ΑΠΟ ΤΟ «SUPERFOOD» ΣΤΟ «GLOW-UP»: ΤΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΑ ΛΕΞΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ
Το Merriam-Webster πρόσθεσε 1.400 νέα λήμματα στην ηλεκτρονική έκδοσή του, καταγράφοντας τις τάσεις της εποχής. Η ιστορία των λεξικών, ωστόσο, δείχνει ότι η γλώσσα και η καταγραφή της μπορούν να γίνουν πεδίο κοινωνικών και ταξικών αντιπαραθέσεων.
Η λέξη superfood ακούγεται κάτι παραπάνω από αιώνα, αν βάλεις ότι πρωτοδιατυπώθηκε το 1915. Το glow-up, για την εντυπωσιακή αλλαγή στην εμφάνιση, το ξέρουν μάλλον και στα πιο απομακρυσμένα χωριά της Ελλάδας,ενώ το φαινόμενο Μαντέλα (Mandela Effect) κάπου το ΄χουμε διαβάσει όλοι μας (ενδεχομένως στο σχετικό άρθρο του OW). Κι όμως, λέξεις και όροι που πλέον θεωρούμε συνηθισμένους –πολύ περισσότερο στον αγγλόφωνο κόσμο– προστέθηκαν μόλις τον Σεπτέμβριο του 2026 στο Merriam-Webster, ένα από τα γνωστότερα λεξικά της αγγλικής γλώσσας.
Στα μέσα του μήνα, ο αμερικανικός εκδοτικός οίκος ανακοίνωσε ότι ενσωμάτωσε 1.400 νέα λήμματα στην ηλεκτρονική έκδοσή του, που προέρχονται από την κουλτούρα του διαδικτύου, την τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη, τη γαστρονομία, τη μόδα, τις σχέσεις και την ψυχολογία. Κάποιοι κυκλοφορούν πολλά χρόνια τώρα και σε παγκόσμια κλίμακα –εξ ου και κάτι θα σου θυμίσουν–, άλλοι έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη προβολή τα τελευταία χρόνια και, φυσικά, είναι και οι νεολογισμοί που γεννήθηκαν για να καλύψουν γλωσσικά κενά ή να περιγράψουν πρωτόγνωρες καταστάσεις.
Το Merriam-Webster αξιολογεί τη συχνότητα, την εξάπλωση και τη χρήση των λέξεων, αξιοποιώντας μια βάση δεδομένων με σχεδόν 17 εκατ. παραδείγματα. Η ένταξη ενός όρου στο λεξικό επιβεβαιώνει ότι έχει εδραιωθεί στη γλώσσα, ακόμη κι αν χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια. Γι' αυτό και οι νέες καταχωρίσεις δεν αφορούν απαραιτήτως γλωσσικές καινοτομίες της χρονιάς αλλά, όπως σημειώνει το Merriam-Webster, «αποτυπώνουν λέξεις και σημασίες που έχουν καθιερωθεί μέσα από τη διαχρονική και ευρεία χρήση τους, προσφέροντας μια εικόνα του σύγχρονου κόσμου».
Από το superfood ως τον Μαντέλα
Κάποιος που απέχει από κάποιες ουσίες και όχι συνολικά είναι California sober, ενώ όσοι μοιράζονται την ίδια λανθασμένη ανάμνηση βιώνουν το φαινόμενο Mandela (Mandela effect): πέφτουν θύματα μιας διαδεδομένης όσο και αναληθούς πεποίθησης, όπως ότι ο Nelson Mandela είχε πεθάνει στη φυλακή τη δεκαετία του 1980. Promposal είναι η δημιουργική ή θεαματική πρόσκληση για τον σχολικό χορό αποφοίτησης και trash panda το χιουμοριστικό παρατσούκλι του ρακούν.
Στις νέες καταχωρίσεις συγκαταλέγονται και το neckbeard, που αναφέρεται στα γένια που καλύπτουν το πηγούνι και τον λαιμό και την κουλτούρα που πρεσβεύουν, χρησιμοποιείται όμως και υποτιμητικά, για να χαρακτηρίσει κάποιον ως μισογύνη ή ως τεχνολογικά καταρτισμένο αλλά κοινωνικά αδέξιο («σπασίκλα»), καθώς και το whack-a-mole, που χρησιμοποιείται και μεταφορικά για ένα πρόβλημα που επανεμφανίζεται μόλις αντιμετωπιστεί.
