Εικονογράφηση: Χριστίνα Αβδίκου

ΔΙΗΓΗΜΑ: «Ο ΚΑΦΕΣ»

Το καϊμάκι στον καφέ είναι σα να λέμε η οπτική που επιλέγει κανείς να βλέπει τα πράγματα στη ζωή.  Άλλος βλέπει το φλιτζάνι μισογεμάτο κι άλλος μισοάδειο. Άλλος είναι παραδοσιακός, άλλος μερακλής, άλλος πρωτοπόρος κι επαναστάτης.

Ο παππούς μου είχε καφενείο στα Σεπόλια. Εγώ δεν το πρόλαβα. Το έκλεισε έναν χρόνο ακριβώς προτού γεννηθώ. Ό,τι ξέρω για αυτό είναι μέσα από τις αφηγήσεις των μεγάλων. Αυτός ετοίμαζε τους καφέδες και τους σέρβιρε κρατώντας έναν ανοξείδωτο δίσκο σερβιρίσματος, ξέρετε, αυτόν με το χερούλι. Θαρρώ πως τώρα βρίσκεται κάπου θαμμένος στην αποθήκη του σπιτιού μας ως κειμήλιο μιας άλλης εποχής. Η γιαγιά από την άλλη έφτιαχνε τα καλύτερα σάντουιτς με ομελέτα. Ήταν από τις πρώτες που σκέφθηκαν να βάλουν την ομελέτα μέσα στο ψωμί. Μην κοιτάτε τώρα, που βάζουμε τα πάντα. Ούτε κι αυτά τα δοκίμασα, λες και χάθηκε η συνταγή μαζί με το καφενείο. Η γιαγιά είχε κουραστεί να δουλεύουν όλη μέρα. Δεν ήταν εύκολη υπόθεση το μαγαζί κι έτσι ο παππούς το έκλεισε με βαριά καρδιά. Νομίζω αυτός ήταν κι ο λόγος που πέρασε κάτι σαν κατάθλιψη.

Όταν μαζευόμασταν στον παππού και στη γιαγιά, θυμάμαι πάντα τον παππού να ετοιμάζει τους καφέδες. Μόνο από τα χεράκια του έπιναν καφέ. Εγώ τον παρατηρούσα στα κλεφτά να ρίχνει στο μπρίκι τη δοσολογία και να γυρνάει  το κουτάλι κάμποσες φορές. Δεν ξέρω αν τις μετρούσε. Εγώ προσπάθησα, αλλά πάντοτε έχανα το μέτρημα.  Έπειτα όλο μαεστρία έριχνε τον καφέ στα φλιτζάνια – από το μαγαζί τα είχε κρατήσει. Αυτό που δεν καταλάβαινα με τίποτα ήταν γιατί ο παππούς άλλοτε έριχνε τον καφέ από ψηλά κι άλλοτε κολλούσε το μπρίκι στο στόμιο του φλιτζανιού. Αργότερα έμαθα πως αυτό έχει να κάνει με το πόσο παχύ θέλει κανείς το καϊμάκι.

Κάποια μέρα, καθώς τον παρατηρούσα, με φώναξε να σταθώ δίπλα του. Με επέλεξε να μάθω την τέχνη του. Και τότε μου αποκάλυψε κάτι που κατάλαβα μόνο όταν άρχισα να πίνω κι εγώ καφέ: Ο καφές είναι μια ιερή στιγμή. Η λάθος ρουφηξιά μπορεί να σου χαλάσει τη μέρα και η σωστή να σου τη φτιάξει. Άλλος τον πίνει σκέτο, άλλος γλυκό, άλλος μέτριος, άλλος με ολίγη και άλλος με ναι και όχι. Άλλος τον θέλει ελαφρύ κι άλλος βαρύ κι ασήκωτο. Δε σταματάει όμως εκεί η τέχνη του καφέ. Χρειάζεται χαμηλή φωτιά για να αργοψηθεί και να πάρει μαζί του καημούς, βάσανα και πίκρες, και οπωσδήποτε στο σερβίρισμα ένα λουκουμάκι, εκεί, δίπλα στο πιατάκι, για να φέρει τη γλύκα και τη νοστιμάδα  στη μέρα μας. Και προσοχή: αν τα γούστα στον καφέ ταιριάζουν και φτιάξουμε περισσότερους από έναν καφέδες συγχρόνως, χρειάζεται σερβίρισμα αργό και σε μικρή ποσότητα σε κάθε φλιτζανάκι για να έχουν όλοι καϊμάκι. Αχ! Αυτό το καϊμάκι! Πόσο δύσκολο είναι να το πετύχεις. Το καϊμάκι είναι σα να λέμε η οπτική που επιλέγει κανείς να βλέπει τα πράγματα στη ζωή.  Άλλος βλέπει το φλιτζάνι μισογεμάτο κι άλλος μισοάδειο. Άλλος είναι παραδοσιακός, άλλος μερακλής, άλλος πρωτοπόρος κι επαναστάτης.

