4 ΠΡΑΣΙΝΕΣ ΟΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΜΕ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ
Τέσσερις χώροι πρασίνου, τέσσερις διαφορετικές ιστορίες που αποκαλύπτουν πώς η ιστορία, η φύση και οι διεκδικήσεις των κατοίκων συναντιούνται στην πόλη.
Τον Δεκέμβριο του 2025, δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Land η μελέτη «Mapping Green Space Inequalities in 26 European Cities», η οποία συγκρίνει 26 ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ως προς το αστικό πράσινο. Η Αθήνα βρίσκεται πολύ χαμηλά, καθώς διαθέτει μόλις 3,6 τ.μ. αστικού πρασίνου ανά κάτοικο, όταν ο μέσος όρος των πόλεων της έρευνας είναι 15,1 τ.μ.
Στην καρδιά μιας πυκνοδομημένης πόλης, που συχνά μοιάζει εχθρική προς τους κατοίκους της, αναζητήσαμε και φωτογραφίσαμε τέσσερις χώρους πρασίνου. Το Πάρκο Ναυαρίνου, την Ακαδημία Πλάτωνος, το Πάρκο Κλωναρίδη-Φιξ και τον κήπο του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου. Τα πάρκα αυτά κρύβουν τέσσερις διαφορετικές ιστορίες με πολλούς κοινούς παρανομαστές.
Πάρκο Ναυαρίνου: Το πάρκινγκ που έγινε πάρκο
Το μικρό γωνιακό οικόπεδο που περικλείεται από τις οδούς Χαριλάου Τρικούπη, Ναυαρίνου, Ζωοδόχου Πηγής και Διδότου, στα Εξάρχεια, δεν ήταν πάντα πάρκο.
Το 1907 βρισκόταν εκεί το Γερουλάνειο Ίδρυμα και αργότερα η κλινική Σμπαρούνη. Το 1972 το ακίνητο πέρασε στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας. Το παλιό κτίριο κατεδαφίστηκε τη δεκαετία του 1980, με προοπτική να ανεγερθούν γραφεία του ΤΕΕ, σχέδιο που δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Το 1990, το ΤΕΕ πρότεινε να παραχωρηθεί στον Δήμο Αθηναίων για πλατεία.
Στις 7 Νοεμβρίου 1990, το Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας αποδέχθηκε ομόφωνα την πρόταση, αναφέροντας στην απόφασή του τη μεγάλη ανάγκη κοινόχρηστων χώρων στην πυκνοκατοικημένη περιοχή. Η συμφωνία όμως δεν υλοποιήθηκε και το οικόπεδο μισθώθηκε ως χώρος στάθμευσης μέχρι το τέλος του 2008.
Τότε επανήλθε η προοπτική οικοδόμησης. Η Επιτροπή Πρωτοβουλίας Κατοίκων Εξαρχείων κινητοποιήθηκε, ενημερώνοντας τη γειτονιά και ζητώντας τη μετατροπή του χώρου σε πάρκο με ψηλά δέντρα. Στις 7 Μαρτίου 2009, μαζί με τη συλλογικότητα «Εμείς, εδώ και τώρα και για όλους εμάς», οργανώθηκε η δράση με αίτημα «το πάρκινγκ να γίνει πάρκο». Εκατοντάδες άνθρωποι μπήκαν στο οικόπεδο, έσπασαν την άσφαλτο με κομπρεσέρ και κόφτες, έφεραν φορτηγά με χώμα και φύτεψαν δέντρα και λουλούδια, ανάμεσά τους πορτοκαλιές, λεμονιές και ελιές.
Έτσι γεννήθηκε το αυτοδιαχειριζόμενο Πάρκο Ναυαρίνου. Ο χώρος οργανώθηκε μέσω ανοιχτής συνέλευσης και συλλογικής εργασίας και απέκτησε περιβόλι, παιδική χαρά και χώρους για προβολές, συζητήσεις και εκδηλώσεις. Έτσι συνεχίζει μέχρι σήμερα.