Τα νέα λήμματα μπορούν να χωριστούν και σε θεματικές:
Γαστρονομία:
- superfood, για τρόφιμα πλούσια σε θρεπτικά συστατικά,
- cake pop, το μικρό γλυκό σε ξυλάκι,
- bao, το αφράτο ψωμάκι που χρησιμοποιείται σε διάφορα πιάτα της ασιατικής κουζίνας,
- shishito, μια ήπια καυτερή πιπεριά της Ανατολικής Ασίας,
- chili crisp, ένα καρύκευμα με λάδι, πιπεριές και τραγανά συστατικά.
Σχέσεις και συναισθήματα:
- cuffing season, η περίοδος που οι άνθρωποι αναζητούν σύντροφο για τους κρύους μήνες του χρόνου,
- parasocial, η μονόπλευρη σχέση ή συναισθηματική σύνδεση με έναν διάσημο ή δημιουργό περιεχομένου,
- Sunday scaries, που περιγράφουν το άγχος για την επικείμενη επιστροφή στις υποχρεώσεις της εβδομάδας,
- copium, χιουμοριστική αναφορά στην παρηγοριά ή στις δικαιολογίες που επιστρατεύει κάποιος για να διαχειριστεί μια απογοήτευση,
- crashout, ένα έντονο ξέσπασμα ή μια συμπεριφορά που δείχνει απώλεια ελέγχου.
Εμφάνιση:
- looksmaxxing, περιγράφει την προσπάθεια βελτιστοποίησης της εμφάνισης,
- glow-up, για την εντυπωσιακή βελτίωση στην εξωτερική εικόνα ή στη συνολική παρουσία ενός ανθρώπου,
- shapewear, τα εσώρουχα που φοριούνται κάτω από τα ρούχα για να διαμορφώνουν τη σιλουέτα.
Τεχνολογία και social media:
- uncanny valley, η αίσθηση δυσφορίας που προκαλεί μια ψηφιακή φιγούρα ή ένα ρομπότ όταν μοιάζει σχεδόν, αλλά όχι απόλυτα, ανθρώπινο,
- meme coin, ένα κρυπτονόμισμα που συνδέεται με διαδικτυακά memes ή δημοφιλή θέματα της κουλτούρας του διαδικτύου,
- letterboxing, ητεχνική μορφοποίησης μιας εικόνας βίντεο με οριζόντιες ή κάθετες μαύρες ζώνες, ώστε να διατηρείται ολόκληρο το κάδρο όταν προβάλλεται σε οθόνη με διαφορετική αναλογία διαστάσεων,
- compute, χρησιμοποιείται πλέον και ως ουσιαστικό για τους υπολογιστικούς πόρους που απαιτούνται για την εκτέλεση εργασιών.
Η τεχνητή νοημοσύνη έχει, φυσικά, τη δική της θέση στο λεξικό, με όρους όπως vibe coding, δηλαδή τη δημιουργία κώδικα μέσω οδηγιών σε φυσική γλώσσα, και AGI, το ακρωνύμιο της τεχνητής γενικής νοημοσύνης (artificial general intelligence).
Το λεξικό ως ChatGPT μιας άλλης εποχής
Πόσος κόσμος ανατρέχει σήμερα στα λεξικά και ποιου θα ίδρωνε το αφτί για μια τολμηρή καταχώριση; Δύσκολα απασχολούν τέτοια ερωτήματα σήμερα, ωστόσο υπήρξαν εποχές που η υπόθεση «λεξικά» άνοιγε διαλόγους και έφερνε συγκρούσεις καταπώς συμβαίνει με την τεχνητή νοημοσύνη. Το 1758, για παράδειγμα, ο Melchior Grimm, γερμανικής καταγωγής κριτικός τέχνης και κεντρική μορφή του Διαφωτισμού, έγραφε πως η «μανία των λεξικών» (la fureur des dictionnaires) είχε κατακλύσει την Ευρώπη, προκαλώντας σφοδρές αντιδράσεις.
Αν σήμερα το ChatGPT μπορεί να σε στείλει στα επείγοντα, ένα μικρό και εύχρηστο ιατρικό λεξικό εκείνης της περιόδου, που υποσχόταν να δώσει σε «όλους» επαρκείς γνώσεις για κάθε ασθένεια και πρόσβαση σε «μυστικές θεραπείες», σε έστελνε στα θυμαράκια. Σύμφωνα με έρευνα της Linn Holmberg, Επίκουρης Καθηγήτριας Ιστορίας των Ιδεών στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, πειρατικές εκδόσεις τέτοιων ιατρικών λεξικών «γεμάτες λάθη», που κυκλοφόρησαν σε Γαλλία και Ευρώπη, λέγεται πως οδήγησαν πολλούς ανθρώπους στον θάνατο.
