ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΝΕΙ ΣΑΦΕΣ ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΑ
Πολλά από τα καλλυντικά που χρησιμοποιούνται κατά κόρον πλέον από παιδιά είναι γεμάτα επικίνδυνες χημικές ουσίες, που βάζουν σε κίνδυνο την υγεία τους, διαπιστώνει νέα έρευνα.
Είναι αρκετά χρόνια τώρα που παρατηρούμε με προβληματισμό τη στροφή των παιδιών και των εφήβων προς τα καλλυντικά, σχολιάζοντας πως δεν είναι δυνατόν όλες οι ουσίες που αυτά περιέχουν να είναι κατάλληλες για το δέρμα τους. Η Μυρτώ έγραφε πριν έναν χρόνο για το πόσο έχει ενισχυθεί η βιομηχανία της ομορφιάς από το νέο αυτό αγοραστικό κοινό, ενώ συζητώντας με τη δερματολόγο Δρ. Γιώτα Ρήγα κατέληξαν ότι «το μόνο που χρειάζεται το δέρμα των παιδιών μέχρι και τη προεφηβεία είναι αντηλιακή προστασία».
«Το δέρμα στην παιδική ηλικία είναι αρκετά ευαίσθητο και αυτό σημαίνει ότι όλες αυτές οι δραστικές ουσίες και τα συντηρητικά που περιέχουν τα προϊόντα περιποίησης μπορούν να το ευαισθητοποιήσουν και να το ερεθίσουν, γεγονός που στην ενήλικη ζωή μπορεί να οδηγήσει σε αλλεργίες και δυσανεξίες», τόνισε η ειδικός.
Η Πάτια, από την άλλη, εμβαθύνοντας ως beauty editor στο θέμα, επικοινώνησε με τη δερματολόγο Βάλια Μουσάτου, την οποία ρώτησε ποια καλλυντικά μπορεί να χρειάζεται ένα κορίτσι στην προεφηβεία και εφηβεία – επικεντρώθηκε στα κορίτσια, καθώς αυτά παρατηρείται να κάνουν πραγματική κατάχρηση καλλυντικών.
Και η κ. Μουσάτου πρότεινε τα απολύτως απαραίτητα, όπως π.χ. ένα ήπιο προϊόν καθαρισμού για την επιδερμίδα και μία κρέμα, ειδικά στην περίπτωση που υπάρχει ακμή. Και συμφώνησε, βέβαια, στο αντηλιακό.
Ούτε κρέμες ματιών χρειάζονται, ούτε η ενυδατική της μαμάς, ούτε μάσκες προσώπου με βαριές συνθέσεις, ούτε καλλυντικά αμφιβόλου ποιότητας μόνο και μόνο επειδή είναι φτηνά και πλασάρονται σε φαντεζί συσκευασίες.
Το «όχι», από την πλευρά των γονιών καταρχάς, πρέπει να γίνει ακόμα πιο αυστηρό έπειτα από τα στοιχεία της έρευνας που πραγματοποίησε ομάδα του George Mason University. Ο επικεφαλής Michael Bloom χαρακτήρισε τα ευρήματα ανησυχητικά.
Τι έδειξαν; Ότι τα παιδιά που χρησιμοποιούν πολλά προϊόντα προσωπικής υγιεινής, όπως αντηλιακά, λοσιόν, σαπούνια και προϊόντα μαλλιών, έχουν υψηλότερα ποσοστά τοξικών φθαλικών ενώσεων στο σώμα τους.
Γιατί είναι επικίνδυνα τα καλλυντικά για τα παιδιά;
Στο πλαίσιο της μελέτης, οι ερευνητές έλεγξαν περισσότερα από 600 δείγματα ούρων παιδιών ηλικίας από 4 έως 8 ετών για φθαλικές ενώσεις, οι οποίες αποτελούν εξαιρετικά τοξικούς ενδοκρινικούς διαταράκτες που μπορούν να μεταβάλουν την παραγωγή ορμονών και συνδέονται με ασθένειες του αναπαραγωγικού, του ανοσοποιητικού συστήματος και του μεταβολισμού. Θεωρούνται, επίσης, αναπτυξιακά τοξικά που επηρεάζουν τη συμπεριφορά των παιδιών και τη μαθησιακή τους ικανότητα.
Όπως τόνισε ο Bloom, «τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η χρήση προϊόντων περιποίησης δέρματος από παιδιά αποτελεί πηγή έκθεσης σε αυτές τις χημικές ουσίες και αυτό που σίγουρα εγείρει ανησυχία είναι ότι αυτά τα προϊόντα τείνουν να χρησιμοποιούνται συχνά και για μεγάλα χρονικά διαστήματα».
