Εικονογράφηση: Χριστίνα Αβδίκου

ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ «ΔΙΑΒΑΣΟΥΜΕ» ΤΟΝ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟ ΚΑΠΟΙΟΥ;

Πόση επιστήμη κρύβεται πίσω από τον όρο «gaydar»; Μπορούμε πράγματι να μαντέψουμε τον σεξουαλικό προσανατολισμό κάποιου ανθρώπου;

Εδώ και χρόνια, ο όρος «gaydar» χρησιμοποιείται για να περιγράψει την υποτιθέμενη ικανότητα ορισμένων ανθρώπων να «διαβάζουν» τον σεξουαλικό προσανατολισμό κάποιου άλλου, συχνά μέσα σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα. Είναι όμως μια πραγματική, διαισθητική ικανότητα, ή απλώς ένας συνδυασμός στερεοτύπων, εμπειρίας και τυχαίων επιτυχιών;

Ο Nicholas Rule, Κοινωνικός Ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο, δημοσίευσε πριν από λίγα χρόνια μια ανασκόπηση μελετών οι οποίες εξέταζαν αν οι άνθρωποι μπορούν να σχηματίσουν εκτιμήσεις για τον σεξουαλικό προσανατολισμό κάποιου με βάση περιορισμένες πληροφορίες.

Η ποικιλία των στοιχείων

Οι μελέτες που εξετάστηκαν βασίστηκαν σε πολύ διαφορετικά ερεθίσματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι συμμετέχοντες άκουγαν σύντομες ηχογραφήσεις χωρίς να βλέπουν το άτομο. Σε άλλες, παρακολουθούσαν βίντεο χωρίς ήχο ή έβλεπαν στατικές φωτογραφίες προσώπων. Σε αρκετά πειράματα, οι φωτογραφίες εμφανίζονταν στην οθόνη για ελάχιστο χρονικό διάστημα. Παρ’ όλα αυτά, σε αρκετές μελέτες οι συμμετέχοντες έκαναν εκτιμήσεις που ήταν κατά μέσο όρο λίγο ακριβέστερες από την τυχαία επιλογή.

Αυτό δείχνει ότι οι εκτιμήσεις μπορεί να βασίζονται σε ένα πλήθος στοιχείων, όπως η φωνή και ο τρόπος ομιλίας, οι κινήσεις και η γλώσσα του σώματος, οι εκφράσεις του προσώπου, η εμφάνιση, ο τρόπος με τον οποίο κάποιος κοιτάζει ή κινείται.

Το σημαντικό είναι ότι οι έρευνες δεν δείχνουν πως υπάρχει ένα συγκεκριμένο, αντικειμενικό χαρακτηριστικό που αποκαλύπτει τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Πιθανότερα, οι άνθρωποι συνδυάζουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, πολλές μικρές πληροφορίες.

Όπως εξηγεί ο Rule, οι κρίσεις για τον σεξουαλικό προσανατολισμό συχνά επηρεάζονται από τις αντιλήψεις των ανθρώπων για την αρρενωπότητα και τη θηλυκότητα, χωρίς αυτά τα δύο να αποτελούν αξιόπιστους δείκτες σεξουαλικού προσανατολισμού.

ΟΙ ΕΡΕΥΝΕΣ ΔΕΝ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΠΩΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ, ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ ΠΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΟΝ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟ.

Μην το σκέφτεσαι

Σε ορισμένες μελέτες, η υπερβολικά συνειδητή ανάλυση των στοιχείων δεν βελτίωσε τις κρίσεις και μπορεί να μείωσε την ακρίβειά τους. Με άλλα λόγια, φάνηκε οι άνθρωποι να κάνουν πιο ακριβείς εκτιμήσεις όταν απαντούσαν γρήγορα και διαισθητικά, αντί να αναλύουν συνειδητά κάθε διαθέσιμη πληροφορία.

Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι το ίδιο «gaydar»

Ορισμένοι άνθρωποι φαίνεται να κάνουν πιο ακριβείς εκτιμήσεις από άλλους. Για παράδειγμα, μελέτες έχουν βρει ότι πιο αρνητικές στάσεις απέναντι στα γκέι άτομα συνδέονται με μεγαλύτερη μεροληψία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με χαμηλότερη ακρίβεια στις σχετικές κρίσεις. Αντίθετα, άτομα που ανήκουν σε σεξουαλικές μειονότητες ή έχουν μεγαλύτερη εξοικείωση με ανθρώπους διαφορετικών σεξουαλικών προσανατολισμών φαίνεται να αποδίδουν καλύτερα.

Η καλύτερη επίδοση δεν θεωρείται απαραίτητα αποτέλεσμα κάποιας έμφυτης ή «ειδικής» ικανότητας. Μια πιθανότερη εξήγηση είναι ότι, λόγω προσωπικής εμπειρίας και μεγαλύτερης έκθεσης σε ανθρώπους διαφορετικών σεξουαλικών προσανατολισμών, τα άτομα αυτά έχουν μάθει να παρατηρούν λεπτότερες κοινωνικές ενδείξεις.

