ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ: ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΓΝΟΗΣΕΙ ΚΑΝΕΝΑΣ ΓΟΝΙΟΣ
Ένα παιδί δεν είναι ποτέ πολύ μικρό για να εμφανίσει διατροφικές διαταραχές και η συναισθηματική εμπλοκή των γονιών ως προς αυτές μπορεί να είναι καθοριστική, λέει στο OW η Δρ. Μαρία Τσιάκα, ψυχολόγος και πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών.
Τη στιγμή που διαπιστώνεις ότι το παιδί σου τρώει και έπειτα από λίγο πηγαίνει να κάνει εμετό, σου κόβονται τα πόδια. Καταλαβαίνεις ότι εδώ δεν μιλάμε απλά για ένα παιδί που τρώει άτσαλα ή που δεν έχει καλή σχέση με το σώμα του. Υπάρχει κάτι πολύ βαθύτερο – και φυσικά σε πιάνει πανικός. Ίσως αναπόφευκτα νιώθεις ότι φέρεις ένα μερίδιο ευθύνης. Τι γίνεται τότε; Ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος σου ως φροντιστή ενός παιδιού με διατροφικές διαταραχές;
Απαντήσεις σε αυτά και ακόμα περισσότερα επιχείρησε να δώσει η ερευνητική εργασία των Δρ. Μαρίας Τσιάκα και Έλενας Διέτη με τίτλο: «Οι πολιτισμικές διαστάσεις στη φροντίδα ατόμων με διατροφικές διαταραχές: Συναισθηματική υπερεμπλοκή και χαρακτηριστικά ασθενών και φροντιστών στην Ελλάδα». Παρουσιάστηκε στις αρχές Ιουνίου 2026 στο International Congress for Eating Disorders — ICED 2026, διεθνές συνέδριο για τις διατροφικές διαταραχές, που πραγματοποιήθηκε στη Χάγη.
Με το πέρας του συνεδρίου, το OW ήρθε σε επαφή με την Δρ. Μαρία Τσιάκα, ψυχολόγο και πρόεδρο του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών, προκειμένου να μας μιλήσει για τον ρόλο που παίζει η συναισθηματική υπερεμπλοκή των γονέων στη φροντίδα ανήλικων και ενήλικων παιδιών με διατροφικές διαταραχές και να δώσει πολύτιμες συμβουλές.
– Πώς μεταφράζονται οι διατροφικές διαταραχές σε ένα παιδί; Σε ποιες ηλικίες ξεκινούν και τι χαρακτηριστικά έχουν;
Οι διατροφικές διαταραχές στα παιδιά δεν εμφανίζονται πάντα με την εικόνα που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε ή να ακούμε. Δεν είναι μόνο η πολύ μεγάλη απώλεια βάρους, ούτε μόνο η ανορεξία. Σε ένα παιδί ποικίλλουν οι τρόποι έκφρασης μιας διατροφικής διαταραχής. Συνήθως εμφανίζεται ως έντονη επιλεκτικότητα στο φαγητό, άρνηση να δοκιμάσει νέες τροφές, φόβος μήπως πνιγεί ή κάνει εμετό, αποφυγή συγκεκριμένων υφών, μυρωδιών ή χρωμάτων, υπερβολική ενασχόληση με το σώμα, το βάρος και τις θερμίδες, επεισόδια υπερφαγίας ή έντονη ντροπή και ενοχή μετά το φαγητό.
Μπορεί να εμφανιστούν σε διαφορετικές ηλικίες και με διαφορετική μορφή. Στην προσχολική και σχολική ηλικία βλέπουμε συχνότερα δυσκολίες σίτισης, έντονη επιλεκτικότητα ή ARFID, δηλαδή Αποφευκτική/Περιοριστική Διαταραχή Πρόσληψης Τροφής. Στην προεφηβεία και στην εφηβεία μπορεί να εμφανιστεί νευρική ανορεξία, βουλιμία ή επεισοδιακή υπερφαγία. Αυτό που έχει σημασία είναι να μην θεωρούμε ότι ένα παιδί είναι πολύ μικρό για να έχει διατροφική διαταραχή. Δυστυχώς, πλέον η νόσος εμφανίζεται και σε πολύ μικρότερες ηλικίες.
ΕΝΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΣΗΜΑΔΙ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗΣ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ ΕΙΝΑΙ ΟΤΑΝ ΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΤΑΙ ΣΕ ΠΕΔΙΟ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ.
Στα παιδιά, μάλιστα, η εικόνα μπορεί να είναι πιο ύπουλη. Ένα παιδί μπορεί να μη λέει «φοβάμαι ότι θα παχύνω», αλλά να λέει «δεν μου αρέσει», «με αηδιάζει», «θα πνιγώ», «πονάει η κοιλιά μου», «δεν πεινάω». Άλλο παιδί μπορεί να αρχίσει να τρώει μόνο συγκεκριμένα τρόφιμα, πάντα με τον ίδιο τρόπο, την ίδια μάρκα, στην ίδια συσκευασία, στην ίδια θερμοκρασία. Άλλο μπορεί να ζητά συνεχώς επιβεβαίωση για το σώμα του ή να αποφεύγει δραστηριότητες επειδή ντρέπεται για την εικόνα του.
– Πώς θα καταλάβει ο γονιός ή φροντιστής ότι το παιδί του αντιμετωπίζει διατροφική διαταραχή;
Ο γονιός συνήθως το καταλαβαίνει πρώτα από την αλλαγή. Όταν κάτι αλλάζει στη σχέση του παιδιού με το φαγητό, το σώμα ή την καθημερινότητα, πρέπει να το παρατηρήσουμε. Το σημαντικό δεν είναι μόνο πόσο ζυγίζει το παιδί. Ένα παιδί μπορεί να έχει σοβαρή διατροφική διαταραχή ακόμη κι αν το βάρος του φαίνεται «φυσιολογικό» ή ακόμη κι αν βρίσκεται σε υψηλότερο βάρος. Γι’ αυτό δεν πρέπει να περιμένουμε να γίνει εμφανώς αδύνατο για να ανησυχήσουμε.
Σημάδια που πρέπει να κινητοποιήσουν τον γονιό είναι η ξαφνική μείωση της ποσότητας φαγητού, η αποφυγή γευμάτων, η επιμονή σε «υγιεινή» διατροφή με άκαμπτο και εμμονικό τρόπο, ο αποκλεισμός ολόκληρων ομάδων τροφών, η έντονη ενασχόληση με θερμίδες, ζύγισμα, καθρέφτες ή ρούχα, η υπερβολική άσκηση, οι συχνές επισκέψεις στην τουαλέτα μετά το φαγητό, η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων τροφής κρυφά, οι εξαφανισμένες τροφές από το σπίτι, η ντροπή μετά το φαγητό ή οι εκρήξεις θυμού γύρω από τα γεύματα.
Ένα ακόμη πολύ σημαντικό σημάδι είναι όταν το οικογενειακό τραπέζι μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης. Όταν όλη η οικογένεια οργανώνεται γύρω από το τι θα φάει ή δεν θα φάει το παιδί, όταν οι γονείς φοβούνται να του βάλουν όρια, όταν τα γεύματα συνοδεύονται από φωνές, κλάματα, απειλές ή απόλυτη σιωπή, τότε η νόσος έχει αρχίσει να μπαίνει στο σπίτι και να επιβάλλει τους κανόνες της.
Στα μικρότερα παιδιά πρέπει να προσέχουμε και άλλα σημάδια: πολύ περιορισμένη γκάμα τροφών, άρνηση νέων τροφών, φόβος πνιγμού, φόβος εμετού, έντονη ευαισθησία σε υφές και μυρωδιές, δυσκολία να καθίσει στο τραπέζι ή ακραίο άγχος πριν από το γεύμα. Όταν η σχέση με το φαγητό αρχίζει να μονοπωλεί τη σκέψη, τη συμπεριφορά και την καθημερινότητα του παιδιού, επηρεάζοντας παράλληλα τη ζωή ολόκληρης της οικογένειας, τότε χρειάζεται άμεση εξειδικευμένη παρέμβαση.
