Δαββέτας ήταν ο πρώτος μου αρχισυντάκτης. Από τότε έχουν περάσει χρόνια και ο ίδιος έχει γράψει 15 βιβλία. Το τελευταίο του έχει τίτλο «Η Δεσμοφύλακας» και ήταν η αφορμή να του ζητήσω να κάνουμε αυτή τη συνέντευξη.
Η μητέρα του ήταν δεσμοφύλακας στις φυλακές Αβέρωφ και στη συνέχεια στις φυλακές Κορυδαλλού – τον ήξερα χρόνια, αλλά αυτό ήταν κάτι που δεν το γνώριζα. Όταν η ίδια διαγνώστηκε με Αλτσχάιμερ, ο γιος της έγινε ο φροντιστής της και σε κάποιες περιπτώσεις ο δικός της «δεσμοφύλακας». Στις σελίδες του βιβλίου, ο Νίκος Δαββέτας περιγράφει τη νόσο του Αλτσχάιμερ μέσα από μια γυναίκα που είχε ξεχάσει το σπίτι της, αλλά θυμόταν τις φυλακές, που έχανε τον εαυτό της, αλλά είχε ξεκάθαρες μνήμες από τον ρόλο της ως δεσμοφύλακας. Χωρίς ίχνος εύκολης συγκίνησης, το βιβλίο ισορροπεί ανάμεσα στο προσωπικό βίωμα και το λογοτεχνικό κείμενο, αφήνοντας την πένα του συγγραφέα –άλλοτε ειρωνική, άλλοτε χιουμοριστική και άλλοτε ακραία αληθινή– να συνεπάρει τον/την αναγνώστη/στρια.
– Σε ξέρω τόσα χρόνια, αλλά δεν γνώριζα ποτέ το επάγγελμα της μητέρας σου. Ήταν κάτι το οποίο σε δυσκόλευε και το έκρυβες; Πώς είναι για ένα παιδί να έχει μητέρα δεσμοφύλακα σε σωφρονιστικό ίδρυμα;
Ναι, σε πρώτη φάση το έκρυβα. Με ζόρισε όλο αυτό περισσότερο στην εφηβεία. Μετά τη μεταπολίτευση, που ήμουν φοιτητής, ήταν πολύ δύσκολο να πεις ότι η μητέρα σου ήταν δεσμοφύλακας – παρόλο που γνώριζα ότι η μητέρα μου βοηθούσε τις κρατούμενες. Μάλιστα, μετά τον θάνατό της βρήκα το αρχείο της –με γράμματα, ευχαριστίες, κάρτες– και κατάλαβα το πόσο βοηθούσε αριστερές κρατούμενες. Όταν άρχισα να ασχολούμαι με την πολιτική στο Πανεπιστήμιο (ήμουν σε αριστερές νεολαίες, υποψήφιος με αριστερούς σχηματισμούς κλπ.), ζοριζόμουν όταν η κουβέντα ερχόταν στη δουλειά της μητέρας μου. Έλεγα γενικώς «Δημόσιος υπάλληλος» ή «Εργάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης».
– Οπότε αυτό που σε δυσκόλεψε είναι ότι κουβαλούσε το στίγμα της εξουσίας αυτό το επάγγελμα;
Όχι ακριβώς. Αυτό το επάγγελμα είναι κακόηχο, έχει ακόμα ένα βάρος, έχει πολλούς συμβολισμούς από πίσω, πολλές συνδηλώσεις αρνητικές – φαντάζεσαι μια γυναίκα σκληροτράχηλη, που δέρνει, που ασκεί βία. Αλλά η δουλειά της δεσμοφύλακα στην Ελλάδα, που ουσιαστικά λέγεται σωφρονιστική υπάλληλος, δεν είναι αυτό που έχουμε στο μυαλό μας από τις ταινίες του Χόλιγουντ. Δεν έχει όπλο για παράδειγμα – γι’ αυτή τη δουλειά είναι η αστυνομία, σε εκείνα τα χρόνια ήταν η χωροφυλακή. Παλιά οι γυναίκες αυτές φορούσαν ποδιά σαν μαθητική, δεν είχαν στολή. Ουσιαστικά, ήταν υπεύθυνες για την ευταξία της φυλακής – άνοιγαν τα κελιά, έδιναν στις κρατούμενες φαγητό και ρουχισμό, επέβλεπαν την καθαριότητά τους και τις ομάδες εργασίας (π.χ. ομάδες χειροτεχνίας). Η μητέρα μου στη συνέχεια έγινε αρχιφύλακας – θα γινόταν και διευθύντρια, αλλά δεν είχε πτυχίο Νομικής το οποίο μπήκε κάποια στιγμή ως απαραίτητη προϋπόθεση.