καφές
Εικονογράφηση: Χριστίνα Αβδίκου

Ο παππούς μου έλεγε πως ο καφές καθρεφτίζει τον χαρακτήρα του άλλου ή τη διάθεση της στιγμής. Πάντως εγώ, όταν ξεκίνησα να πίνω καφέ –σε ηλικία μόλις 7 χρονών!– τον έπινα γλυκό. Τότε όλα μου φαίνονταν ρόδινα. Θυμάμαι τη γιαγιάκα μου να μου ετοιμάζει γάλα με μια κοφτή κουταλιά ελληνικό καφέ –στην πραγματικότητα 2-3 κόκκους– και μπόλικη ζάχαρη. Εγώ το γάλα το σιχαινόμουνα. Ήταν ο μόνος τρόπος όμως να με πείσει να το πιω. Αν αυτό, φυσικά, γινόταν σήμερα, όλοι αυτοί οι ειδήμονες που βγαίνουν και δίνουν οδηγίες υγιεινής διατροφής θα έπεφταν να τη φάνε τη γιαγιάκα μου. Εγώ πάλι την ευγνωμονώ, γιατί διαφορετικά γουλιά δε θα έβαζα από δαύτο στο στόμα μου.

Καθώς μεγάλωνα άλλαζαν και τα γούστα μου στον καφέ. Στην εφηβεία μου –εκεί που νόμιζα πως είμαι αρκετά μεγάλη για να έχω και τις συνήθειες των μεγάλων– και αμφιταλαντευόμουν όλη την ώρα αν έπρεπε να πάρω τη μία ή την άλλη απόφαση, άλλαζα προτιμήσεις κάθε μέρα. Δεν ήξερα τι μου γινόταν τότε. Σιγά μην μπορούσα να κατασταλάξω πώς θα έπινα τον καφέ μου.

Στα φοιτητικά χρόνια, πάλι, το έριξα στον γλυκυβραστό. Δυο κουταλιές γεμάτες καφέ για να αντέχω τα ξενύχτια που προέκυπταν είτε από υπερβάλλοντα ζήλο στο διάβασμα είτε από ξέφρενη καλοπέραση, τρεις κουταλιές ζάχαρη γιατί όλη την ώρα με κάποιον ζαχάρωνα και ελαφρύ, γιατί έννοιες δεν είχα ως φοιτήτρια. Έζησα και τις καλές εποχές, τότε που το χρήμα έρρεε άφθονο και δε χρειαζόταν να δουλέψω.

Τελειώνοντας τη σχολή και βγαίνοντας στην αγορά εργασίας άρχισα να τον πίνω μέτριο, σε μια προσπάθεια να πείσω τον εαυτό μου ότι βρήκα τις ισορροπίες μου. Είχα βρει μια δουλειά στο αντικείμενό μου για την οποία δεν πληρωνόμουν καλά, έναν σύντροφο που μου άρεσε χωρίς να τρελαίνομαι, και διατηρούσα φίλους που μετριούνταν πλέον στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Σήμερα –έπειτα από μια οικονομική, μια υγειονομική και τώρα πια μια ενεργειακή κρίση– τον καφέ μου τον πίνω σκέτο. Θέλω να ακούω τα πράγματα με το όνομά τους. Βαρέθηκα την υποκρισία, τις υπεκφυγές, την ανειλικρίνεια και, κυρίως, κουράστηκα να είμαστε όλοι τόσο αναλώσιμοι. Προτιμώ να ξέρω τι μου γίνεται σε όλα τα επίπεδα.

Κάπου κάπου νοσταλγώ τον παππούλη μου που μου έλεγε πως η νοστιμάδα της ζωής βρίσκεται στις εναλλαγές της. Άλλοτε έχουμε τα πάνω μας κι άλλοτε τα κάτω μας. Εκείνο που τελικά παίζει ρόλο είναι να διατηρούμε την ακεραιότητά μας και να απολαμβάνουμε την κάθε στιγμή. Απ’ όλα έχουμε κάτι να πάρουμε και να δώσουμε. Και να φανταστείτε πως ο παππούς μου δεν έπινε καφέ!

Η Γεωργία Κωνσταντέλου είναι καθηγήτρια φιλόλογος.

SLOW MONDAY NEWSLETTER

Θέλεις να αλλάξεις τη ζωή σου; Μπες στη λογική του NOW. SLOW. FLOW.
Κάθε Δευτέρα θα βρίσκεις στο inbox σου ό,τι αξίζει να ανακαλύψεις.