Πώς επιδρούν οι φθαλικές ενώσεις;
Οι φθαλικές ενώσεις είναι συνηθισμένοι πλαστικοποιητές που χρησιμοποιούνται κατά κόρον σε πλαστικά δοχεία, ωστόσο πολλές εταιρείες τις προσθέτουν ως συστατικά σε προϊόντα προσωπικής φροντίδας για να βοηθήσουν στη σταθεροποίησή τους ή να ενισχύσουν τα αρώματα. Οι φθαλικές ενώσεις μπορούν επίσης να μεταναστεύσουν από τις πλαστικές συσκευασίες μέσα στο ίδιο το καλλυντικό – πρόσφατοι έλεγχοι έχουν δείξει ότι μολύνουν σε μεγάλο βαθμό τρόφιμα και φάρμακα που συσκευάζονται σε τέτοια κουτιά.
Όλοι μας επηρεαζόμαστε από αυτές, όμως τα παιδιά είναι ιδιαίτερα ευάλωτα όταν απορροφούν φθαλικές ενώσεις μέσω του δέρματός τους. Το δέρμα σε μικρές ηλικίες αποτελεί μεγάλο μέρος τους συνολικού βάρους τους, ενώ το μεταβολικό τους σύστημα μπορεί να μην είναι πλήρως αναπτυγμένο για να βοηθήσει στην επεξεργασία των ενώσεων.
Όπως σημείωσε ο Bloom, υπάρχει ελάχιστη έρευνα σχετικά με την έκθεση των παιδιών στις χημικές ουσίες των προϊόντων προσωπικής φροντίδας. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει και επαρκής ενημέρωση.
Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι παιδιά από χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα χρησιμοποιούν εξαιρετικά φθηνά προϊόντα (του ενός ευρώ), τα οποία, όπως λένε, είναι πιο πιθανό να περιέχουν προϊόντα με υψηλότερα επίπεδα φθαλικών ενώσεων. Ακόμα, όμως, και στα προϊόντα που φέρουν την ένδειξη «χωρίς φθαλικές ενώσεις», τα οποία συνήθως είναι και πιο ακριβά, εντοπίζονται οι εν λόγω ουσίες. Οι επιστήμονες εξηγούν ότι οι φθαλικές ενώσεις μπορούν κάλλιστα να μεταναστεύσουν εντός των προϊόντων από τα πλαστικά δοχεία. Το επιβεβαίωσε και η ίδια η μελέτη, που δεν έδειξε καμία διαφορά στα επίπεδα της χημικής ουσίας στα ούρα των παιδιών που χρησιμοποιούσαν προϊόντα «χωρίς φθαλικές ενώσεις» σε σύγκριση με τα άλλα.
ΟΙ ΦΘΑΛΙΚΕΣ ΕΝΩΣΕΙΣ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΤΟΞΙΚΟΥΣ ΕΝΔΟΚΡΙΝΙΚΟΥΣ ΔΙΑΤΑΡΑΚΤΕΣ ΠΟΥ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΜΕΤΑΒΑΛΟΥΝ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΟΡΜΟΝΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΣΥΝΔΕΟΝΤΑΙ ΜΕ ΠΟΛΛΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ.
Το κακό είναι ότι νομοθετικά οι ρυθμίσεις σχετικά με τις ουσίες αυτές είναι ελάχιστες. Ο αμερικανικός FDA επιτρέπει την προσθήκη περιορισμένου αριθμού φθαλικών ενώσεων σε είδη προσωπικής φροντίδας, αλλά δεν υπάρχει παρακολούθηση ή όρια στην ποσότητα της χημικής ουσίας που μπορεί τελικά να υπάρχει πραγματικά στο προϊόν.
Αυτό καθιστά σχεδόν αδύνατο για τους καταναλωτές να αποφεύγουν εν γνώσει τους τις χημικές ουσίες.
Λίγο καλύτερα είναι τα πράγματα στα προϊόντα που παρασκευάζονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία έχει θέσει όρια σε πολλούς τύπους φθαλικών ενώσεων στα είδη προσωπικής φροντίδας, επομένως είναι κάπως πιο πιθανό να δημιουργηθούν αποτελεσματικά προϊόντα που δεν είναι τόσο μολυσμένα με αυτές τις χημικές ουσίες.
Σε κάθε περίπτωση, καταλήγουν οι συγγραφείς, η μελέτη αυτή θα πρέπει αν μη τι άλλο να «προωθήσει συζητήσεις μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής που ρυθμίζουν την παρασκευή και τη συσκευασία προϊόντων προσωπικής φροντίδας, για την εξάλειψη των ανισοτήτων έκθεσης σε χημικές ουσίες που προκαλούν ενδοκρινικές διαταραχές μεταξύ των παιδιών».