Νομίζω ότι το ζόρισμα για τη μητέρα μου και για όλες τις εργαζόμενες στις φυλακές ήταν όταν το ’68 άρχισαν να μπαίνουν οι πρώτες μετά τον εμφύλιο πολιτικές κρατούμενες – ήταν φοιτήτριες, νέα κορίτσια που είχαν ταλαιπωρηθεί, βασανιστεί. Η μητέρα μου και οι υπόλοιπες εργαζόμενες εκεί τις αντιμετώπιζαν πολύ καλά, γιατί καταλάβαιναν ότι δεν είχαν διαπράξει κάποιο έγκλημα. Οι ελληνικές φυλακές μέχρι το ‘68 είχαν δύο ειδών κρατούμενες: γυναίκες βαρυποινίτισσες που είχαν σκοτώσει τον άντρα τους ή γυναίκες που εκδίδονταν. Δεν υπήρχαν άλλα αδικήματα. Βαθμιαία άλλαξε ο χαρακτήρας του εγκλήματος στην Ελλάδα και έγινε πιο σοβαρός.
Οι πρώτες γυναίκες που μπήκαν στη φυλακή και δημιουργούσαν προβλήματα ήταν αυτές που έπαιρναν ναρκωτικά, οι οποίες τότε φυλακίζονταν για χρήση. Και φυσικά πολύ κακώς τις έστελναν στη φυλακή, όπου δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν το στερητικό σύνδρομο. Σε αυτό νομίζω ότι έχει βοηθήσει πάρα πολύ η μητέρα μου, γιατί βρήκα στο αρχείο της όχι ένα, αλλά εφτά διαβήματα που είχε στείλει ως αρχιφύλακας στον τότε υπουργό Δικαιοσύνης, ζητώντας οι γυναίκες αυτές να έχουν νοσοκομειακή περίθαλψη.
ΤΟ ΖΟΡΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΕΣ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΗΤΑΝ ΟΤΑΝ ΤΟ '68 ΑΡΧΙΣΑΝ ΝΑ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΕΣ – ΗΤΑΝ ΦΟΙΤΗΤΡΙΕΣ, ΝΕΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΤΑΛΑΙΠΩΡΗΘΕΙ, ΒΑΣΑΝΙΣΤΕΙ.
– Πότε έγραψες τη «Δεσμοφύλακα»; Κατά τη διάρκεια της ασθένειας της μητέρας σου ή μετά τον θάνατό της;
Το βιβλίο το τελείωσα πριν πεθάνει η μητέρα μου. Το αρχείο της το βρήκα μετά τον θάνατό της και η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω αν θα ολοκλήρωνα το βιβλίο στην περίπτωση που είχα βρει νωρίτερα το αρχείο.
– Γιατί το λες αυτό;
Επειδή είναι δεσμευτικό. Γιατί πια βλέπεις όλο τον άνθρωπο. Αυτό θα με υποχρέωνε να βάλω ένα υλικό πραγματολογικό μέσα στο βιβλίο, το οποίο θα χαλούσε τη λογοτεχνικότητά του. Γιατί εγώ δεν γράφω μια μαρτυρία, ούτε ένα ντοκουμέντο. Δεν έκανα δημοσιογραφική έρευνα για τις φυλακές. Οι φυλακές έπονται του Αλτσχάιμερ, το Αλτσχάιμερ είναι αυτό που πυροδοτεί την αφήγηση.
