ΓΙΑΤΙ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΑΝΑΖΗΤΑΜΕ ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ;
Δεν έχουμε ευθύνη να θεραπεύσουμε τα παιδικά τραύματα των άλλων, όμως αναζητώντας το εσωτερικό παιδί μέσα σε όλους μας γινόμαστε λιγότερο επικριτικοί και μπορούμε να επικοινωνήσουμε καλύτερα.
Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι ο τρόπος που λειτουργούμε στις συναναστροφές μας –όπως το πόσο εξωστρεφείς είμαστε και πώς αντιδράμε στις πιο δύσκολες στιγμές– είναι σε μεγάλο βαθμό εμποτισμένος από τον τρόπο που μεγαλώσαμε ως παιδιά. Σημαντικές ψυχολογικές θεωρίες υποστηρίζουν ότι μέχρι την ηλικία των 5-6 ετών έχουν διαμορφωθεί τα θεμέλια της προσωπικότητάς μας, ο τρόπος που ρυθμιζόμαστε συναισθηματικά και τα βασικά πρότυπα των σχέσεών μας.
Σημαίνει αυτό ότι τα παιδικά μας χρόνια θα καθορίσουν την ενήλικη ζωή μας; Ίσως να μην την καθορίσουν, καθώς με τα χρόνια η προσωπικότητά μας αναπτύσσεται, αποκτάμε αυτεπίγνωση και έχουμε την επιλογή να θεραπευτούμε από τυχόν τραύματα και να αλλάξουμε. Σημαίνει, όμως, ότι τα παιδικά χρόνια δίνουν ένα σχήμα και σίγουρα κάποια θεμέλια στη συναισθηματική μας υγεία, τα μοτίβα συμπεριφοράς μας και την ανάπτυξη του εγκεφάλου μας.
Και, όπως έλεγε πρόσφατα σε συνέντευξη η ηθοποιός Jameela Jamil, ακτιβίστρια υπέρ του body positivity και της ψυχικής υγείας, αποδεικνύει πόσο νόημα έχει «να αναζητάμε το εσωτερικό παιδί του άλλου σε κάθε άνθρωπο που συναναστρεφόμαστε, ακόμα κι όταν έχουμε μια έντονη διαφωνία μαζί του». Γιατί; Επειδή «ο θυμός στην ενήλικη ζωή συνήθως προέρχεται από βασικές ανάγκες μας που δεν ικανοποιήθηκαν όταν ήμασταν μωρά, όπως η μοναξιά, η πείνα, η κούραση, το να μην ακουγόμαστε όταν ζητάμε κάτι…»
Τι θα κερδίσεις αναζητώντας το εσωτερικό παιδί σε εσένα και τους άλλους;
Έχοντας συζητήσει την παραπάνω θεωρία με πολλούς ανθρώπους γύρω μου, λέγοντάς τους π.χ. «σκέψου τι μπορεί να έχει περάσει ως παιδί αυτός ο άνθρωπος για να αντιδρά έτσι», παίρνω συχνά την πολύ λογική απάντηση: «Ναι, αλλά πλέον δεν είναι παιδί. Ας ωριμάσει!» ή «Και τι φταίω εγώ; Θα πρέπει να υποστώ εγώ τις συνέπειες; Να φροντίσω τα τραύματά του;» Όπως λέει, όμως, η Jamil, δεν αναζητάς το παιδί του άλλου –ή το δικό σου εσωτερικό παιδί– για να δώσεις άφεση σε μια συμπεριφορά του σήμερα, αλλά για να «φρενάρεις» τον δικό σου θυμό. Λαμβάνοντας υπόψη το κρυμμένο τραύμα, σταματάς να κρίνεις γρήγορα τη συμπεριφορά κάποιου και ένας τσακωμός μπορεί να γίνει ευκαιρία για φροντίδα και ανάπτυξη.
Δεν είναι τυχαία η «εργασία με το εσωτερικό παιδί» που συχνά συνιστάται ως θεραπευτική διαδικασία στην ψυχολογία. Αυτή βοηθά το άτομο να συνδεθεί με τα νεότερα, ασυνείδητα κομμάτια του εαυτού του που κουβαλούν τα συναισθήματα, τις ανάγκες και τα τραύματα της παιδικής ηλικίας, ώστε να θεραπεύσει τις σημερινές του δυσκολίες.