Ακαδημία Πλάτωνος: 2.400 χρόνια ιστορίας και διεκδικήσεων
Ο σημερινός αρχαιολογικός χώρος φτάνει περίπου τα 135–140 στρέμματα. Το άλσος, δίπλα στον Κολωνό και δυτικά του κέντρου της Αθήνας, αντιστοιχεί στους αρχαίους «κήπους του Ακαδήμου». Εκεί υπήρχε από τον 6ο αιώνα π.Χ. Γυμνάσιο και εκεί εγκατέστησε αργότερα ο Πλάτωνας τη φιλοσοφική σχολή του.
Οι συστηματικές έρευνες άρχισαν στον Μεσοπόλεμο, με χρηματοδότηση του ομογενούς Παναγιώτη Αριστόφρονα, ενώ ακολούθησαν ανασκαφές και μαζικές απαλλοτριώσεις, που οδήγησαν και σε μετεγκατάσταση κατοίκων, επαγγελματιών και βιοτεχνών. Σήμερα η Ακαδημία Πλάτωνος έχει διπλή ταυτότητα: είναι αρχαιολογικός χώρος και καθημερινό πάρκο γειτονιάς, με παιδική χαρά, μονοπάτια, υπαίθριο αμφιθέατρο, δανειστική βιβλιοθήκη και ορατά αρχαιολογικά κατάλοιπα.
Εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες, επιτροπές, πρωτοβουλίες και συλλογικότητες κατοίκων παρεμβαίνουν οργανωμένα απέναντι σε σχέδια που αλλάζουν τη χρήση ή τον χαρακτήρα της περιοχής. Το 2008, η Επιτροπή Κατοίκων Ακαδημίας Πλάτωνα κινητοποιήθηκε ενάντια στην κατασκευή πολυώροφων κτιρίων της νομαρχίας απέναντι από σχολεία, ζητώντας το οικόπεδο για σχολικές ανάγκες και προτείνοντας σύνδεση της σχολικής ζώνης με τον αρχαιολογικό χώρο. Ακολούθησαν κινητοποιήσεις απέναντι σε σχέδια δόμησης γύρω από τον αρχαιολογικό χώρο.
Το επόμενο μεγάλο μέτωπο ήταν το Academy Gardens, το εμπορικό και ψυχαγωγικό κέντρο που σχεδιαζόταν στο πρώην εργοστάσιο Μουζάκη. Το 2013 οργανώθηκαν συγκεντρώσεις και πορείες και κάτοικοι προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά του Προεδρικού Διατάγματος για την περιοχή. Οι αντιδράσεις συνεχίστηκαν και το 2018 συγκροτήθηκε Συντονιστικό Αγώνα ενάντια στο mall.
Το 2021, άρχισε νέος κύκλος διεκδικήσεων γύρω από τη συνολική ανάπλαση και το νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών. Δημιουργήθηκε η Πρωτοβουλία Αγώνα για το Πάρκο της Ακαδημίας Πλάτωνα, με σύνθημα «Πάρκο πράσινο, ελεύθερο, δημόσιο, ανοιχτό». Οι κάτοικοι δεν τάχθηκαν εναντίον του Μουσείου, αλλά εναντίον της χωροθέτησής του μέσα στο πάρκο, με το σύνθημα «Ναι στο Μουσείο, όχι μέσα στο Πάρκο», προτείνοντας το πρώην οικόπεδο της REDS.
Το νέο Μουσείο, συνολικού εμβαδού 14.362 τ.μ., σχεδιάζεται για να στεγάσει χιλιάδες ευρήματα από ανασκαφές στην Αθήνα και έργα του Μετρό. Προβλέπονται επίσης ανοιχτό αμφιθέατρο 500 θέσεων και εγκαταστάσεις για το «Διεθνές Κοινό των Ακαδημιών». Το υπουργείο Πολιτισμού υποστηρίζει ότι η χωροθέτηση έχει θεσμοθετηθεί από το 2002 και ότι το έργο θα συνδυαστεί με την αναβάθμιση του αρχαιολογικού χώρου και του φυσικού περιβάλλοντος.