– Υπήρξε μια συγκεκριμένη στιγμή, μια εικόνα, μια φράση της μητέρας σου που λειτούργησε ως σπινθήρας για να γράψεις αυτό το βιβλίο;
Η στιγμή αυτή ήταν όταν συνειδητοποίησα ότι η μητέρα μου, λόγω του Αλτσχάιμερ, δεν θυμάται εμένα, αλλά θυμάται εμένα στη φυλακή όταν με έπαιρνε μαζί της κάποιες Κυριακές. Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν ξέρει πού είναι η Καλλιθέα, το σπίτι που ζει, αλλά θυμάται πού είναι η φυλακή. Κάποια στιγμή «δραπετεύει» από την κυρία που την προσέχει, παίρνει ένα ταξί, δίνει τη διεύθυνση της φυλακής και πηγαίνει εκεί! Άρα καταλαβαίνω τι ήταν για τη μητέρα μου η δουλειά της. Η δουλειά μάς δίνει μια αξία, έναν ρόλο, μια αξιοπρέπεια. Οπότε καταλαβαίνω ότι η αξιοπρέπειά της και η όλη της η ψυχοσύνθεση είχαν στηθεί γύρω από αυτόν τον ρόλο, της δεσμοφύλακα. Αυτό μπορεί να τη ζόριζε, αλλά μπορεί και να την κολάκευε, να της έδινε έναν λόγο ύπαρξης. Εκεί λοιπόν σκέφτηκα ότι «αυτό υπήρξε στη ζωή της, αυτό ήταν το σημαντικό».
– Εσύ στη φυλακή είχες πάει ως παιδί μερικές φορές για να την επισκεφθείς;
Υπολογίζω ότι είχα πάει γύρω στις 20 φορές. Με έπαιρνε μαζί της κάποιες Κυριακές που είχε βάρδια και δεν είχε πού να με αφήσει. Υπήρχε ένα ηλικιακό όριο για να μπει αγόρι στις γυναικείες φυλακές, οπότε ο αδερφός μου δεν μπορούσε να έρθει. Εγώ τότε ήμουν 8-9 χρονών. Όταν μπήκα στην εφηβεία και δεν μπορούσα πια να πηγαίνω, ήταν όταν γκρεμίστηκαν οι φυλακές Αβέρωφ και μεταφέρθηκαν στον Κορυδαλλό – εκεί πήγα μία φορά μόνο. Τις φυλακές Αβέρωφ τις θυμάμαι πολύ καλά – ένα παιδί 7-8 χρονών «φωτογραφίζει» τα πάντα. Αν μου δώσεις χαρτί και μολύβι μπορώ να σχεδιάσω τα πάντα – τα γραφεία, τους θαλάμους, τα μαγειρεία.
– Στη φυλακή τι σου είχε κάνει εντύπωση και πώς το βίωνες;
Κοίτα, δεν το βίωνα φοβερά τραυματικά νομίζω. Πρέπει να λάβεις υπόψη σου και την εποχή εκείνη – το ’69 δεν είχαμε ούτε τηλεόραση καλά καλά. Αντί να κάθεται σπίτι ένα εννιάχρονο παιδί μόνο του, πήγαινε σε ένα περίεργο μέρος. Η μητέρα μου με άφηνε στο γραφείο του διευθυντή που είχε μαρκαδόρους και χαρτιά για να ζωγραφίσω. Δεν έμπαινα πιο μέσα, δεν έβλεπα κάτι άλλο.
– Μέχρι που μια μέρα το έσκασες, γράφεις στο βιβλίο!