Όπως γράφει σε άρθρο η ψυχοθεραπεύτρια Ivy Kwong, «όταν αγνοούμε το εσωτερικό μας παιδί και τους τρόπους που το παρελθόν διαμορφώνει το παρόν μας, κάνουμε στους εαυτούς μας το εξής κακό: Παραβλέπουμε καθοριστικές εμπειρίες που θα μας βοηθούσαν να κατανοήσουμε τους παράγοντες που πυροδοτούν τις αντιδράσεις μας και να θεραπεύσουμε ορισμένους από τους δυσλειτουργικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης που έχουμε αναπτύξει».
ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ ΣΤΑΜΑΤΑΣ, ΝΑ ΚΡΙΝΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΑ ΤΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥ, ΔΕΝ ΤΗΝ ΠΑΙΡΝΕΙΣ ΤΟΣΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ, ΦΡΕΝΑΡΕΙΣ ΤΟΝ ΘΥΜΟ ΣΟΥ ΚΑΙ ΕΧΕΙΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΥΠΟΜΟΝΗ.
Ο Carl Jung, που πρώτος εισήγαγε αυτή την ιδέα, έλεγε το εξής: «Σκέψου το εσωτερικό σου παιδί ως το άτομο που ήσουν σε μια σημαντική στιγμή της ζωής σου – ένα πρόσωπο με ιδιαίτερη σημασία, με το οποίο ίσως έχασες την επαφή. Αυτή η σχέση είναι μοναδική και διαφέρει από εκείνες με άλλους ανθρώπους από τους οποίους απομακρύνθηκες».
Χάνοντας την επαφή με το εσωτερικό μας παιδί, συνεχίζει η Kwong, είναι σα να χάνουμε την επαφή με ένα κομμάτι του εαυτού μας. Και αυτό κάνει τη διαχείριση των συναισθημάτων μας δύσκολη, οδηγώντας μας συχνά σε παιδιάστικες συμπεριφορές – ειδικά όταν είμαστε σε ένταση. Για παράδειγμα:
- Ενδέχεται να ξεσπάσουμε με οργή, με τρόπο που θυμίζει tantrum μικρού παιδιού.
- Μπορεί να νιώσουμε ντροπή και μοναξιά, ακριβώς όπως νιώθαμε όταν ήμασταν παιδιά.
- Ίσως παρατηρήσουμε ότι, υπό συνθήκες στρες, η διάθεσή μας αλλάζει απότομα, παρόμοια με τον τρόπο που ένα παιδί διαχειρίζεται μια κατάσταση που το αναστατώνει.
«Το εσωτερικό μας παιδί μπορεί να κρύβεται πίσω από πολλά από τα συναισθήματά μας και, όταν τυγχάνει της κατάλληλης φροντίδας, μπορεί να επιφέρει βαθιά θεραπεία», σημειώνει η ειδικός.
Πώς φροντίζουμε το εσωτερικό μας παιδί;
Η Kwong λέει πως η ενασχόληση με το «εσωτερικό παιδί» μπορεί να είναι συναισθηματικά επίπονη διαδικασία, ειδικά αν υπάρχει ιστορικό τραύματος, ενώ το ίδιο ισχύει και με το εσωτερικό παιδί του άλλου. Έχοντας αυτό κατά νου, καλό είναι να αποφύγουμε να αναμοχλεύουμε μόνοι μας τραυματικά γεγονότα της παιδικής μας ηλικίας.
Η παρουσία ενός ψυχοθεραπευτή καθώς εμβαθύνουμε σε επώδυνες αναμνήσεις μπορεί να αποτρέψει την επανατραυματοποίηση και να διασφαλίσει ότι η προσπάθειά μας θα αποδώσει καρπούς. Συνεπώς, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να βρούμε τη μέθοδο ψυχοθεραπείας που μας ταιριάζει:
- Η θεραπεία Εσωτερικών Οικογενειακών Συστημάτων, για παράδειγμα, είναι μια μορφή θεραπείας που εστιάζει στα διάφορα εσωτερικά «μέρη» του ανθρώπου, καθένα εκ των οποίων έχει διαφορετικό ρόλο να παίξει στη ζωή μας σήμερα.
