Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΖΩΞΗ ΣΤΗ ΜΟΥΡΙΑ – ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΩΝ ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ ΚΛΕΙΝΕΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ 111 ΧΡΟΝΙΑ
«Σ’ αυτό το μαγαζί είμαστε αληθινοί / κάνουμε λάθη / ζητάμε συγγνώμη / δίνουμε δεύτερες ευκαιρίες / περνάμε καλά / δίνουμε αγκαλιές / συγχωρούμε / είμαστε ζωντανοί / αγαπάμε». Ο μαυροπίνακας περιγράφει αυτό που υπήρξε η Μουριά για τους ανθρώπους της τα τελευταία 44 χρόνια. Ο αόριστος δεν είναι τυχαίος. Δυστυχώς, το καφενείο των Εξαρχείων, που υπάρχει 111 χρόνια, κλείνει οριστικά στις 30 Οκτωβρίου.
Τον Ιούνιο του 2026, έγινε γνωστό ότι η Μουριά κινδύνευε να κλείσει. Ο Χρήστος Βάνας, η ψυχή της, είχε ενημερωθεί ότι η ιδιοκτησία του ακινήτου ζητούσε την αποχώρηση της επιχείρησης. Η αντίδραση ξεπέρασε γρήγορα τα όρια της γειτονιάς. Ξεκίνησε συλλογή υπογραφών με τον τίτλο «Η ιστορία δεν αλλάζει χρήση – 111 χρόνια Μουριά», ενώ διατυπώθηκε το αίτημα να χαρακτηριστεί το καφενείο νεότερο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού.
Υπέγραψαν 6.277 άνθρωποι. Στο πλευρό της Μουριάς στάθηκε η Ένωση Επαγγελματιών Εστίασης Αθήνας, η οποία κατέθεσε σχετικό αίτημα-ψήφισμα. Το αίτημα έφτασε και στο συμβούλιο της 1ης Δημοτικής Κοινότητας του δήμου Αθηναίων, το οποίο στις 22 Ιουνίου 2026 τάχθηκε ομόφωνα υπέρ της διατήρησής του.
Στις αρχές Ιουλίου ήρθε η είδηση που όλοι περίμεναν: η Μουριά θα συνέχιζε. Δημοσιεύματα έγραφαν ότι το ιστορικό καφενείο νίκησε και ότι δεν επρόκειτο να υπάρξει αλλαγή χρήσης. Η οικογένεια Βάνα συνέχιζε παράλληλα να επιδιώκει τη θεσμική προστασία του χώρου. Το καφενείο που άντεξε περισσότερο από έναν αιώνα θα συνέχιζε τη διαδρομή του στην ίδια γωνία. Δεν έγινε έτσι.
Τρεις μήνες αργότερα, τη δεύτερη Κυριακή του Οκτώβρη 2026, πίσω από τον ίδιο πάγκο όπου βρίσκεται εδώ και 44 χρόνια, ο Χρήστος Βάνας μας λέει ότι η Μουριά κλείνει στο τέλος του μήνα. Ο άνθρωπος που υπήρξε μέρος της ιστορίας αυτού του καφενείου για σχεδόν μισό αιώνα και τώρα ετοιμάζεται να κλείσει την πόρτα του, μας φέρνει τον μεζέ και μας καλεί στην τελευταία μάζωξή της. Στις 31 το ακίνητο παραδίδεται στους ιδιοκτήτες του.
Οι άνθρωποι της Μουριάς
Στο κλασικό τους τραπέζι κάθονται τρεις από τους θαμώνες της. «Δεκαετίες είμαστε εδώ», μας λένε. Η Ζέλντα, το μικρό σκυλάκι που κάθεται στην αγκαλιά του κυρίου Κώστα, έχει αποκτήσει κι εκείνη τη δική της θέση στο καφενείο. Έχει τη δική της καρέκλα, αλλά και τη φωτογραφία της ανάμεσα στα πρόσωπα που γεμίζουν τους τοίχους.
Ο κύριος Κώστας δεν θέλει ούτε να φαντάζεται τη Μουριά κλειστή. «Όλος αυτός ο κόσμος πού θα μαζεύεται; Είναι ιδιαίτερη η πελατεία της Μουριάς», μας λέει.
Οι τοίχοι της Μουριάς
Η διακόσμηση στους τοίχους της Μουριάς δεν ακολούθησε ποτέ κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο. Γέμισαν με φωτογραφίες από παλιά μαζέματα, έργα που έφερναν οι θαμώνες, μικρές προτομές, αφίσες και ενθύμια. Σε μια σειρά από καφέ χαρτόνια βρίσκονται ζωγραφισμένα τα πρόσωπα ανθρώπων του καφενείου. Λίγο παραπέρα βρίσκεται ο Παπαδιαμάντης του Γιάννη Καλαϊτζή και το σκίτσο του Στάθη για τη Μουριά, με έναν άνθρωπο να σηκώνει το ποτήρι του κάτω από ένα δέντρο και τη φράση «Κανείς μόνος του». Από την οροφή κρέμεται ένας άγγελος από λαμαρίνα, έργο άλλου θαμώνα.
Ένας ολόκληρος τοίχος είναι γεμάτος πρόσωπα. Είναι τα σκίτσα του ζωγράφου, συγγραφέα και κινηματογραφιστή Άγγελου Σπάρταλη, ανθρώπου δεμένου με τα Εξάρχεια και το καφενείο. Με τα χρόνια ζωγράφισε τους θαμώνες του, αλλά και τον ίδιο τον Χρήστο Βάνα. Τα πορτρέτα σχηματίζουν ένα διαφορετικό αρχείο της Μουριάς, τα πρόσωπα των ανθρώπων που έγραψαν την καθημερινή, αθέατη ιστορία της.
