ΑΘΗΝΑ ΒΟΥΡΤΣΗ: «ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΠΥΚΝΟΥΣ ΜΑΣΤΟΥΣ ΕΧΟΥΝ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΚΙΝΔΥΝΟ ΝΑ ΕΜΦΑΝΙΣΟΥΝ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ»
Τι σημαίνει το να έχει μια γυναίκα «πυκνούς μαστούς»; Τι πρέπει να περιλαμβάνει ο ετήσιος προληπτικός έλεγχος για να είμαστε ασφαλείς; Η Δρ. Αθηνά Βούρτση, ειδική ακτινοδιαγνώστρια μαστού, λύνει όλες μας τις απορίες.
«Έχω πυκνούς μαστούς». Η φράση αυτή ακούγεται όλο και συχνότερα στις συζητήσεις μεταξύ γυναικών στο γραφείο, στις παρέες, στην αναμονή έξω από ένα ιατρείο. Την ανταλλάσσουμε μεταξύ μας σαν μια πληροφορία που μόλις μάθαμε από την τελευταία μας μαστογραφία, χωρίς συνήθως να γνωρίζουμε τι σημαίνει πραγματικά. Γιατί η δική μας ακτινολόγος μάς ζητά να κάνουμε και υπέρηχο, ενώ στη φίλη μας αρκεί η μαστογραφία; Και γιατί σε κάποιες περιπτώσεις προτείνεται ακόμη και μαγνητική μαστών; Τελικά, τι σημαίνει να έχεις πυκνούς μαστούς και πώς επηρεάζει αυτό τον προληπτικό έλεγχο;
Μπορεί να έχουμε εξοικειωθεί με τη μαστογραφία και να γνωρίζουμε πόσο σημαντική είναι για την έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του μαστού. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι γνωρίζουμε και όλα όσα χρειάζεται να προσέχουμε. Η πυκνότητα των μαστών, για παράδειγμα, δεν αποτελεί απλώς ένα χαρακτηριστικό της ανατομίας μας: συνδέεται με μεγαλύτερη δυσκολία στον εντοπισμό καρκίνου του μαστού μέσω της μαστογραφίας, αλλά και με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.
Το πόσο σημαντική είναι αυτή η πληροφορία έγινε σαφές μέσα από την ιστορία της Νάνσι Καπέλο από το Κονέκτικατ των ΗΠΑ. Το 2004 διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού σταδίου 3C, μόλις έξι εβδομάδες μετά από μια ετήσια μαστογραφία με φυσιολογικό αποτέλεσμα. Ο καρκίνος είχε ήδη προσβάλει 13 λεμφαδένες. Οι γιατροί της εξήγησαν ότι ο όγκος δεν είχε εντοπιστεί επειδή ο πυκνός ιστός του μαστού της τον έκρυβε στην απεικόνιση: Ο πυκνός ιστός εμφανίζεται λευκός στη μαστογραφία, όπως και ο καρκίνος, με αποτέλεσμα να τον «κρύβει».
Το 2009, το Κονέκτικατ έγινε η πρώτη πολιτεία των ΗΠΑ που υποχρέωσε τους γιατρούς να ενημερώνουν τις γυναίκες για τους πυκνούς μαστούς και τις ασφαλιστικές εταιρείες να καλύπτουν τον υπέρηχο για όσες τους έχουν. Η ιστορία της Καπέλο υπήρξε η αφορμή για να δημιουργηθεί ένα κίνημα για την ενημέρωση και διεκδίκηση για τις γυναίκες με πυκνούς μαστούς.
Για να λύσουμε όλες μας τις απορίες σχετικά με τους πυκνούς μαστούς, μιλήσαμε με τη Δρ. Αθηνά Βούρτση, ειδική ακτινοδιαγνώστρια μαστού.
– Ο όρος «πυκνός μαστός» ακούγεται ολοένα και συχνότερα. Ωστόσο, οι περισσότερες δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς σημαίνει. Τι είναι αυτό που κάνει έναν μαστό πυκνό και από πού φαίνεται ότι μία γυναίκα έχει πυκνό μαστό;
Περίπου το 40% του συνολικού γυναικείου πληθυσμού έχει αυτό που λέμε «πυκνούς μαστούς». Ορίζεται με βάση την πυκνότητα που βλέπουμε στη μαστογραφία – η πυκνότητα είναι ουσιαστικά η αναλογία του ινοαδενικού ιστού σε σχέση με το λίπος. Όσο περισσότερο ινώδη και αδενικό ιστό έχουμε, τόσο πιο αυξημένη είναι και η πυκνότητα.