Ακριβώς. Μια μέρα βρήκα την πόρτα που οδηγούσε στις πτέρυγες ξεκλείδωτη. Οι πτέρυγες από τα γραφεία (το λογιστήριο, τη γραμματεία, αρχιφυλακείο, κλπ.) χωριζόταν από μια τεράστια γκρι πόρτα με ροδάκια, που έπρεπε να τη σύρεις με πολλή δύναμη για να ανοίξει. Για να μην μπαίνουν διαρκώς σ’ αυτή τη διαδικασία, είχαν ανοίξει ένα πολύ στενό πορτάκι πάνω στη μεγάλη πόρτα και από αυτό το πορτάκι περνούσε μετά βίας ένας άνθρωπος. Το κοιτούσα συνεχώς και αναρωτιόμουν τι ήταν από πίσω.
Το βρήκα λοιπόν ανοιχτό μια μέρα και έτρεξα. Βρέθηκα σε ένα προαύλιο –ήταν η ώρα του προαυλισμού τους– και είδα γυναίκες, κάποιες μάλιστα έπαιζαν βόλεϊ. Μου φάνηκε σαν προαύλιο σχολείου, θύμιζε τα σχολεία μας τότε – γκρι, με κάγκελα. Είδα ένα εκκλησάκι και τον περιβόητο φοίνικα που υπάρχει και σε ταινίες. Προχώρησα και βρέθηκα μπροστά σε ημίγυμνες γυναίκες – ήμουν στον θάλαμο που ήταν οι ιερόδουλες. Οι γυναίκες μού φώναζαν «Έλα αγοράκι, έλα να παίξουμε», με ρωτούσαν πώς με λένε, μου τσιμπούσαν τα μάγουλα.
– Δεν ρωτούσες τη μητέρα σου τι γινόταν τη φυλακή;
Η μητέρα μου μάς μετέφερε πολύ λίγα πράγματα από τη φυλακή. Νομίζω ότι ήθελε να μας προστατέψει από αυτό που εισέπραττε ως καθημερινότητα. Αυτό που θυμάμαι όμως είναι κρατούμενες που όταν αποφυλακίζονταν έρχονταν από το σπίτι να την επισκεφτούν, να της φέρουν γλυκά, να την χαιρετήσουν για να πάνε στην επαρχία.
Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΔΕΝ ΕΠΑΙΡΝΕ ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΤΗΣ, ΓΙΑΤΙ ΕΙΧΕ ΜΑΘΕΙ ΝΑ ΤΑ ΚΡΥΒΕΙ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΝΑ ΤΑ ΦΤΥΝΕΙ – ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΚΟΛΠΟ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΜΑΘΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΕΣ!
– Σε αυτές τις επισκέψεις καταλάβαινες ότι η μητέρα σου τις είχε βοηθήσει αυτές τις γυναίκες, ότι τους είχε φερθεί καλά;
Ναι, μια φορά θυμάμαι –και το αναφέρω και στο βιβλίο– είχε έρθει σπίτι μας μια πολύ καλή γυναίκα. Ρώτησα τη μαμά μου τι έκανε και μπήκε φυλακή και μου είπε «Σκότωσε τον άντρα της». Η φράση «Τον έκανε με τα κρεμμυδάκια» βγήκε από αυτή την υπόθεση – τον είχε θάψει στον κήπο και από πάνω είχε σπείρει κρεμμυδάκια. Το τέλος που δίνω στο βιβλίο γι’ αυτή τη γυναίκα είναι λογοτεχνικό. Όπως και για την πολιτική κρατούμενη που αναφέρω στο βιβλίο.
– Ήταν μια διαδικασία πένθους η συγγραφή αυτού του βιβλίου; Σε βοήθησε να επεξεργαστείς αυτό που ζούσες;
Ναι. Το πρωί δούλευα και το απόγευμα, μέχρι να έρθει η αποκλειστική, πήγαινα και καθόμουν στο σπίτι της μητέρας μου. Το γράψιμο φόρτιζε τις μπαταρίες σου. Το μοναδικό πράγμα που μπορούσα να κάνω ήταν να γράφω – όχι όμως με τη προοπτική να γίνει βιβλίο. Ακόμα και μία μέρα πριν εκδοθεί, σκέφτηκα να πάω να το πάρω πίσω, γιατί ένιωθα ότι είναι πολύ προσωπικό. Σκεφτόμουν αν εκθέτω μια γυναίκα, τη μητέρα μου… Είδα όμως εκ των υστέρων ότι το αναγνωστικό κοινό την έχει αγαπήσει πια ως λογοτεχνική ηρωίδα.