– Από τη δική σας εμπειρία, τι κρύβεται συνήθως από πίσω τους; Υπάρχει κάποιο μοτίβο; Συνδέονται με τον τρόπο που τρώει γενικότερα η οικογένεια;
Αυτό που χρειάζεται πρώτα να ξεκαθαρίσουμε είναι ότι οι διατροφικές διαταραχές δεν είναι καπρίτσιο, πείσμα ή προσπάθεια του παιδιού να τραβήξει την προσοχή. Πρόκειται για ψυχιατρικές νόσους, με σοβαρό βιολογικό και γονιδιακό υπόβαθρο, που επηρεάζουν την ποιότητα ζωής του ατόμου και την ψυχοκοινωνική λειτουργία. Το παιδί δεν επιλέγει να αρρωστήσει. Δεν ξυπνά ένα πρωί και αποφασίζει να διαλύσει την οικογένειά του ή να σταματήσει να τρώει.
Η νόσος είναι πολυπαραγοντική και είναι αποτέλεσμα αλληλοεπίδρασης γονιδιακών και περιβαλλοντικών παραγόντων.
Βιολογικοί και γονιδιακοί παράγοντες μπορεί να είναι:
- η βιολογική και γενετική ευαλωτότητα,
- ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά προσωπικότητας,
- δυσκολία στη ρύθμιση του άγχους (σε κάποια παιδιά, το άγχος μεταφράζεται σε περιορισμό της τροφής και σε ανάγκη ελέγχου που βρίσκει διέξοδο στο σώμα),
- δυσκολία στη συναισθηματική έκφραση,
- αισθητηριακές ευαισθησίες ή νευροαναπτυξιακές ιδιαιτερότητες.
Περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορεί να είναι:
- σχόλια για το βάρος,
- bullying,
- social media,
- δίαιτες στο σπίτι,
- αθλητισμός ή δραστηριότητες με μεγάλη έμφαση στο σώμα,
- αλλαγές στην οικογένεια,
- πένθος,
- διαζύγιο,
- σχολική πίεση,
- μεταβάσεις ή τραυματικές εμπειρίες.
Σε σχέση με την οικογένεια, πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί. Ο τρόπος που τρώει η οικογένεια μπορεί να επηρεάζει τη σχέση του παιδιού με το φαγητό, όπως την επηρεάζουν και τα σχόλια για το σώμα, οι δίαιτες, η ενοχοποίηση τροφών ή η διχοτόμηση σε «καλή» και «κακή» τροφή . Αυτό δεν σημαίνει ότι η οικογένεια προκαλεί τη διατροφική διαταραχή. Η οικογένεια δεν είναι η αιτία. Είναι όμως το βασικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η νόσος είτε θα ενισχυθεί είτε θα αντιμετωπιστεί.
ΟΙ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΡΙΤΣΙΟ, ΠΕΙΣΜΑ Ή ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΝΑ ΤΡΑΒΗΞΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΟΧΗ. ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΕΣ ΝΟΣΟΥΣ.
Το μοτίβο που βλέπουμε συχνά είναι ότι η οικογένεια αρχικά δεν αναγνωρίζει τη σοβαρότητα. Το αποδίδει σε φάση, σε ιδιοτροπία, σε εφηβεία, σε άγχος. Μετά, όταν τα συμπτώματα γίνουν έντονα, οι γονείς πανικοβάλλονται. Άλλοτε πιέζουν υπερβολικά, άλλοτε υποχωρούν σε όλους τους κανόνες της νόσου. Και στις δύο περιπτώσεις, χωρίς εξειδικευμένη καθοδήγηση, η οικογένεια εξαντλείται και λειτουργεί αναποτελεσματικά.
– Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνει ο γονιός ή φροντιστής αν αντιληφθεί ότι το παιδί του εμφανίζει διατροφική διαταραχή;
Το κλειδί είναι η άμεση δράση και κινητοποίηση. Η αναμονή είναι ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους. Το «θα περάσει», «είναι της ηλικίας», «ας μην το κάνουμε θέμα» μπορεί να κοστίσει πολύτιμο χρόνο. Όσο πιο νωρίς εντοπιστεί και αντιμετωπιστεί μια διατροφική διαταραχή, τόσο αυξανονται οι πιθανότητες ανάρρωσης.