Οι πυκνοί μαστοί είναι μια φυσιολογική κατάσταση που μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, πολλές φορές ορμονικούς, κατά βάση όμως γενετικούς – βλέπουμε συνήθως μαμά και κόρη να έχουν ακριβώς την ίδια σύσταση μαστών. Οι πυκνοί μαστοί δεν έχουν να κάνουν με το μέγεθος – μπορεί μία γυναίκα με πολύ μικρό μαστό να έχει εξαιρετικά αυξημένη πυκνότητα, και μία γυναίκα με πολύ μεγάλο μαστό να έχει περισσότερο λιπώδη ιστό.
ΠΕΡΙΠΟΥ ΤΟ 40% ΤΟΥ ΣΥΝΟΛΙΚΟΥ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΕΧΕΙ ΠΥΚΝΟΥΣ ΜΑΣΤΟΥΣ.
– Η πυκνότητα των μαστών έχει διαβαθμίσεις; Πώς μπορεί να γνωρίζει μα γυναίκα σε ποια κατηγορία ανήκουν οι δικοί της μαστοί και πόσο σημαντικό είναι να έχει αυτή την πληροφορία; Υπάρχει κάποια ένδειξη στο πόρισμα της μαστογραφίας που χρειάζεται να αναζητήσει;
Οι διαβαθμίσεις του πυκνού μαστού στη μαστογραφία περιγράφονται με το σύστημα ACR BI-RADS, το οποίο περιλαμβάνει τέσσερις κατηγορίες πυκνότητας, από το A έως το D, και αναγράφεται στο πόρισμα της μαστογραφίας. Στην κατηγορία A κατατάσσεται ένας σχεδόν εξ ολοκλήρου λιπώδης μαστός και στην κατηγορία Β ο μαστός αποτελείται κυρίως από λιπώδη ιστό, με διάσπαρτες πυκνότερες περιοχές – δεν ανήκει στους πυκνούς μαστούς. Oι κατηγορίες C και D περιγράφουν τον πυκνό μαστό. Στην κατηγορία C υπάρχουν πυκνότητες, αλλά δεν είναι όλος ο μαστός πυκνός – υπάρχουν και σημεία με λίπος. Στην κατηγορία D ανήκει ο εξαιρετικά πυκνός μαστός.
Σε κάποιες χώρες υπάρχει σύσταση οι γυναίκες που έχουν μαστό ACR D (κατηγορία D) να κάνουν και μαγνητική μαστογραφία κάθε 2-4 χρόνια. Γυναίκες με ACR C (κατηγορία C) κάνουν μαγνητική μαστογραφία αν υπάρχουν επιπλέον παράγοντες κινδύνου – κοιτάμε δηλαδή το ατομικό ιστορικό της κάθε γυναίκας.
Είναι πολύ σημαντικό κάθε γυναίκα να γνωρίζει σε ποια κατηγορία ανήκει, ώστε να ξέρει αν με τη μαστογραφία που έκανε, είναι καλυμμένη 100%. Δηλαδή, σε γυναίκες που έχουν μαστούς που ανήκουν στην κατηγορία D, στους 100 καρκίνους μπορούμε να δούμε περίπου τους 65 – έχουμε μια διαγνωστική ακρίβεια που φτάνει το μέγιστο 60-65%.
– Ποιες γυναίκες είναι πιθανότερο να έχουν αυτή την ανατομική ιδιαιτερότητα; Αλλάζει η πυκνότητα με την ηλικία, τις ορμονικές μεταβολές και –κυρίως– την εμμηνόπαυση;
Ναι, συνήθως αλλάζει η πυκνότητα. Μεγαλώνοντας, εκφυλίζεται ο ινοαδενικός ιστός και αντικαθίσταται σιγά-σιγά από λίπος. Αυτό, όμως, δεν το βλέπεις να συμβαίνει σε γυναίκες που έχουν εξαιρετικά πυκνούς μαστούς – μπορεί να συνεχίσουν να έχουν την ίδια υφή μαστού και στα 70 και στα 80 τους.
