ΔΥΟ ΕΞΥΠΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΘΑ ΣΕ ΚΑΝΟΥΝ ΜΕΤΡ ΤΗΣ ΠΕΙΘΟΥΣ
Η γκρίνια και οι φωνές δεν οδηγούν πουθενά. Δύο απλές ερωτήσεις, όμως, μπορεί να πείσουν κάποιον να συνεργαστεί σε αυτό που ζητάς.
Η σχολική χρονιά ξεκίνησε και μαζί ξεκινά ακόμα ένα αυστηρό ημερήσιο πρόγραμμα, το οποίο απαιτεί από μικρούς και μεγάλους που ζουν κάτω από την ίδια στέγη να λειτουργούν λίγο πιο… ρομποτικά. Αυτό σημαίνει συγκεκριμένες ώρες ύπνου-ξύπνιου-σχολείου-φαγητού-δραστηριοτήτων-διαβάσματος-χαλάρωσης, σε ένα περιβάλλον τάξης και οργάνωσης, ώστε να είναι λίγο πιο υποφερτή η ζωή στα λίγα τετραγωνικά που κινούμαστε.
Όπως μπορεί να υποψιάζεσαι, μεγαλώνω δύο παιδιά στην εφηβεία και αυτό, μεταξύ πολλών άλλων, μεταφράζεται σε έναν διαρκή αγώνα ισχύος ως προς τα «πρέπει» και τα «θέλω» όλων μας. Και, όπως μάλλον καταλαβαίνεις αν έχεις κι εσύ παιδιά στην εφηβεία, ο αγώνας αυτός με έχει κουράσει. Η υπομονή μου τελειώνει όταν πρέπει να ζητώ ξανά και ξανά από τα παιδιά να κάνουν κάτι που έχουμε συμφωνήσει και σε καμία περίπτωση δεν θέλω πλέον να καταφεύγω σε φωνές.
Γι’ αυτό και με κέρδισε αμέσως η ανάρτηση του Daniel H. Pink, Αμερικανού συγγραφέα με 7 best-seller βιβλία σύμφωνα με τους New York Times, σχετικά με το πώς να πείθεις με έξυπνο τρόπο κάποιον να κάνει κάτι που δεν θέλει (ακούγεται περισσότερο αυταρχικό από όσο πραγματικά είναι).
Στο μυαλό μου αυτόματα ήρθε το γραφείο της 15χρόνης κόρης μου, πάνω στο οποίο επικρατεί το χάος. Βιβλία, ρούχα άπλυτα και σιδερωμένα, μία γλάστρα, μερικά ποτήρια, συσκευασίες από σνακ, διάφορες μικρές και μεγάλες συσκευές και σίγουρα κάποιο έμβιο που βρίσκει καταφύγιο σε όλα αυτά.
Αμέτρητες φορές της ζητώ να το καθαρίσει και να το τακτοποιήσει – ειδικά τώρα που αρχίσαν ξανά τα σχολεία – όμως διαπιστώνω πως η γκρίνια δεν οδηγεί πουθενά. Μπορεί μάλιστα να φέρει το αντίθετο αποτέλεσμα. Όπως λέει ο ψυχολόγος Scott Wetzler στην The Wall Street Journal, «έχουμε την πεποίθηση ότι δεν θα πάρουμε αυτό που θέλουμε από το άλλο άτομο, γι' αυτό νιώθουμε την ανάγκη να το ζητάμε ξανά και ξανά προκειμένου να το αποκτήσουμε. Όμως με αυτόν τον τρόπο δεν πείθουμε. Τα επανειλημμένα αιτήματα κάνουν τους άλλους να αισθάνονται ότι υφίστανται εκφοβισμό και ταπείνωση. Και οι περισσότεροι άνθρωποι αντιδρούν εμμένοντας ακόμη πιο σθεναρά στη θέση τους».