Ο γονιός χρειάζεται να προσεγγίσει το παιδί με ηρεμία, όχι με πανικό. Να του πει αυτό που παρατηρεί, όχι να το κατηγορήσει. Για παράδειγμα: «Έχω προσέξει ότι το φαγητό σε αγχώνει πολύ τελευταία και ανησυχώ για σένα. Θέλω να σε βοηθήσω». Δεν βοηθούν φράσεις όπως «φάε επιτέλους», «μην κάνεις έτσι», «μα είσαι μια χαρά», «θα αρρωστήσεις και θα φταις εσύ». Αυτές οι φράσεις αυξάνουν την άμυνα, την ντροπή και τη σύγκρουση.
Παράλληλα, πρέπει να γίνει άμεσα ιατρική και ψυχιατρική/ψυχολογική αξιολόγηση από ειδικούς που είναι εξειδικευμένοι στις διατροφικές διαταραχές. Δεν περιμένουμε να «συμφωνήσει» πλήρως το παιδί ότι έχει πρόβλημα. Πολλά παιδιά και έφηβοι αρνούνται τη σοβαρότητα της κατάστασης, εμφανίζουν τη λεγομένη ανοσογνωσία, λόγω των διαφοροποιημένων νευρωνικών κυκλωμάτων αντίληψης.
Ο γονιός πρέπει επίσης να αποφύγει δύο άκρα: ούτε να μετατρέψει κάθε γεύμα σε ανάκριση και πόλεμο, ούτε να αφήσει τη νόσο να αποφασίζει για όλα. Χρειάζεται σταθερότητα, ψυχραιμία, αγάπη και γρήγορη σύνδεση με εξειδικευμένη διεπιστημονική ομαδα.
– Σε ποιους ειδικούς, δηλαδή, πρέπει να απευθυνθεί ο γονιός;
Οι διατροφικές διαταραχές χρειάζονται διεπιστημονική αντιμετώπιση. Δεν αρκεί μόνο ένας ειδικός και κυρίως δεν αρκεί ένας ειδικός που δεν έχει κλινική εμπειρία στο συγκεκριμένο πεδίο και δεν είναι εκπαιδευμένος σε συγκεκριμένα θεραπευτικά πρωτόκολλα. Η ομάδα ιδανικά περιλαμβάνει παιδοψυχίατρο ή ψυχίατρο, παιδίατρο ή γιατρό με εμπειρία στις ιατρικές επιπλοκές των διατροφικών διαταραχών, ψυχολόγο ή ψυχοθεραπευτή εξειδικευμένο στις διατροφικές διαταραχές και διαιτολόγο με εξειδίκευση στο πεδίο.
- Ο παιδίατρος είναι συχνά το πρώτο σημείο επαφής και έχει πολύ σημαντικό ρόλο: να αξιολογήσει την ανάπτυξη, το βάρος σε σχέση με την αναμενόμενη πορεία του παιδιού, τα ζωτικά σημεία, την καρδιακή λειτουργία, πιθανές αιματολογικές ή ηλεκτρολυτικές διαταραχές, την εφηβεία, την περίοδο στα κορίτσια και τη γενική σωματική κατάσταση. Όμως, ο παιδίατρος δεν πρέπει να βασιστεί μόνο στο βάρος ή στο ΒΜΙ. Ένα παιδί μπορεί να είναι ιατρικά επιβαρυμένο ακόμη κι αν οι εξετάσεις του φαίνονται σχετικά καλές ή ακόμη κι αν δεν είναι εμφανώς λιποβαρές.
- Ο ψυχίατρος ή παιδοψυχίατρος αξιολογεί τη σοβαρότητα της διατροφικής διαταραχής, την ύπαρξη άγχους, κατάθλιψης, αυτοτραυματισμού, ιδεοψυχαναγκαστικών συμπτωμάτων ή άλλων συνοδών δυσκολιών.
- Ο ψυχολόγος/ψυχοθεραπευτής υποστηρίζει με το παιδί και την οικογένεια στη διαχείριση των γευμάτων και πιο συγκεκριμένα στις σκέψεις, το άγχος, τη συμπεριφορά, τη ρύθμιση συναισθήματος και τη σχέση με το σώμα.
- Ο εξειδικευμένος διαιτολόγος δεν κάνει «δίαιτα» στο παιδί· βοηθά στην αποκατάσταση της θρέψης, στη σταδιακή ομαλοποίηση της διατροφής και στην εκπαίδευση της οικογένειας.
