ΤΙ ΜΑΣ ΔΙΔΑΣΚΕΙ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΓΕΜΑΤΗ ΖΩΗ ΜΕΤΑ ΤΑ 65
Τι μπορεί να περιμένει κανείς μετά τα 65, όταν περνά σε μια φάση που θεωρείται από πολλούς λιγότερο παραγωγική; Σύμφωνα με έναν ομότιμο καθηγητή Βιοηθικής και Ανθρωπιστικών Επιστημών, ο Οδυσσέας μπορεί να μας διδάξει πολλά για μια γεμάτη ζωή, ακόμη και τότε.
Η σκηνή με τις Σειρήνες στην Οδύσσεια του Christopher Nolan συζητήθηκε πολύ και άγγιξε μεγάλο μέρος του κοινού. Κάποιοι εμπνεύστηκαν και άλλοι προβληματίστηκαν με το τραγούδι τους που, σύμφωνα με τον Οδυσσέα –εδώ ακολουθεί μικρό spoiler– μιλούσε για «όλα όσα ήθελες κι όσα θα ευχόσουν να μην είχες ευχηθεί ποτέ», κι έλεγε πως «αυτό που θέλεις περισσότερο είναι εκείνο που περισσότερο δεν μπορείς να έχεις» δηλαδή «αυτό που ήδη είχες και έχασες».
«Ήταν το τραγούδι όλων των υποσχέσεων που δεν κατάφερα να κρατήσω. Και μου είπε πως, στην πραγματικότητα, δεν θέλω να γυρίσω σπίτι», κατέληγε ο βασιλιάς της Ιθάκης.
Το τραγούδι τους μοιάζει να φέρνει αντιμέτωπο τον Οδυσσέα με το εγώ του και όσα έχασε, με το ενδεχόμενο να μη βρει ποτέ ηρεμία και πληρότητα στην Ιθάκη.
Κάτι παρόμοιο φαίνεται να υποστηρίζει σε άρθρο του ο Bert Keller, ομότιμος καθηγητής Βιοηθικής και Ανθρωπιστικών Επιστημών στο Medical University of South Carolina και πάστορας επί 50 χρόνια, που βρίσκει στο πρόσωπο του Οδυσσέα έναν οδηγό για το ταξίδι της γήρανσης –χωρίς Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες τη φορά αυτή– αναγκαίο σε όσους νιώθουν χαμένοι, ταλαιπωρημένοι, μπερδεμένοι ή νικητές και survivors.
«Ποιος, σαν τον Οδυσσέα, δεν λαχταρά ένα σπίτι;» γράφει ο Keller, που συναντά τον Οδυσσέα 20 χρόνια μετά τον πόλεμο στην Τροία και τις περιπέτειες μέχρι την Ιθάκη. Έχει επιστρέψει και ξαναβρεί την Πηνελόπη και το παλάτι του, αφού πρώτα πλήρωσε ακριβά για τα τεχνάσματά του, όπως ότι τύφλωσε τον Πολύφημο, τον γιο του Ποσειδώνα, και τακτοποίησε κάθε εκκρεμότητα. Και τώρα; Τι κάνει κανείς αφότου τελείωσε το μεγάλο ταξίδι;
«Ούτε ο Όμηρος μας λέει, ούτε ο Nolan», παρατηρεί και αναζητά απαντήσεις σε έναν άλλον Οδυσσέα· εκείνον του Νίκου Καζαντζάκη, που δεν τον χωρά το σπίτι, βαριέται τη ζωή στην Ιθάκη και επιστρέφει στη θάλασσα για νέες περιπέτειες. «Δε με χωράει το σπίτι ετούτο πια, τι πλάτυνε η ψυχή μου τα πέλαα να θωράει και τις φωτιές και τ’ άγρια αντρίκεια γόνα».