Ένας εκπρόσωπος της ιατρικής κοινότητας κατηγορούσε τα λεξικά ότι συνέβαλλαν στην αύξηση της θνησιμότητας στο Παρίσι, αφού έβαζαν την ιατρική «στα χέρια όλου του κόσμου» και γίνονται «όπλα στα χέρια των τρελών». Ο Γάλλος νομικός Joseph Renauldon προειδοποιούσε τους νέους ότι «τίποτα δεν είναι πιο επικίνδυνο από τα λεξικά», παρότι ο ίδιος συνέγραφε ένα νομικό λεξικό.
Πίσω από αυτές τις αντιδράσεις, λέει η Holmberg, κρυβόταν μια διαφωνία για το τι σημαίνει γνώση. Οι επικριτές θεωρούσαν ότι η πραγματική μάθηση απαιτεί αργή, συστηματική μελέτη και αφομοίωση, ενώ υποστηρικτές τους, όπως ο Άγγλος συγγραφέας και εγκυκλοπαιδιστής Ephraim Chambers, αντιμετώπιζαν τα λεξικά ως ένα πιο ελεύθερο μέσο αναζήτησης, που ακολουθεί την περιέργεια του αναγνώστη. Κατά τη Holmberg, το λεξικό επέτρεπε μια προσωρινή γνώση: μπορούσες να αναζητήσεις κάτι, να το θυμάσαι για όσο το χρειαζόσουν και να επιστρέφεις σε αυτό αργότερα.
Πόση δύναμη έχουν τα λεξικά;
Δύο αιώνες μετά τη μανία των λεξικών, η καταγραφή μιας λέξης μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις. Σε άρθρο του στον New Yorker, ο βραβευμένος με Πούλιτζερ Αμερικανός ιστορικός και κριτικός Louis Menand περιγράφει τις αντιπαραθέσεις που πυροδότησε η κυκλοφορία του Webster’s Third New International Dictionary το 1961, επειδή οι συντάκτες του επέλεξαν να καταγράφουν τη γλώσσα όπως πραγματικά χρησιμοποιείται, αντί να επιβάλουν κανόνες για το πώς πρέπει να μιλιέται. Οι New York Times το έψεξαν για «επιείκεια», ενώ ο ιστορικός Jacques Barzun το χαρακτήρισε «το πιο εκτενές πολιτικό φυλλάδιο που γράφτηκε ποτέ».
«ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΣΕΙΣ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ, ΑΛΛΑ ΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΣΧΗΜΑΤΙΣΕΙΣ ΜΙΑ ΦΡΑΣΗ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙΣ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΖΗΤΗΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗΣ, ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑΣ. ΣΕ ΤΕΛΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ, ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΓΝΩΣΗ».
Στο επίκεντρο βρέθηκε η φράση ain’t, μια καθομιλουμένη έκφραση που στις ΗΠΑ λειτουργούσε και ως δείκτης κοινωνικής τάξης. Όπως επισημαίνει ο Menand, ο πόλεμος γύρω από το Webster’s Third ήταν πολιτισμικός και, στην ουσία, ταξικός: αφορούσε το ποιος ορίζει τη «σωστή» γλώσσα και ποιος έχει την εξουσία να επιβάλλει τους κανόνες της.
Βέβαια, τα όρια της λεξικογραφικής καταγραφής παραμένουν ενίοτε επιλεκτικά. Μέχρι την πρόσφατη αναθεώρηση, το Merriam-Webster περιλάμβανε τον όρο cheugy, έναν υποτιμητικό όρο για ό,τι θεωρείται ντεμοντέ, ιδιαίτερα σε σχέση με τους millennials, που φέρεται να επινόησε το 2013 μια Gen Zer μαθήτρια στο Μπέβερλι Χιλς, αλλά όχι το groyper, που χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια για τους οπαδούς του Αμερικανού λευκού εθνικιστή Nick Fuentes.
Η παρουσία μιας λέξης και η απουσία μιας άλλης αναδεικνύουν πόσο σύνθετη είναι η απόφαση για το τι αξίζει να καταγραφεί σε ένα λεξικό. Κανένα δεν χωρά ολόκληρη τη γλώσσα· οι επιλογές του, όμως, αποκαλύπτουν πώς μιλάμε όσο και ποιες λέξεις –και ποιων ανθρώπων η γλώσσα– θεωρούνται άξιες να καταγραφούν. Άλλωστε, όπως γράφει ο Menand, δεν αρκεί να γνωρίζεις λέξεις: «Μπορείς να απομνημονεύσεις λεξιλόγιο, αλλά αν δεν μπορείς να σχηματίσεις μια φράση, δεν μπορείς να μιλήσεις τη γλώσσα. Και αυτό δεν είναι απλώς ζήτημα γραμματικής, σύνταξης και μορφολογίας. Σε τελική ανάλυση, αφορά την πολιτισμική γνώση».