ΟΤΑΝ ΥΠΑΡΞΕΙ ΕΓΚΑΙΡΗ ΚΑΙ ΣΩΣΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΑΚΑΜΨΕΙ ΠΛΗΡΩΣ.
Για παιδιά και εφήβους, η οικογενειακά βασισμένη θεραπεία έχει κεντρική θέση στην αντιμετώπιση των διατροφικών διαταραχών. Αυτό σημαίνει ότι οι γονείς εμπλέκονται άμεσα στη θεραπεία. Εκπαιδεύονται, καθοδηγούνται και αναλαμβάνουν ενεργό ρόλο στην υποστήριξη της ανάρρωσης.
– Πρόκειται για μια κατάσταση που μπορεί να ξεπεραστεί και τι επιπτώσεις μπορεί να αφήσει στη μελλοντική ζωή του παιδιού;
Ναι, οι διατροφικές διαταραχές μπορούν να ξεπεραστούν. Η ανάρρωση είναι εφικτή. Όμως δεν είναι κάτι που πρέπει να υποτιμηθεί. Είναι σοβαρές νόσοι, με πιθανές επιπτώσεις στο σώμα, στον εγκέφαλο, στη συναισθηματική ανάπτυξη, στις σχέσεις και στη λειτουργικότητα του παιδιού.
Αν ένα παιδί με διατροφική διαταραχή μείνει χωρίς σίτιση και θεραπεία, μπορεί να επηρεαστεί η ανάπτυξη, το ύψος, η οστική πυκνότητα, η καρδιακή λειτουργία, το γαστρεντερικό σύστημα, η ορμονική ισορροπία, η συγκέντρωση, η μνήμη και η σχολική επίδοση.
- Στην ανορεξία, η υποθρεψία επηρεάζει άμεσα τη λειτουργία του εγκεφάλου. Το παιδί γίνεται πιο άκαμπτο, πιο αγχώδες, πιο εμμονικό, πιο ευερέθιστο.
- Στη βουλιμία, οι εμετοί ή τα καθαρτικά μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές ηλεκτρολυτικές διαταραχές και καρδιακούς κινδύνους.
- Στην επεισοδιακή υπερφαγία, το παιδί συχνά βιώνει έντονη ντροπή, μυστικότητα και χαμηλή αυτοεκτίμηση.
- Στην ARFID (Avoidant/Restrictive Food Intake Disorder = Διαταραχή Αποφευκτικής/Περιοριστικής Πρόσληψης Τροφής), μπορεί να υπάρχουν διατροφικές ελλείψεις, επιβράδυνση ανάπτυξης και σοβαρή κοινωνική δυσκολία γύρω από το φαγητό.
Σε ψυχολογικό επίπεδο, μια χρόνια διατροφική διαταραχή μπορεί να επηρεάσει την ταυτότητα του παιδιού. Το παιδί αρχίζει να οργανώνει τη ζωή του γύρω από το τροφή, το βάρος, τον έλεγχο, την αποφυγή ή την ντροπή. Απομονώνεται κοινωνικά, καθώς αποφεύγει φίλους, εκδρομές, γιορτές, σχολικές δραστηριότητες. Η νόσος καταδυναστεύει τη ζωή του.
Όμως όταν υπάρξει έγκαιρη και σωστή παρέμβαση, το παιδί μπορεί να ανακάμψει πλήρως. Η ανάρρωση δεν σημαίνει μόνο να αποκατασταθεί το βάρος ή να σταματήσουν τα εμφανή συμπτώματα. Σημαίνει να αποκατασταθεί η σχέση με την τροφή, το σώμα, το συναίσθημα, την οικογένεια και τη ίδια τη ζωή.
– Παρουσιάσατε στο διεθνές συνέδριο στη Χάγη μια έρευνα πάνω στις διατροφικές διαταραχές, η οποία εστιάζει στη συναισθηματική εμπλοκή των φροντιστών. Στις μεσογειακές χώρες και ειδικά στην Ελλάδα αυτή είναι έντονη. Τελικά έχει πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα;
Η συναισθηματική εμπλοκή των φροντιστών στις μεσογειακές οικογένειες, και ιδιαίτερα στην ελληνική οικογένεια, είναι πράγματι έντονη. Αυτό δεν είναι από μόνο του ούτε καλό ούτε κακό. Εξαρτάται από το πώς αξιοποιείται.