Επίσης, το αν μια γυναίκα πάρει ή χάσει βάρος, και αυτό αποτελεί παράγοντα που επηρεάζει την πυκνότητα του μαστού – είμαστε, λοιπόν, υποχρεωμένοι να καταγράψουμε τη διαφορά από χρόνο σε χρόνο.
Τώρα τελευταία που πολλές γυναίκες κάνουν τις ενέσεις αδυνατίσματος GLP-1, παρατηρούμε ότι χάνουν βάρος και εκεί που ο μαστός τους ήταν λιγότερο πυκνός, γίνεται πιο πυκνός. Αυτό, βέβαια, μας επηρεάζει μόνο στη διάγνωση.
– Μπορεί, δηλαδή, μια γυναίκα στη διάρκεια της ζωής της να αλλάξει κατηγορία;
Ναι. Κανονικά, θα πρέπει μετά την εμμηνόπαυση, η κατηγορία να πέφτει.
ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΠΥΚΝΟΥΣ ΜΑΣΤΟΥΣ ΕΧΟΥΝ 4-6 ΦΟΡΕΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΚΙΝΔΥΝΟ ΝΑ ΕΜΦΑΝΙΣΟΥΝ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ, ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΑ ΜΕ ΟΣΕΣ ΕΧΟΥΝ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΠΥΚΝΟΥΣ ΜΑΣΤΟΥΣ.
– Γιατί οι πυκνοί μαστοί δυσκολεύουν την ανίχνευση του καρκίνου στη μαστογραφία; Τι σημαίνει ότι ένας όγκος μπορεί να «κρύβεται» στον μαστό;
Το ότι έχουμε πυκνούς μαστούς μάς απασχολεί για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος και σημαντικότερος, είναι ότι έχουμε μεγάλη δυσκολία στη διάγνωση. Μπορεί να έχουμε έναν καρκίνο που έχει μέγεθος 1 ή 2 εκατοστά και να μην φαίνεται ούτε στη μαστογραφία, ούτε στην τομοσύνθεση (πιο προηγμένη μορφή μαστογραφίας) – μου έχει συμβεί.
Ακόμη, λοιπόν, και σε γυναίκες που κάνουν μαστογραφία και τομοσύνθεση, ένας καρκίνος μπορεί να μην εντοπιστεί. Ο πυκνός ιστός εμφανίζεται λευκός στην εικόνα, το ίδιο και ο όγκος. Έτσι, μπορεί να βρίσκεται μέσα στην εικόνα ένας όγκος χωρίς να ξεχωρίζει, σαν μια λευκή χιονόμπαλα πάνω σε ένα χιονισμένο τοπίο – αυτό είναι το λεγόμενο «άσπρο πάνω στο άσπρο» (white-on-white masking): ο καρκίνος «κρύβεται» στο φόντο. Στην ιστοσελίδα του Μη κερδοσκοπικού Οργανισμού DenseBreast-info μπορείτε να δείτε τι ακριβώς σημαίνει αυτό, και να βρείτε πολλές ακόμα αξιόπιστες πληροφορίες.
Η δυσκολία στην ανάγνωση της μαστογραφίας εντείνεται όταν η κακοήθεια δεν συνοδεύεται από άλλα ευρήματα, όπως οι μικροαποτιτανώσεις. Τότε μπορεί να περάσει απαρατήρητη η βλάβη και να ανακαλυφθεί αργότερα, ανάμεσα σε δύο προγραμματισμένους ελέγχους από την ίδια τη γυναίκα με τη μορφή ψηλαφητού όγκου. αυτοί οι καρκίνοι που λέγονται «ενδιάμεσοι», τείνουν να είναι μεγαλύτεροι και πιο προχωρημένοι από αυτούς που εντοπίζονται στον τακτικό προληπτικό έλεγχο.
Αν μία γυναίκα, λοιπόν, είναι ενημερωμένη και ξέρει τι υφή μαστού έχει, πηγαίνοντας σε ένα σύστημα υγείας που της προσφέρεται μόνο μαστογραφία, θα φροντίσει η ίδια να κάνει το κάτι περαιτέρω που χρειάζεται – τουλάχιστον ένα υπερηχογράφημα μαστών. Γιατί χρειάζεται υπερηχογράφημα; Με τη μαστογραφία βρίσκουμε περίπου 5 καρκίνους ανά 1.000 υγιείς γυναίκες. Με τη μαστογραφία και τον υπέρηχο μαζί, σε γυναίκες που έχουν πυκνούς μαστούς, βρίσκουμε 9-10 καρκίνους. Αν προσθέσουμε και τη μαγνητική μαστογραφία, που συζητούν τώρα να υιοθετήσουν οι Ολλανδοί και οι Αμερικανοί σε γυναίκες με πυκνούς μαστούς, φτάνουμε στην ανίχνευση 17 καρκίνων.