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΕΙ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ, ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ, ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΘΕΛΟΝΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΕΝΕΡΓΟΣ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΠΛΕΟΝ Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΝΑ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥ ΘΕΣΗ Ή ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΩΝ ΤΟΥ.
Πρέπει να αφήσεις πίσω τον παλιό σου εαυτό
Ο Keller επιστρέφει στη Νέκυια, στη ραψωδία λ΄, όπου ο Οδυσσέας συναντά στον Άδη τον Τειρεσία. Ο μάντης τού δίνει οδηγίες για το ταξίδι της επιστροφής, αλλά και για όσα πρέπει να κάνει αφού φτάσει στην Ιθάκη. Θα πάρει μαζί του ένα κουπί, το εργαλείο και σύμβολο της ζωής του στη θάλασσα, και θα περπατήσει τόσο μακριά στην ενδοχώρα ώστε οι άνθρωποι εκεί να μην ξέρουν τι είναι. Θα το περάσουν για αθηρηλοιγό, ένα λιχνιστήρι (εργαλείο του αλωνίσματος). Εκεί θα πρέπει να το θάψει, να κάνει θυσίες στον Ποσειδώνα και να επιστρέψει στην Πηνελόπη, για να ζήσει μέχρι τα βαθιά γεράματα.
Για τον Keller, η παραπάνω πορεία «μοιάζει εκ πρώτης όψεως με μια κλασική τελετή μετάβασης προς τη συνταξιοδότηση». Το κουπί αντιπροσωπεύει την επαγγελματική ζωή του Οδυσσέα και, μαζί της, την ταυτότητα που έχει χτίσει μέσα από τη δουλειά, τις επιτυχίες, τις αποτυχίες και τον ρόλο του στον κόσμο. Το εξωτερικό έργο της ζωής, γράφει, βοηθά τον άνθρωπο να ολοκληρώσει το εσωτερικό του έργο: μέσα από όσα κάνει και όσα ζει, μαθαίνει σταδιακά να ξεχωρίζει «το ουσιώδες από τα σκουπίδια».
Γι’ αυτό και το κουπί πρέπει να θαφτεί. Μαζί με τον επαγγελματικό του βίο, ο Οδυσσέας καλείται να αφήσει πίσω του και την ανάγκη για δύναμη, έλεγχο και «νίκη», καθώς και την εικόνα που έχει δημιουργήσει για τον εαυτό του. «Αυτό που πρέπει να κάνεις τώρα είναι να θάψεις αυτό το εγώ», γράφει ο Keller. Όταν το κάνει, είναι ελεύθερος να υποδεχθεί όσα φέρνει η ηλικία.
Οι τρεις φάσεις στις τελευταίες δεκαετίες της ζωής
Έχοντας ο ίδιος διανύσει σχεδόν 22 χρόνια μετά τα 65, ο Keller χωρίζει την περίοδο μετά τη σύνταξη σε τρεις φάσεις.
Φάση 1: Η νέα αρχή μετά τα 65
Η πρώτη φάση διαρκεί την πρώτη περίπου δεκαετία μετά τη συνταξιοδότηση, «εφόσον φτάσει κανείς σε αυτήν και με σχετικά καλή υγεία». Κόντρα στους φόβους της αδράνειας, η αποχώρηση από την εργασία δεν σημαίνει διακοπή κάθε δραστηριότητας.
Ο άνθρωπος μπορεί να συνεχίσει να δημιουργεί, να ταξιδεύει, να κάνει εθελοντισμό, να παραμένει ενεργός κοινωνικά ή και να μετακομίσει για μια νέα αρχή, χωρίς να χρειάζεται πλέον η ταυτότητά του να στηρίζεται στην επαγγελματική του θέση ή στην αναγνώριση όσων έχει πετύχει. «Μεταφέρεις τώρα το κουπί στην ενδοχώρα», γράφει, προς ένα μέρος όπου το όνομά σου δεν είναι γνωστό και όσα έχεις κάνει δεν τα θυμούνται».