Τι συμβαίνει με τα bisexual άτομα;

Οι περισσότερες μελέτες ζητούν από τους συμμετέχοντες να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο απαντήσεις: «γκέι» ή «στρέιτ». Αυτή η προσέγγιση, όμως, απλοποιεί υπερβολικά την πραγματικότητα. Ο σεξουαλικός προσανατολισμός δεν περιορίζεται σε δύο κατηγορίες, αλλά περιλαμβάνει ένα φάσμα ταυτοτήτων και εμπειριών.

Όταν συμπεριλαμβάνονται στις έρευνες bisexual άτομα, οι συμμετέχοντες συχνά δυσκολεύονται να τα αναγνωρίσουν ως ξεχωριστή ομάδα. Οι εκτιμήσεις φαίνεται να γίνονται ευκολότερα μεταξύ ετεροφυλόφιλων και μη ετεροφυλόφιλων ατόμων, παρά μεταξύ επιμέρους σεξουαλικών ταυτοτήτων.

Εικονογράφηση: Χριστίνα Αβδίκου

Πόσο ακριβές είναι τελικά το gaydar;

Στις δυαδικές δοκιμασίες, όπου οι συμμετέχοντες καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο κατηγορίες, η τυχαία επιλογή αντιστοιχεί σε ποσοστό επιτυχίας 50%.

Τα ευρήματα μπορούν να ερμηνευτούν ως ένδειξη ότι οι άνθρωποι σχηματίζουν γρήγορες κοινωνικές εκτιμήσεις για τον σεξουαλικό προσανατολισμό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι διαθέτουν ένα αξιόπιστο «ραντάρ». Τα ποσοστά επιτυχίας παραμένουν περιορισμένα, ενώ η συγκεκριμένη μέθοδος δεν ανταποκρίνεται στην πολυπλοκότητα του σεξουαλικού προσανατολισμού.

Η άλλη πλευρά

Σε εργασία των Andrew Gelman, Greggor Mattson και Daniel Simpsonο, εξετάστηκαν προηγούμενες έρευνες για το «gaydar» και τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύτηκαν. Η βασική τους θέση είναι ότι οι μελέτες μπορεί να εντοπίζουν μια μικρή, στατιστικά σημαντική ακρίβεια σε ένα εργαστηριακό τεστ, αυτό όμως δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει μια γενική ή αξιόπιστη ικανότητα αναγνώρισης του σεξουαλικού προσανατολισμού.

Επίσης, η καθημερινή ζωή περιλαμβάνει περισσότερες προκαταλήψεις. Μια εκτίμηση που μοιάζει «σωστή» μπορεί να βασίζεται σε στερεότυπα και όχι στην πραγματική αντίληψη του σεξουαλικού προσανατολισμού ενός ανθρώπου.

Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ «GAYDAR» ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΩΝ ΝΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΠΙΟ ΑΠΟΔΕΚΤΗ.

Τι συμβαίνει με τα στερεότυπα

Όπως γράφει ο William Cox, από το Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Ουισκόνσιν–Μάντισον, η ονομασία «gaydar» μπορεί να κάνει τη χρήση στερεοτύπων να φαίνεται πιο αποδεκτή. Όταν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι διαθέτουν μια ιδιαίτερη ικανότητα να «εντοπίζουν» ποιος είναι γκέι, είναι πιθανότερο να στηρίζονται σε στερεοτυπικά στοιχεία, όπως το στυλ ή ο τρόπος ομιλίας κάποιου.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι τέτοιες κρίσεις μπορεί να είναι λανθασμένες. Περιορίζουν, επίσης, τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τους άλλους πριν τους γνωρίσουμε, ενισχύουν την προκατάληψη και μπορούν να διευκολύνουν διακρίσεις ή ακόμη και επιθετικές συμπεριφορές.

Το πρόβλημα με τα ποσοστά

Ο Cox αναφέρεται σε ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα. Το πρόβλημα, εξηγεί, είναι ότι τα πειράματα δεν αναπαριστούν την αναλογία του πραγματικού πληθυσμού. Στην πραγματική ζωή, το ποσοστό των ενηλίκων που δηλώνουν γκέι, λεσβίες ή bisexual είναι πολύ μικρότερο. Με άλλα λόγια, αν μια μικρή ομάδα βρίσκεται μέσα σε μια πολύ μεγαλύτερη ομάδα, ακόμη και ένα σχετικά καλό τεστ μπορεί να δίνει περισσότερα λάθος θετικά αποτελέσματα από σωστά θετικά.

Απόλυτα συμπεράσματα δεν είμαστε σε θέση να βγάλουμε. Η ανασκόπηση του Rule δείχνει ότι οι άνθρωποι μπορεί, σε ορισμένες ελεγχόμενες συνθήκες, να σχηματίζουν εκτιμήσεις λίγο ακριβέστερες από την τυχαία επιλογή. Η κριτική του Cox δείχνει ότι αυτή η περιορισμένη εργαστηριακή ακρίβεια δεν πρέπει να μεταφράζεται σε πεποίθηση ότι το «gaydar» είναι αξιόπιστη, έμφυτη ή αντικειμενική ικανότητα.

SLOW MONDAY NEWSLETTER

Θέλεις να αλλάξεις τη ζωή σου; Μπες στη λογική του NOW. SLOW. FLOW.
Κάθε Δευτέρα θα βρίσκεις στο inbox σου ό,τι αξίζει να ανακαλύψεις.