Ο κύριος Φίλιππος είναι ένας από τους ανθρώπους που μετρούν τη ζωή της Μουριάς όχι σε χρόνια αλλά σε δεκαετίες. Είναι κάθε μέρα εκεί, στην ίδια θέση, ενώ στον τοίχο υπάρχει ακόμη μια φωτογραφία του από τότε που ήταν 20χρονος φοιτητής.
Ο Δίκαιος σηκώνεται από το τραπέζι και ποζάρει μπροστά στον τοίχο. Λίγα εκατοστά πίσω του βρίσκεται μια άλλη εκδοχή του εαυτού του. Το πρόσωπό του έχει περάσει από το τραπέζι στον τοίχο, μαζί με εκείνα των άλλων ανθρώπων της Μουριάς.
Από μια αυλή με μουριές σε έναν αιώνα ιστορίας
Στη γωνία της Χαριλάου Τρικούπη και της Καλλιδρομίου, εκεί όπου εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα βρίσκεται η Μουριά, υπήρχε στις αρχές του 20ού αιώνα ο κήπος ενός νεοκλασικού σπιτιού. Είχε μουριές και μια βρύση. Από εκείνες τις μουριές έμελλε να πάρει το όνομά του ένα καφενείο που θα μεγάλωνε μαζί με τα Εξάρχεια και θα γινόταν ένα από τα σταθερότερα σημεία αναφοράς της γειτονιάς. Παρότι η επίσημη ιστορία της Μουριάς μετρά 111 χρόνια, με αφετηρία το 1915, η μελέτη της Ελένης Κοβάνη «Εξάρχεια. Το λυκόφως του ερετεινού και των αυλών» τοποθετεί την πρώτη μορφή του καφενείου ήδη στο 1910.
Από τον Ανδρέα και τον Χρόνη στον Χρήστο Βάνα
Οι καφετζήδες άλλαζαν, το καφενείο έμενε. Έως το 1963, σύμφωνα με την καταγραφή της Κοβάνη, καφετζής ήταν ο Ανδρέας. Από το 1964 έως το 1980 το κρατούσαν δύο ηλικιωμένοι, ο Χρόνης και ο κουνιάδος του. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 τη Μουριά ανέλαβε ο Χρήστος Βάνας, έβδομος καφετζής στην ιστορία της. Ήταν ήδη θαμώνας της και βρέθηκε πίσω από τον πάγκο όταν αποχώρησε ο προηγούμενος.
Πολιτική, συγγραφείς και ατελείωτες συζητήσεις
Η ιστορία της Μουριάς είναι δεμένη και με την πολιτική ιστορία των Εξαρχείων. Τις δεκαετίες μετά τη Μεταπολίτευση σύχναζαν εκεί στελέχη και μέλη του ΚΚΕ Εσωτερικού και αργότερα του Συνασπισμού, αλλά και του ΠΑΣΟΚ, καθώς κομματικά γραφεία βρίσκονταν κοντά στο καφενείο.
Στις φωτογραφίες και στις καταγραφές της Μουριάς εμφανίζονται ο Λεωνίδας Κύρκος και ο Νίκος Κωνσταντόπουλος. Τη δεκαετία του ’80 ήταν επίσης στέκι του συγγραφέα Γιώργου Σκούρτη και δημοσιογράφων. Ηθοποιοί, ζωγράφοι, άνθρωποι των γραμμάτων, φοιτητές και πολιτικοί πέρασαν από τα τραπέζια της. Όμως η ιστορία της Μουριάς δεν γράφτηκε πρωτίστως από τους επώνυμους. Γράφτηκε από τους ανθρώπους που έμπαιναν κάθε μέρα, έπιναν τον καφέ τους, άφηναν ακόμη και τα κλειδιά τους και ήξεραν ποιος καθόταν στο διπλανό τραπέζι.
Το Σάββατο της Καλλιδρομίου
Η Μουριά άνοιγε αχάραγα για τους ανθρώπους της λαϊκής. Παραγωγοί και έμποροι έπιναν εκεί τον πρώτο καφέ πριν ή καθώς στήνονταν οι πάγκοι. Λίγες ώρες αργότερα ερχόταν το επόμενο κύμα, κάτοικοι που είχαν τελειώσει τα ψώνια τους, περαστικοί και παρέες που έψαχναν ένα τραπέζι για καφέ, ούζο, τσίπουρο και μεζέ.
Χρόνια πριν βρεθεί πραγματικά αντιμέτωπος με την απώλεια της Μουριάς, ο Χρήστος Βάνας είχε διατυπώσει μια φράση που σήμερα ακούγεται σχεδόν προφητική: «Έχει τελειώσει η ιστορία των καφενείων, έχει έρθει το τέλος τους». Τα παραδοσιακά καφενεία έκλειναν, οι καφετέριες κέρδιζαν έδαφος, τα παλιά σπίτια και οι αυλές των Εξαρχείων εξαφανίζονταν το ένα μετά το άλλο.
Κι όμως, η Μουριά άντεχε. Άλλαζε ο κόσμος γύρω της, άλλαζαν οι άνθρωποι που κάθονταν στα τραπέζια, άλλαζαν τα Εξάρχεια. Εκείνη ήταν πάντα στη θέση της. Μέχρι το τέλος του μήνα. Ραντεβού εκεί.