Το μεγάλο πλεονέκτημα είναι ότι η ελληνική οικογένεια συνήθως είναι παρούσα. Οι γονείς αγωνιούν, κινητοποιούνται, παλεύουν, αναζητούν λύσεις, θυσιάζουν χρόνο, χρήματα και προσωπική ζωή για να βοηθήσουν το παιδί τους. Αυτή η διαθεσιμότητα είναι τεράστιο θεραπευτικό κεφάλαιο. Σε χώρες ή οικογένειες όπου το παιδί μένει πιο μόνο του, η θεραπεία μπορεί να δυσκολευτεί. Στην Ελλάδα, η οικογένεια μπορεί να γίνει πολύ ισχυρός σύμμαχος.
Το μειονέκτημα είναι ότι η έντονη εμπλοκή μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε πανικό, ενοχή, θυμό, υπερπροστασία ή πλήρη εξάντληση. Ο γονιός που βλέπει το παιδί του να μην τρώει, να χάνει βάρος, να κάνει εμετούς ή να υποφέρει, φοβάται. Και όταν φοβάται, μπορεί να αντιδράσει ακραία: να φωνάξει, να απειλήσει, να παρακαλέσει, να υποχωρήσει ή να ελέγχει τα πάντα. Αυτές οι αντιδράσεις είναι ανθρώπινες, αλλά χωρίς καθοδήγηση μπορεί να ενισχύσουν τη σύγκρουση ή την αποφυγή.
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, ΟΤΑΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΕΙ ΣΩΣΤΑ, ΕΙΝΑΙ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΛΥΣΗΣ.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να πούμε στην οικογένεια να βγει εκτός θεραπείας. Αυτό είναι λάθος. Το ζητούμενο είναι να εκπαιδεύσουμε την οικογένεια. Να μάθει ο γονιός πότε πρέπει να είναι σταθερός, πότε να είναι υποστηρικτικός, πότε να βάζει όρια, πότε να μην μπαίνει σε διαπραγμάτευση με τη νόσο και πώς να ξεχωρίζει το παιδί του από τη διατροφική διαταραχή.
Η οικογένεια δεν είναι το πρόβλημα. Η οικογένεια, όταν εκπαιδευτεί σωστά, είναι μέρος της λύσης.
– Ένας γονιός που βλέπει το παιδί του να υποφέρει από ανορεξία ή να έχει πάρει υπερβολικό βάρος ανησυχεί για την υγεία και τη ζωή του. Τι έχετε να του πείτε; Ποια συμβουλή θα του δίνατε;
Θα του έλεγα: Πρώτα απ’ όλα, σας καταλαβαίνω. Είναι τρομακτικό να βλέπεις το παιδί σου να αλλάζει, να αποσύρεται, να φοβάται το φαγητό, να μισεί το σώμα του ή να χάνει τον έλεγχο με την τροφή. Είναι φυσιολογικό να αγχώνεστε. Όμως ο πανικός δεν βοηθά. Η ενοχή δεν βοηθά. Η αναμονή δεν βοηθά. Αυτό που βοηθά είναι η άμεση, σταθερή και εξειδικευμένη παρέμβαση.
Αν το παιδί σας έχει ανορεξία, μην εστιάζετε μόνο στο ότι «πρέπει να φάει». Φυσικά η θρέψη είναι απαραίτητη και πολλές φορές επείγουσα, αλλά χρειάζεται να καταλάβετε ότι για το παιδί το φαγητό μπορεί να βιώνεται σαν απειλή. Δεν είναι απλώς ότι δεν θέλει. Συχνά δεν μπορεί χωρίς βοήθεια.