Φάση 2: Σωματικοί περιορισμοί και νέες εμπειρίες
Η επόμενη δεκαετία θα αποτελέσει τη δεύτερη φάση, εκείνη της επιβράδυνσης. Το σώμα αρχίζει να επιβάλλει περιορισμούς και ο ρυθμός της ζωής μειώνεται. Ο Keller χρησιμοποιεί τον όρο diminishments (μειώσεις, εκπτώσεις) για αυτές τις σταδιακές απώλειες δυνατοτήτων που, όμως, δημιουργούν χώρο για άλλες εμπειρίες: «Βρίσκουμε περισσότερο χρόνο για να τον μοιραζόμαστε με φίλους και εγγόνια, για διάβασμα, για περπάτημα ανάμεσα στα δέντρα ή κατά μήκος της παραλίας ή, ίσως, απλώς για να κοιτάζουμε».
Είναι περίπου 10 χρόνια στα οποία ο άνθρωπος «κάνει ειρήνη με τη ζωή που έχει ζήσει» και αφήνει πίσω την «εικόνα του εαυτού του που έχει πλέον ξεπεραστεί».
ΚΑΘΩΣ ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΜΑΣ ΦΘΙΝΟΥΝ ΚΑΙ ΑΦΗΝΟΥΝ ΤΟΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΜΑΣ ΞΕΓΛΙΣΤΡΑ, ΚΡΑΤΑΜΕ ΟΣΑ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΑΣ: ΤΟ ΔΕΟΣ, ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ, ΤΗΝ ΗΡΕΜΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΧΑΡΑ.
Φάση 3: Η αρχαία σοφία στο τέλος της ζωής
Η τρίτη φάση είναι η OLD old age, η πολύ προχωρημένη ηλικία, η περίοδος κατά την οποία ολοκληρώνεται η ζωή. Οι σωματικοί περιορισμοί γίνονται εντονότεροι, αυξάνονται οι πόνοι και οι ιατρικές ανάγκες, αρχίζουμε να συνηθίζουμε τις απώλειες αγαπημένων μας προσώπων, ενώ για ορισμένους μπορεί να σηματοδοτήσει την ανάγκη μιας διαφορετικής μορφής φροντίδας ή κατοικίας, όπως μιας δομής για ηλικιωμένους.
Μας περιμένει, ωστόσο, και μια «ανοιχτή πόρτα προς την αρχαία σοφία», λέει ο Keller και εξηγεί: «Καθώς τα σώματά μας φθίνουν και αφήνουν τον εξωτερικό κόσμο να μας ξεγλιστρά, κρατάμε όσα ανήκουν στην καρδιά και την ψυχή μας: το δέος, που ξυπνούν τα δέντρα, τα πουλιά ή η τέχνη· την αγάπη, που γεννιέται μέσα από σχέσεις φροντίδας και εμπιστοσύνης· την ηρεμία, που βρίσκουμε απλοποιώντας τη ζωή και μέσα από την ουσιαστική μοναχικότητα· και τη χαρά, που έχει ελάχιστη σχέση με τη διασκέδαση, γιατί πηγάζει από μια βαθιά εσωτερική πηγή».
O Keller, πατώντας στη θεωρία για την απώλεια όρασης του Ομήρου, λέει πως ο τυφλός ως προς τον εξωτερικό κόσμο ποιητής βάζει τον σκληροτράχηλο και πολυμήχανο Οδυσσέα, έξυπνο αλλά όχι σοφό, να επισκεφθεί τον Κάτω Κόσμο, όπου συναντά τον ηλικιωμένο, τυφλό Τειρεσία: «Ο σοφός Τειρεσίας τού λέει, και μαζί του σε όλους εμάς που είμαστε οι ήρωες της δικής μας ιστορίας: γύρνα σπίτι. Και ύστερα ξεκίνα το εσωτερικό ταξίδι».