– Πέρα από τη δυσκολία στην απεικόνιση, οι πυκνοί μαστοί συνεπάγονται και μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου;
Ναι, αυτός είναι ο δεύτερος λόγος που μας απασχολούν οι πυκνοί μαστοί. Οι γυναίκες με μαστούς που ανήκουν στην κατηγορία C ή D, έχουν 4-6 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν καρκίνο του μαστού, συγκριτικά με γυναίκες οι οποίες έχουν λιγότερο πυκνούς μαστούς. Η πυκνότητα από μόνη της αποτελεί παράγοντα κινδύνου, ανεξάρτητο από άλλους, όπως το οικογενειακό ιστορικό ή η παχυσαρκία.
Το γιατί συμβαίνει αυτό, δεν έχει ακόμη απαντηθεί πλήρως. Μία από τις υποθέσεις είναι ότι στον πυκνό ιστό τα κύτταρα του μαστού απελευθερώνουν πρωτεΐνες και άλλες ουσίες που διαμορφώνουν ένα περιβάλλον πιο ευνοϊκό για την ανάπτυξη της νόσου.
ΜΕ ΤΗ ΜΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ ΒΡΙΣΚΟΥΜΕ ΠΕΡΙΠΟΥ 5 ΚΑΡΚΙΝΟΥΣ ΑΝΑ 1.000 ΥΓΙΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ. ΜΕ ΤΗ ΜΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΥΠΕΡΗΧΟ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΥΚΝΟΥΣ ΜΑΣΤΟΥΣ ΒΡΙΣΚΟΥΜΕ 9-10 ΚΑΡΚΙΝΟΥΣ. ΑΝ ΠΡΟΣΘΕΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΗ ΜΑΓΝΗΤΙΚΗ ΜΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ, ΠΑΜΕ ΣΤΟΥΣ 17 ΚΑΡΚΙΝΟΥΣ!
– Πόσο αλλάζει η εκτίμηση όταν μια γυναίκα έχει πυκνούς μαστούς και παράλληλα οικογενειακό ιστορικό, προηγούμενη βιοψία με ύποπτα ευρήματα ή άλλους παράγοντες κινδύνου; Μπορούμε να υπολογίσουμε τον ατομικό κίνδυνο με μεγαλύτερη ακρίβεια;
Ναι, υπάρχουν μοντέλα εκτίμησης κινδύνου, όπως το Tyrer-Cuzick (IBIS), που συνδυάζουν πολλούς παράγοντες: ηλικία, ορμονικό και αναπαραγωγικό ιστορικό, οικογενειακό ιστορικό, προηγούμενες βιοψίες και πυκνότητα μαστού. Υπολογίζουν ουσιαστικά την πιθανότητα να αναπτύξει μια γυναίκα καρκίνο του μαστού στη διάρκεια της ζωής της. Σε αυτό το μοντέλο, κάτω από 15% θεωρείται μέσος κίνδυνος, 15-19% ενδιάμεσος και 20% και πάνω υψηλός κίνδυνος. Για τις γυναίκες με υψηλό κίνδυνο, οι αμερικανικές οδηγίες συστήνουν ετήσια μαγνητική μαστών επιπλέον της μαστογραφίας, και στις ΗΠΑ πολλές ασφαλιστικές εταιρείες καλύπτουν τις επιπλέον εξετάσεις μόνο στη συγκεκριμένη κατηγορία γυναικών.
Το ποσοστό, όμως, δεν είναι διάγνωση και δεν ισχύει το ίδιο για όλες: τα μοντέλα βασίζονται σε συγκεκριμένους πληθυσμούς και το όριο διαφέρει ανά οργανισμό. Μία γυναίκα με πολύ πυκνούς μαστούς μπορεί να έχει χαμηλό υπολογισμένο κίνδυνο και παρ' όλα αυτά να χρειάζεται συμπληρωματικό έλεγχο. Γι' αυτό η αξιολόγηση του κινδύνου και ο κατάλληλος τρόπος παρακολούθησης γίνεται μετά από συζήτηση με τον γιατρό.