Αν το παιδί σας έχει πάρει υπερβολικό βάρος ή εμφανίζει επεισόδια υπερφαγίας, μην το κατηγορείτε για έλλειψη αυτοπειθαρχίας. Μην κάνετε σχόλια για το σώμα του, μην το βάζετε σε δίαιτα τιμωρητικού τύπου, μην κλειδώνετε τρόφιμα με τρόπο που αυξάνει τη μυστικότητα και την ντροπή. Η υπερφαγία συχνά συνδέεται με έντονη συναισθηματική δυσφορία, απώλεια ελέγχου, ντροπή και αυτομομφή. Το παιδί χρειάζεται βοήθεια, όχι στιγματισμό.
Η βασική συμβουλή είναι: Δείτε πέρα από το συμπτώματα. Το βάρος, η τροφή, η άσκηση, οι εμετοί, η υπερφαγία είναι η ορατή πλευρά. Από κάτω υπάρχει άγχος, φόβος, ντροπή, ανάγκη για έλεγχο, νευροβιολογική δυσλειτουργία και συχνά μεγάλη ψυχική μοναξιά. Μείνετε δίπλα στο παιδί σας, αλλά μην μείνετε μόνοι και αβοήθητοι. Ζητήστε εξειδικευμένη βοήθεια άμεσα.
– Τι ρόλο πρέπει να παίξει το κράτος σε μια τέτοια κατάσταση;
Το κράτος πρέπει να αντιμετωπίσει τις διατροφικές διαταραχές ως σοβαρό ζήτημα δημόσιας υγείας και όχι ως ατομικό πρόβλημα της κάθε οικογένειας. Χρειαζόμαστε εθνική στρατηγική για την πρόληψη, την έγκαιρη διάγνωση, την εξειδικευμένη θεραπεία και τη μακροχρόνια παρακολούθηση παιδιών και εφήβων με διατροφικές διαταραχές.
Πρώτον, χρειάζεται εκπαίδευση των παιδιάτρων, των γενικών γιατρών, των σχολικών ψυχολόγων, των εκπαιδευτικών και των επαγγελματιών ψυχικής υγείας. Πολλά περιστατικά χάνονται επειδή κάποιος λέει «δεν είναι αρκετά αδύνατο», «είναι απλώς επιλεκτικό», «είναι εφηβεία», «ας κάνει λίγη δίαιτα». Αυτές οι αντιλήψεις καθυστερούν την αναγνώριση και επιδεινώνουν την πορεία της νοσου.
Δεύτερον, χρειάζονται εξειδικευμένες δημόσιες δομές για παιδιά και εφήβους, με διεπιστημονικές ομάδες εκπαιδευμένες σε σύγχρονα και τεκμηριωμένα θεραπευτικά πρωτόκολλα. Οι οικογένειες χρειάζονται άμεση καθοδήγηση, σε ένα ενιαίο συνεκτικό σύστημα με σαφείς διαδρομές παραπομπής: από τον παιδίατρο και το σχολείο μέχρι την εξειδικευμένη θεραπευτική ομάδα.
Τρίτον, χρειάζεται πρόληψη στα σχολεία, αλλά όχι με λάθος τρόπο. Δεν χρειαζόμαστε προγράμματα που μετρούν παιδιά, τα κατηγοριοποιούν ή ενισχύουν τη ντροπή για το σώμα. Χρειαζόμαστε προγράμματα που μιλούν για τη σχέση με το σώμα, την αυτοεκτίμηση, τη συναισθηματική ρύθμιση, την πίεση των social media, το weight stigma και την ασφαλή αναζήτηση βοήθειας.
Τέταρτον, χρειάζεται στήριξη των οικογενειών. Οι γονείς δεν μπορούν να σηκώσουν μόνοι τους ένα τόσο βαρύ φορτίο. Χρειάζονται εκπαίδευση, ομάδες υποστήριξης, καθοδήγηση και πρόσβαση σε θεραπεία χωρίς οικονομικά εμπόδια.
Αν θέλουμε πραγματικά να βοηθήσουμε τα παιδιά, πρέπει να σταματήσουμε να βλέπουμε τις διατροφικές διαταραχές ως «θέμα εμφάνισης». Είναι σοβαρές ψυχιατρικές νόσοι, με σημαντικές ιατρικές και ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις. Με έγκαιρη παρέμβαση, εξειδικευμένη θεραπεία και ενεργή συμμετοχή της οικογένειας, η ανάρρωση είναι εφικτή. Το ζητούμενο είναι να μη χαθεί πολύτιμος χρόνος.