– Από ένα σημείο και μετά έγινες εσύ με έναν τρόπο ο «δεσμοφύλακας» της μητέρας σου, έτσι δεν είναι;
Έτσι είναι. Έπρεπε να συνεννοούμαι με τους γιατρούς. Υπήρχαν πολλές μεταφορές, χρειάστηκε να νοσηλευτεί αρκετές φορές. Έπρεπε να φροντίζω να παίρνει τα φάρμακά της. Αυτό που περιγράφω μέσα στο βιβλίο είναι αλήθεια: Δεν έπαιρνε τα φάρμακά της, γιατί είχε μάθει να τα κρύβει στο στόμα της και μετά να τα φτύνει – ήταν ένα κόλπο που έκαναν οι κρατούμενες για να μην παίρνουν τα χάπια που τους έδιναν για να τις κατευνάσουν! Πράγματι, ξαφνικά έγινα εγώ ο «δεσμοφύλακας» της μητέρας μου – μου το λένε πολλοί, εγώ δεν το είχα καταλάβει.
Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΜΕ ΑΛΤΣΧΑΪΜΕΡ ΕΙΝΑΙ ΕΞΑΝΤΛΗΤΙΚΗ. ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΤΟΝ ΡΟΛΟ ΤΟΥ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΝΑ ΒΡΟΥΝ ΕΝΑΝ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΗ ΝΑ ΜΙΛΑΝΕ, ΝΑ ΞΕΣΠΑΝΕ.
– Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στην Ελλάδα που φροντίζουν σήμερα δικούς τους ανθρώπους με Αλτσχάιμερ. Τι θα ήθελες να τους πεις με όλη αυτή την εμπειρία που έζησες;
Η φροντίδα ενός ανθρώπου με Αλτσχάιμερ είναι εξαντλητική. Δεν μπορείς να συνεννοηθείς με τον άνθρωπο απέναντί σου, να του πεις «πάρε το παυσίπονο ή την αντιβίωση». Εγώ αυτό δεν μπορούσα να το διαχειριστώ. Είναι no return η ασθένεια αυτή. Θα ήθελα να πω στους ανθρώπους που έχουν τον ρόλο φροντιστή ότι είναι σημαντικό να βρουν έναν ψυχοθεραπευτή να μιλάνε, να ξεσπάνε. Αυτό που διαφοροποιεί αυτήν την ασθένεια και την κάνει τόσο δύσκολη στη διαχείρισή της είναι ότι ο άνθρωπος βγαίνει εκτός πραγματικότητας. Μια φορά μπήκα στο μπάνιο και βρήκα μέσα στη λεκάνη ένα μικρό τηγάνι. Ρώτησα τη μητέρα μου αν το έβαλε εκεί. «Ναι», μου απάντησε «για να πλυθεί».
– Το Αλτσχάιμερ, η άνοια είναι μια βαθιά σωματική, χαοτική, συχνά σκληρή όπως περιγράφεις κι εσύ, ασθένεια. Πώς κατάφερες να μετουσιώσεις την εμπειρία σου σε λογοτεχνία χωρίς να προδώσεις ούτε την αλήθεια, ούτε την αξιοπρέπεια της μητέρας σου;
Αυτό είναι το στοίχημα το λογοτεχνικό. Θα μπορούσε να βγει κάτι το κωμικοτραγικό ή το πολύ μελό, αλλά δεν ήθελα κάτι τέτοιο. Ως συγγραφέας χρησιμοποιείς τεχνικές, προσπαθείς να επιστρατεύσεις όλες τις ευχέρειες του λόγου. Αυτό το κείμενο έχει δουλευτεί και ξαναδουλευτεί και φυσικά έχω πετάξει πολλά πράγματα που ήταν πολύ προσωπικά. Προσπαθούσα να κάνω ένα βιβλίο που να μη βαραίνει, να είναι λίγο σαν κύμα – να έρχεται και να φεύγει.