Κλωναρίδη-Φιξ: Η Κόκκινη Βίλα και το χαμένο εργοστάσιο
Στη συμβολή της Πατησίων με την Καυταντζόγλου, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το Πάρκο Κλωναρίδη-Φιξ, στις αρχές του 20ού αιώνα υπήρχαν ακόμη χωράφια, κήποι, μια εντυπωσιακή εξοχική κατοικία και ένα εργοστάσιο.
Η Βίλα Κλωναρίδη, η γνωστή «Κόκκινη Βίλα» των Πατησίων, αγοράστηκε μαζί με τις γύρω εκτάσεις από τους αδελφούς Κλωναρίδη στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν η περιοχή ήταν ακόμη αραιοκατοικημένη. Το διώροφο αρχοντικό φέρεται να είναι έργο του Ερνστ Τσίλλερ, χωρίς η πατρότητα να θεωρείται απολύτως τεκμηριωμένη. Το 1903 χτίστηκε δίπλα της το εργοστάσιο παγοποιίας και ζυθοποιίας των αδελφών Κλωναρίδη. Τη δεκαετία του 1930 το εργοστάσιο πέρασε στον Κάρολο Φιξ, ο οποίος το χρησιμοποίησε ως αποθήκη και παγοποιείο. Η λειτουργία του σταμάτησε το 1982.
Μετά το τέλος της βιομηχανικής του ζωής, το παλιό Παγοποιείο απέκτησε μια εντελώς διαφορετική χρήση. Στους χώρους του μπήκαν το θέατρο και ο χορός. Η ομάδα «Θέαμα» του Γιάννη Κακλέα παρουσίασε εκεί παραστάσεις που έμειναν στην ιστορία, ενώ στον χώρο είχε παρουσιάσει δρώμενα και το Μικρό Χορευτικό Θέατρο της Λίας Μελετοπούλου.
Το εργοστάσιο, ωστόσο, δεν διασώθηκε. Το 2000 ο Δήμος Αθηναίων κατεδάφισε μεγάλο τμήμα του παλιού εργοστασίου. Κάτοικοι της περιοχής αντέδρασαν στην κατεδάφιση και ζήτησαν τη διατήρηση του κτιρίου ως δείγματος της βιομηχανικής ιστορίας των Πατησίων. Το τελευταίο τμήμα του εργοστασίου κατεδαφίστηκε το 2002, αφού προηγουμένως είχε αποχαρακτηριστεί ως διατηρητέο.
Η Κόκκινη Βίλα σώθηκε. Το 1994 χαρακτηρίστηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο, ως χαρακτηριστικό δείγμα προαστικής έπαυλης των αρχών του 20ού αιώνα, και κατοικήθηκε από απογόνους της οικογένειας Κλωναρίδη μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990. Ακολούθησαν χρόνια εγκατάλειψης και καταλήψεων, κατά τα οποία το κτίριο υπέστη λεηλασίες και σοβαρές φθορές. Στις 4 Μαΐου 2020, μεγάλη πυρκαγιά προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές στο ήδη επιβαρυμένο αρχοντικό.
Η προστασία της Βίλας και του πάρκου αποτέλεσε επί χρόνια αντικείμενο διεκδικήσεων στη γειτονιά. Τον Οκτώβριο του 2021 κάτοικοι συγκεντρώθηκαν στο πάρκο ζητώντας την αποκατάσταση της Βίλας και την αναβάθμιση του Πάρκου ΦΙΞ και στη συνέχεια πραγματοποίησαν πορεία προς την 5η Δημοτική Κοινότητα. Ακολούθησε έκτακτη συνεδρίαση του Κοινοτικού Συμβουλίου, το οποίο αποφάσισε ομόφωνα να ζητήσει άμεσες ενέργειες για την προστασία και την αποκατάσταση του διατηρητέου. Το 2022, άρχισαν οι πρώτες εργασίες στη Βίλα και στις αρχές του 2023 ολοκληρώθηκαν οι επεμβάσεις αντιστήριξης και προστασίας του κτιρίου, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η πλήρης αποκατάστασή του.