– Αν μια γυναίκα πληροφορηθεί, λοιπόν, ότι έχει πυκνούς μαστούς, ποιο είναι το επόμενο βήμα; Είπαμε, ότι δεν αρκεί η τακτική μαστογραφία. Χρειάζεται και συμπληρωματικός έλεγχος. Ποιος είναι αυτός;
Εξαρτάται από το συνολικό προφίλ της γυναίκας, και αυτό είναι το πιο σημαντικό. Σε γενικές γραμμές, για μια γυναίκα με πυκνούς μαστούς συνήθως προτείνουμε μαστογραφία και υπερηχογράφημα κάθε χρόνο, και ξεκινάμε από εκεί για να εξατομικεύσουμε συναξιολογώντας και τους υπόλοιπους παράγοντες κινδύνου.
Αν υπάρχει και οικογενειακό ιστορικό, για παράδειγμα αν η μητέρα και η αδερφή έχουν νοσήσει ή αν υπάρχουν δύο έως τρεις συγγενείς πρώτου βαθμού με καρκίνο του μαστού, ο κίνδυνος μπορεί να ξεπερνά το 20%, ανεξάρτητα από την ηλικία.
Αυξημένος είναι και ο κίνδυνος μετά από βιοψία που έδειξε αλλοιώσεις υψηλής επικινδυνότητας, όπως ακτινωτή ουλή, ενδοπορικό θήλωμα με ατυπία, φυλλοειδής όγκος, άτυπη επιθηλιακή υπερπλασία. Στις γυναίκες με πυκνούς μαστούς κατηγορίας C και πολύ μεγάλο μαστό που δυσκολευόμαστε να ελέγξουμε στον υπέρηχο, χωρίς άλλον επιβαρυντικό παράγοντα ή σε γυναίκες με ενθέματαα, συστήνουμε μαστογραφία και υπέρηχο κάθε χρόνο και μία μαγνητική μαστογραφία κάθε δύο έως τρία χρόνια – δεν είναι υποχρεωτικό, αλλά το προτείνουμε διότι προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια.
– Πώς βρίσκουμε την ισορροπία ανάμεσα στην έγκαιρη διάγνωση και στον κίνδυνο υπερδιάγνωσης, των περιττών εξετάσεων και όλης της αγωνίας που μπορεί να προκαλέσουν;
Αυτή είναι μια πολύ καλή ερώτηση. Παίζει τεράστιο ρόλο ό,τι κάνουμε να το κάνουμε πολύ σωστά και με ακρίβεια, ώστε να μην γίνεται υπερδιάγνωση. Η σωστή αξιολόγηση προϋποθέτει ότι τις εξετάσεις «διαβάζει» ένας ακτινοδιαγνώστης μαστού. Σημασία έχουν η εκπαίδευσή του, η εμπειρία του, τα μηχανήματα και η γνώση των δυνατοτήτων και των περιορισμών κάθε εξέτασης. Εξαιρετικά σημαντική είναι και η συναξιολόγηση όλων των εξετάσεων: δυσκολία μάς προκαλεί όταν μία γυναίκα κάνει τη μαστογραφία της κάπου, τον υπέρηχο αλλού και τη μαγνητική σε άλλο κέντρο, με αποτέλεσμα η πληροφορία να είναι κατακερματισμένη.
Το κλειδί είναι ο ακτινοδιαγνώστης να συσχετίζει τις διαφορετικές εξετάσεις, να αντλεί πληροφορία από την καθεμία, να στέκεται εκεί που πρέπει και μετά να τη ζυγίζει με βάση το ιστορικό της γυναίκας.
– Υπάρχουν γυναίκες που υποβάλλονται ξανά και ξανά σε επεμβάσεις αφαίρεσης μορφωμάτων. Είναι κάτι που συμβαίνει συχνά σήμερα;
Σήμερα δεν αφαιρούμε μια βλάβη μόνο επειδή τη βρήκαμε. Πριν από οποιοδήποτε χειρουργείο πρέπει να έχει προηγηθεί διάγνωση: με διαδερμική βιοψία, δηλαδή με βελόνα, παίρνουμε ιστό από την περιοχή και ο παθολογοανατόμος εξετάζει τον τύπο της βλάβης.