- Η Ψυχοδυναμική θεραπεία βασίζεται ακριβώς στην παραδοχή ότι το παρελθόν μας διαμορφώνει το παρόν και εστιάζει στο να μας βοηθήσει να θεραπευτούμε από παλιά τραύματα.
Παράλληλα, ένας ψυχοθεραπευτής μπορεί να δώσει εργαλεία για να γίνουμε οι ίδιοι γονείς του εσωτερικού μας παιδιού: Φροντίζοντας τον εαυτό μας, δίνοντας του και επίτρεποντάς του να λάβει την επιβεβαίωση, την αγάπη και τη φροντίδα που ίσως δεν λάβαμε με τον τρόπο που χρειαζόμασταν ως παιδιά. Τι μπορούμε, δηλαδή, να κάνουμε;
- Να ξεκινήσουμε έναν διάλογο με το εσωτερικό μας παιδί (σε οποιαδήποτε ηλικία: 5, 8, 10, 12 ετών κ.λπ.). Να το ρωτήσουμε πώς είναι και αν υπάρχει κάτι που θα ήθελε να μοιραστεί μαζί μας. Έναν διάλογο γεμάτο επίγνωση και πρόθεση να ακούσουμε τι μπορεί να έχει να μας πει ως απάντηση.
- Να γράψουμε ένα γράμμα στο εσωτερικό μας παιδί και να του δώσουμε την ευκαιρία να απαντήσει γραπτώς.
- Να πούμε λόγια φροντίδας στο εσωτερικό μας παιδί (σ’ αγαπώ, σε εκτιμώ, αναγνωρίζω την αξία σου, είμαι περήφανος/η για σένα, σε ακούω, σ’ ευχαριστώ, συγγνώμη), κοιτάζοντας ίσως φωτογραφίες από την παιδική μας ηλικία.
- Να σκεφτούμε και να γράψουμε τι αγαπούσαμε να κάνουμε ως παιδιά, φροντίζοντας να εξασφαλίσουμε χρόνο για να τα κάνουμε και σήμερα.
Η Kwong καταλήγει: «Σκέψου πώς μπορείς να επανασυνδεθείς με τη χαρά της παιδικής ηλικίας. Υπήρχε κάποια δραστηριότητα που αγαπούσες ως παιδί; Ίσως αξίζει να ασχοληθείς ξανά με αυτήν. Σου άρεσαν π.χ. τα λούνα παρκ; Προγραμμάτισε μια επίσκεψη και αφέσου στο παιχνιδιάρικο κλίμα και την ξεγνοιασιά της στιγμής».
ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΕΠΑΝΑΣΥΝΔΕΘΕΙΣ ΜΕ ΤΗ ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ;
«Μπορείς να αναγνωρίσεις και να αποδεχτείς τον πόνο που προέκυψε επειδή δεν καλύφθηκαν οι ανάγκες σου όταν ήσουν παιδί. Διαβεβαίωσε τον νεότερο εαυτό σου ότι, παρόλο που ίσως βρέθηκες σε καταστάσεις που δεν ήταν ασφαλείς τότε, τώρα είσαι ένας ικανός ενήλικας που θα προστατεύει αυτό το παιδικό κομμάτι με κάθε κόστος. Φρόντισε αυτόν τον νεότερο εαυτό. Αν διαπιστώσεις ότι ενεργοποιούνται επώδυνα συναισθήματα και κατακλύζεσαι από αρνητικά συναισθήματα, δείξε υπομονή στον εαυτό σου».
Αντίστοιχα, χωρίς καμία απαίτηση να θεραπεύσεις το εσωτερικό παιδί κάποιου άλλου, μπορείς να του δείχνεις ανάλογη υπομονή και κατανόηση που θα συμβάλλει στο να μην παίρνεις τις αντιδράσεις του προσωπικά και να υπάρξει μεταξύ σας μια καλύτερη επικοινωνία. Φυσικά, η θεραπεία του τραύματος του εσωτερικού μας παιδιού είναι τελικά αποκλειστική ευθύνη του καθενός μας.