Το Πάρκο Κλωναρίδη-Φιξ αναπλάστηκε και παραδόθηκε ξανά στους κατοίκους το 2021. Η ανάπλαση κάλυψε 7.500 τ.μ. και φυτεύτηκαν τουλάχιστον 4.500 φυτά μεσογειακής χλωρίδας. Σήμερα, εκεί όπου λειτουργούσαν το παγοποιείο και το ζυθοποιείο, υπάρχουν δέντρα, διαδρομές, καθιστικά και το παλιό σιντριβάνι. Από το βιομηχανικό παρελθόν παραμένει η Κόκκινη Βίλα, με τις μεταλλικές αντιστηρίξεις της ακόμη, σε αναμονή της πλήρους αποκατάστασής της.
Κήπος Βυζαντινού Μουσείου: Εκεί όπου κυλούσε ο Ιλισσός
Η Έπαυλη των Ιλισίων, σημερινή έδρα του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου, άρχισε να χτίζεται το 1840, όταν η Αθήνα είχε μόλις έξι χρόνια ζωής ως πρωτεύουσα. Το κτήμα βρισκόταν τότε ουσιαστικά έξω από τα όρια της μικρής πόλης, ανάμεσα στη σημερινή Βασιλίσσης Σοφίας και την όχθη του Ιλισσού.
Η έπαυλη, έργο του Σταμάτη Κλεάνθη, ολοκληρώθηκε το 1848 ως χειμερινή κατοικία της Σοφί ντε Μαρμπουά-Λεμπρέν, Δούκισσας της Πλακεντίας. Μετά τον θάνατό της το 1854, πέρασε στο ελληνικό Δημόσιο, στέγασε για τρία χρόνια τη Σχολή Ευελπίδων και στη συνέχεια στρατιωτικές υπηρεσίες. Το 1926 παραχωρήθηκε στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, το οποίο εγκαταστάθηκε εκεί το 1930. Η αυλή διαμορφώθηκε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Κίμωνα Λάσκαρη.
Δίπλα στο κτήμα κυλούσε ακόμη ο Ιλισσός. Στα μέσα του 20ού αιώνα το ποτάμι καλύφθηκε και πάνω στην κοίτη του κατασκευάστηκαν οι λεωφόροι Βασιλέως Κωνσταντίνου και Καλλιρρόης. Το 2007, μέσα στον χώρο του Μουσείου, αποκαλύφθηκε πύλη που θεωρείται πιθανό να αποτελούσε την κύρια είσοδο της έπαυλης από τη Βασιλίσσης Σοφίας.
Το Μουσείο έχει ενσωματώσει την ιστορία του τόπου στον σημερινό κήπο. Οι τρεις θεματικές υπαίθριες ενότητές του είναι η «Φρεατοδεξαμενή», ο «Παράδεισος» και ο «Ιλισσός», με την τελευταία να ανακαλεί το παλιό ποτάμιο τοπίο ανάμεσα σε οπωροφόρα δέντρα και υδάτινα στοιχεία.
Σήμερα, πίσω από την είσοδο του Μουσείου στη Βασιλίσσης Σοφίας 22, ο επισκέπτης μπορεί να κινηθεί ανάμεσα στις τρεις ενότητες, σε διαδρομές με δέντρα και φυτεύσεις, αρχαιολογικά κατάλοιπα και υδάτινα στοιχεία. Ο Ιλισσός, που κάποτε κυλούσε δίπλα στην Έπαυλη, δεν είναι πλέον ορατός και η Αθήνα έχει χτιστεί γύρω του. Ο κήπος, όμως, εξακολουθεί να διατηρεί μέσα στο πυκνοδομημένο κέντρο ένα μικρό κομμάτι από το παλιό τοπίο των Ιλισίων.