Αν είναι καλοήθης και το αποτέλεσμα συμφωνεί με την απεικονιστική εξέταση, συνήθως σταματάμε εκεί. Αν πρόκειται για αλλοίωση υψηλής επικινδυνότητας, όπως ένα θήλωμα με ατυπία, μια ακτινωτή ουλή ή μια ατυπική υπερπλασία, συνήθως προτείνουμε την αφαίρεσή της, γιατί υπάρχει κίνδυνος να συνυπάρχει κακοήθεια σε σημείο που δεν πήρε η βιοψία. Η απόφαση εξαρτάται από το είδος της αλλοίωσης.
Η βιοψία είναι πολύ αξιόπιστη, αλλά εξετάζει ένα δείγμα και όχι ολόκληρη την αλλοίωση. Γι' αυτό δεν πρέπει να πηγαίνει μια γυναίκα στο χειρουργείο χωρίς βιοψία. Και φυσικά, όταν το αποτέλεσμα είναι καλοήθες, δεν χρειάζεται να προχωράμε σε χειρουργείο.
ΔΕΝ ΑΦΑΙΡΟΥΜΕ ΜΙΑ ΒΛΑΒΗ ΜΟΝΟ ΕΠΕΙΔΗ ΤΗ ΒΡΗΚΑΜΕ. ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ ΧΕΙΡΟΥΡΓΕΙΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΠΡΟΗΓΗΘΕΙ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΜΕ ΔΙΑΔΕΡΜΙΚΗ ΒΙΟΨΙΑ.
– Το θήλωμα, στο οποίο αναφερθήκατε, τι ακριβώς είναι;
Το θήλωμα είναι μια μικρή, συνήθως καλοήθης βλάβη. Πολύ σπάνια μπορεί να βρεθούν γύρω του άτυπα κύτταρα ή ακόμη και αρχόμενη κακοήθεια. Τι κάνουμε, λοιπόν, όταν βρεθεί θήλωμα; Καταρχάς γίνεται διαδερμική βιοψία. Στην περίπτωση που η βιοψία δείξει καλοήθεια, παγκοσμίως υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις.
Συνήθως προτείνεται αφαίρεση: είτε χειρουργική, είτε με τη μέθοδο Vacuum-assisted excision (VAE) που γίνεται μόνο με τοπική αναισθησία και χωρίς τομή, αφαιρείται μεγάλο μέρος της βλάβης και ο χρόνος ανάρρωσης είναι μικρός. Άλλοι επιλέγουν να παρακολουθούν τη βλάβη με τακτικό έλεγχο και προχωρούν σε νέα βιοψία ή αφαίρεση αν αλλάξει κάτι. Η επιλογή εξαρτάται από το μέγεθος του θηλώματος, από το αν υπάρχει ατυπία και από άλλους παράγοντες που συνυπολογίζει ο γιατρός.
– Πότε απευθυνόμαστε σε μαστολόγο;
Στις ΗΠΑ, ο όρος «μαστολόγος» δεν υπάρχει, είναι breast surgeon (χειρουργός μαστού). Σε μαστολόγο, λοιπόν, απευθυνόμαστε όταν κάτι έχει βρεθεί στις εξετάσεις, έχουμε κάνει διαδερμική βιοψία και χρειάζεται να ακολουθήσει χειρουργική εκτομή. Επίσης, όταν υπάρχει κλινικό εύρημα – για παράδειγμα, ένα ογκίδιο που ψηλαφούμε αλλά δεν φαίνεται στις εξετάσεις, αίμα από τη θηλή ή ένας λεμφαδένας που ψηλαφούμε στη μασχάλη.
– Αν μία γυναίκα διαβάζει αυτή τη συνέντευξη και μόλις έχει μάθει ότι έχει πυκνούς μαστούς, ποιες ερωτήσεις πρέπει να κάνεις στον/στη γιατρό της;
Καταρχάς, η γυναίκα θα πρέπει να ξεκαθαρίσει σε ποια κατηγορία πυκνότητας ανήκουν οι μαστοί της, C ή D. Η κατηγορία αναγράφεται στην αναφορά της μαστογραφίας.