Δύο απλές ερωτήσεις που οδηγούν στην πειθώ
Όταν η μεγάλη κόρη μου ήταν μικρούλα και επίσης δεν μάζευε τα παιχνίδια της από το πάτωμα του σαλονιού, ενώ είχα δοκιμάσει όλες τις τεχνικές του positive parenting για να την πείσω (της έδειξα πώς να τα μαζεύει, πήρα μεγάλα καλάθια που τοποθέτησα στον ίδιο χώρο για να τα βάζει μέσα, έκανα το μάζεμα παιχνίδι «μπάσκετ», της εξήγησα το πρόβλημα του να μένουν τα παιχνίδια στο πάτωμα, π.χ. να τα πατάμε και να σπάσουν), ένα βράδυ απλά πήρα μια μεγάλη σακούλα, τα έριξα μέσα και τα πέταξα στα σκουπίδια. Ήμουν σίγουρη ότι αφού το ένα άκρο δεν λειτούργησε, θα λειτουργούσε το άλλο. Πράγματι, σοκαρίστηκε τόσο, που έκανε πολύ καιρό να τα αφήσει σκόρπια. Στο Γυμνάσιο, όμως, όχι μόνο επέστρεψε στις «εργοστασιακές ρυθμίσεις» της, αλλά ήταν και ανένδοτη: «Είναι το γραφείο μου και θα κάνω ό,τι θέλω». Δίκαιο. Ώρα, λοιπόν, και για εμένα να επιστρατεύσω νέα μέσα: την πειθώ.
Σύμφωνα με τον Pink, η πειθώ μπορεί να επιτευχθεί ξεκινώντας με μια απλή ερώτηση:
«Από το 1 έως το 10, όπου το 1 σημαίνει “καθόλου” και το 10 σημαίνει “απόλυτα, εδώ και τώρα”, πόσο έτοιμος/-η είσαι να κάνεις αυτό που σου ζητάω;»
Το πιθανότερο είναι ότι το άτομο στο οποίο απευθύνεσαι θα είναι πολύ απροετοίμαστο για την ερώτηση αυτή, οπότε θα σου απαντήσει με ειλικρίνεια έναν μικρό αριθμό. Είναι απίθανο να σου πει «μηδέν». Αντί να γκρινιάξεις για τον χαμηλό αυτό αριθμό, συνέχισε με τη δεύτερη ερώτηση:
«Γιατί δεν διάλεξες έναν χαμηλότερο αριθμό;»
Αν πρόκειται για το έφηβο παιδί σου, το πιθανότερο είναι ότι τη στιγμή εκείνη θα σου πει κάτι όπως «γιατί ξέρω ότι πρέπει να καθαρίσω το γραφείο μου!» ή «γιατί σου είπα ότι θα το κάνω, αλλά δεν έχω αποφασίσει ακόμα πότε». Aυτό είναι ακριβώς ό,τι χρειάζεσαι: τη δέσμευση ότι θα κάνει αυτό που ζητάς.
Όπως εξηγεί ο Pink, πρόκειται για τη μέθοδο που χρησιμοποιεί η ψυχολογία για να μας βοηθήσει να αλλάξουμε μια συμπεριφορά που δεν μας εξυπηρετεί πια: «Δεν εμπιστευόμαστε την πληροφορία που προσπαθεί κάποιος να μας επιβάλλει όσο εμπιστευόμαστε αυτό που βγαίνει από το δικό μας στόμα. Μπορείς, λοιπόν, να δώσεις σε κάποιον 10 καλούς λόγους να κάνει κάτι. Όμως μόνο ο λόγος που θα “παραγάγει” ο ίδιος θα τον πείσει».
Πού μπορεί να εφαρμοστεί το τρικ των δύο ερωτήσεων
Οι δύο ερωτήσεις που οδηγούν στην πειθώ μπορούν να λειτουργήσουν αρκετά αποτελεσματικά στην περίπτωση των παιδιών, ωστόσο ίσως φανούν αναποτελεσματικές όταν κάποιος είναι ριζικά αντίθετος με αυτό που προτείνεις. Όταν δεν έχει κάποιο δικό του σκεπτικό για τη συγκεκριμένη ενέργεια, ώστε να μπορέσεις να το αναδείξεις.
ΔΕΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΣΤΕ ΤΗΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΜΑΣ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΟΣΟ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΣΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΒΓΑΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΣΤΟΜΑ.
Δεν μπορείς, δηλαδή, να ωθήσεις έναν άνθρωπο να κάνει κάτι που πραγματικά δεν θέλει.
Επίσης, πρόκειται για μια μέθοδο που προϋποθέτει ένα επίπεδο οικειότητας και ισοτιμίας μεταξύ των συνομιλητών, συνεπώς απαιτείται κοινή λογική όσον αφορά τις σχέσεις εξουσίας και το κοινωνικό κλίμα.
Για να διαπιστώσεις την αποτελεσματικότητάς της, μπορείς να την δοκιμάσεις και σε εσένα. Για παράδειγμα: Από το 0 έως το 10 πόσο έτοιμος είσαι να επιστρέψεις στο γυμναστήριο;