– Γράφεις στο βιβλίο: «Και το μυαλό μου άραγε θα έχει τη μοίρα του μυαλού της; Δεν θα αναγνωρίζω κι εγώ στο μέλλον τον γιο μου, τους συγγραφείς που αγάπησα, τα βιβλία που έγραψα;» Πώς διαχειρίζεσαι αυτόν τον φόβο σου;
Είναι πολύ έντονος ο φόβος αυτός μετά τον θάνατο της μητέρας μου. Τον έχει περιγράψει πολύ ωραία ο Τζον Μπέιλι, άντρας της Βρετανίδας μυθιστοριογράφου Άιρις Μέρντοχ, η οποία διαγνώστηκε με Αλτσχάιμερ το 1997 και πέθανε δυο χρόνια αργότερα – η ιστορία της μάλιστα έγινε και ταινία με τίτλο «Iris». Ο άντρας της που είχε γίνει ο φροντιστής της, αναφέρει ότι από ένα σημείο και μετά η γυναίκα του δεν θυμόταν ούτε τα βιβλία που είχε γράψει η ίδια και έλεγε «Ποιος έχει γράψει αυτές τις αηδίες;» Τον έχω, λοιπόν, αυτόν τον φόβο. Απλώς απωθώ τη σκέψη. Αν είναι να μου ‘ρθει, θα μου ‘ρθει!
– Πριν λίγο καιρό βρέθηκες σε γυναικείες φυλακές στο Τορίνο, προσκεκλημένος για να μιλήσεις για το βιβλίο σου. Ήταν η πρώτη σου επίσκεψη σε φυλακή μετά την ηλικία των 9 ετών; Πώς το βίωσες;
Με κάλεσαν από τον ιταλικό εκδοτικό οίκο που έβγαλε το βιβλίο μου στα Ιταλικά στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου του Τορίνο. Στο πλαίσιο της έκθεσης, υπάρχει ένα πρόγραμμα, το «Salone Off», όπου πραγματοποιούνται εκδηλώσεις και δράσεις «έξω από το σαλόνι», σε όλη τη μητροπολιτική περιοχή. Μια από αυτές ήταν η επίσκεψη σε φυλακές έξω από το Τορίνο, όπου οι κρατούμενες έχουν λέσχη ανάγνωσης. Έστειλαν το βιβλίο μου στη λέσχη για να το διαβάσουν οι κρατούμενες – αυτές ενθουσιάστηκαν, η Διευθύντρια συγκινήθηκε, και ζήτησαν να με γνωρίσουν. Οπότε πήγα.
Πράγματι, είχα να επισκεφθώ φυλακή από όταν ήμουν 9 χρονών και είχα ένα κράτημα. Είχαμε, όμως, μια κουβέντα πολύ ζεστή και ανθρώπινη με 7 κρατούμενες, αλλά και εθελόντριες από την περιοχή που βοηθούν τις φυλακισμένες και φυσικά με εργαζόμενες εκεί. Ζορίστηκα στην αρχή, αλλά το έβγαλα. Τη θυμόμουν πιο όμορφη τη φυλακή. Οι φυλακές Αβέρωφ είχαν φτιαχτεί αρχικά ως αναμορφωτήριο – είχαν μεγάλους διαδρόμους, θαλάμους αντί για κελιά, υπήρχε μια «ανθρωπιά». Η διευθύντρια, η οποία ήταν πολύ συμπαθητική, πήρε τον λόγο και μίλησε για την ανάγκη ψυχολογικής υποστήριξης των εργαζόμενων στη φυλακή. «Είμαι κι εγώ σαν τη μητέρα σου – γυρίζω σπίτι και δεν μπορώ να μιλήσω».