Μετά, με βάση το αναλυτικό ιστορικό που θα δώσει, ο γιατρός θα αξιολογήσει τον ενδεχόμενο κίνδυνο. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Πέρα από το οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού, λαμβάνονται υπόψη συγγενείς με καρκίνο ωοθηκών, παγκρέατος ή προστάτη, άλλοι παράγοντες όπως η παχυσαρκία, τα αποτελέσματα προηγούμενων βιοψιών και η λήψη ορμονικής υποκατάστασης.
Όταν δοθεί πλήρες ιστορικό, η γυναίκα χρειάζεται να ρωτήσει τον γιατρό ποιες άλλες εξετάσεις χρειάζεται να κάνει για να είναι καλυμμένη. Συνήθως συστήνεται και υπερηχογράφημα, το οποίο καλό είναι να γίνεται από ακτινοδιαγνώστη που ασχολείται με τον μαστό.
– Στην Ελλάδα ποιες εξετάσεις καλύπτονται και για ποιες ηλικίες;
Στην Ελλάδα, το πρόγραμμα «Προλαμβάνω» («Φώφη Γεννηματά») καλύπτει δωρεάν ψηφιακή μαστογραφία για γυναίκες 45-74 ετών. Πριν από το 2024, η ηλικία ήταν 50-69. Για να είναι δικαιούχος, η γυναίκα δεν πρέπει να έχει κάνει μαστογραφία τον τελευταίο χρόνο ούτε να έχει νοσήσει από καρκίνο του μαστού την τελευταία πενταετία.
Αν η μαστογραφία δείξει κάτι που χρειάζεται περαιτέρω έλεγχο, το πρόγραμμα καλύπτει επίσης δωρεάν κλινική εξέταση από γιατρό και υπερηχογράφημα μαστών.
Για μια γυναίκα με πυκνό μαστό, ο μαστολόγος γράφει παραπεμπτικό για υπέρηχο, που γίνεται σε ακτινοδιαγνώστη μαστού. Η μαγνητική μαστών καλύπτεται από το σύστημα υγείας όταν υπάρχει ένδειξη.
– Είναι σημαντικό ότι η δωρεάν μαστογραφία, που προηγουμένως ξεκινούσε στα 50, καλύπτεται πλέον από τα 45. Οι συστάσεις, όμως, μιλούν για μαστογραφία από τα 40. Είναι πρόβλημα που μια γυναίκα 40-44 ετών μένει εκτός προγράμματος;
Οι αμερικανικές οδηγίες προτείνουν τακτική μαστογραφία από τα 40 (κάθε χρόνο ή κάθε δύο χρόνια, ανάλογα με τον Οργανισμό). Κάθε χώρα, όμως, επιλέγει τι μπορεί να προσφέρει ανάλογα με τα κονδύλια που διαθέτει. Δεν σημαίνει ότι αυτή είναι η καλύτερη πρακτική και ότι ακολουθούνται τα guidelines όπως θα έπρεπε, με βάση την αναγκαιότητα από πλευράς υγείας. Προσωπικά θεωρώ ότι έχει τεράστια αξία οι γυναίκες από την ηλικία των 40 ετών, έστω και χωρίς κάλυψη από το πρόγραμμα, να ξεκινούν να κάνουν μαστογραφία.
Αν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό, ο έλεγχος πρέπει να ξεκινά νωρίτερα. Ο κίνδυνος αξιολογείται από νεαρή ηλικία (γύρω στα 25), και, όταν πληρούνται τα κριτήρια, προχωράμε σε γενετικό έλεγχο ώστε η παρακολούθηση να ξεκινήσει στην κατάλληλη ηλικία (συνήθως 25-30, ανάλογα με το ιστορικό).
– Πόσο καλά είναι ενημερωμένες οι Ελληνίδες για τον καρκίνο του μαστού;
Θα έλεγα ότι είναι πολύ καλά ενημερωμένες, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης. Το Άλμα Ζωής έχει κάνει εξαιρετική δουλειά όλα αυτά τα χρόνια, συμβάλλοντας στην απομυθοποίηση της νόσου και στην ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των γυναικών.
Από την καθημερινή μας εμπειρία, βλέπουμε ότι ενώ οι γυναίκες έχουν πλέον εξοικειωθεί με τη μαστογραφία και τη σημασία του τακτικού ελέγχου, δεν έχουν επαρκή ενημέρωση για την πρόληψη άλλων μορφών καρκίνου, όπως ο καρκίνος του πνεύμονα και το μελάνωμα.