ΝΑ «ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩ» ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΚΙΝΗΤΟΥ ΤΟΥ;
Είναι ένα ερώτημα που διχάζει τους γονείς, οι οποίοι ανησυχούν μεν, αλλά δεν θέλουν να γίνονται παρεμβατικοί παρακολουθώντας τις κινήσεις του παιδιού μέσω του κινητού του. Τι απαντά μία ψυχολόγος;
«Αυτή είναι η πρώτη φορά που δίνω μια τέτοια συμβουλή στους γονείς, όμως αναγκάζομαι να το κάνω: Σας παρακαλώ, πού και πού ελέγχετε τα κινητά των παιδιών σας»: Αυτά ήταν τα λόγια της λυκειάρχισσας του σχολείου της μεγάλης μου κόρης προς εμάς, τους γονείς, σε μία από τις συναντήσεις μας στο τέλος της περασμένης χρονιάς. Και ομολογώ ότι με σόκαρε, γιατί στον αντίποδα πολύ συχνά ακούω ειδικούς να μιλούν για την ανάγκη των παιδιών μας για ιδιωτικότητα.
Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι δεν έχω «ψαχουλέψει» ποτέ το κινητό του δικού μου παιδιού – ειδικά τα πρώτα χρόνια που της το δώσαμε. Τσέκαρα, χωρίς να το γνωρίζει, συνομιλίες της, αναζητούσα εν γνώσει της την τοποθεσία της στον χάρτη. Η τεχνολογία (και η επαφή μου με αυτήν) δίνει αυτές τις δυνατότητες σήμερα, οπότε προκειμένου να νιώθω ασφαλής, τις έχω αξιοποιήσει.
Σημαίνει αυτό ότι δεν εμπιστεύομαι το παιδί μου; Δεν είμαι σίγουρη. Σίγουρα σημαίνει πως ήθελα να βεβαιωθώ πώς θα αντιμετωπίσει το «προνόμιο» ή την «ελευθερία» της κατοχής κινητού από τα 13 με προσοχή. Το έκανε; Όχι πάντα. Το διαπίστωσα μέσω αυτής της «παρακολούθησης» και το «μαζέψαμε». Την ίδια ώρα, βέβαια, διαπίστωσα πόσο επικίνδυνα λειτουργούν στο διαδίκτυο πολλοί από τους φίλους της. Όσο επικίνδυνα –σκέφτηκα στη συνέχεια– λειτουργούν ούτως ή άλλως ορισμένα παιδιά (ειδικά στην εφηβεία) όταν βγαίνουν στον «έξω κόσμο».
Πρέπει, λοιπόν, να παρακολουθούμε τα κινητά τους; Απάντηση σε αυτό ζήτησα να μου δώσει η Βικτώρια Τσεπενέκα, Ψυχολόγος, MSc, Εκπαιδευόμενη Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια, η οποία έχει μελετήσει σε βάθος και την επίδραση των οθονών στην ψυχική υγεία. Η απάντησή της νομίζω είναι αρκετά διαφωτιστική:
Να «παρακολουθώ» το κινητό του παιδιού μου και τις κινήσεις του μέσω αυτού;
Αυτό είναι ένα ερώτημα που απασχολεί συχνά πολλούς γονείς, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που έχουν ενεργοποιημένες εφαρμογές εντοπισμού ή παρακολούθησης της ψηφιακής δραστηριότητας των παιδιών τους. Η απάντηση είναι ότι η παρακολούθηση μπορεί να είναι χρήσιμη σε ορισμένες περιπτώσεις, πάντοτε όμως με όρια, διαφάνεια και ανοιχτή επικοινωνία με το παιδί, και όχι με στόχο την κατασκοπεία ή τον ασφυκτικό έλεγχο.
Η γονική επίβλεψη μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στα πρώτα χρόνια που έχει δικό του κινητό, αλλά και σε μεταβατικές περιόδους της ζωής του, κατά τις οποίες ενδέχεται να χρειάζεται αυξημένη υποστήριξη και καθοδήγηση.
Ωστόσο, είναι σημαντικό μια τέτοια συνθήκη να έχει προηγουμένως επικοινωνηθεί και συζητηθεί με το ίδιο το παιδί. Το παιδί χρειάζεται να γνωρίζει το σκεπτικό πίσω από την απόφαση των γονιών, αλλά και να έχει τη δυνατότητα να εκφράσει τη δική του άποψη, τις ανάγκες και τις ανησυχίες του. Μέσα από αυτή τη συζήτηση μπορούν, μάλιστα, να προκύψουν εναλλακτικοί τρόποι ενημέρωσης και διασφάλισης της προστασίας του παιδιού.
Μια ακόμη μορφή γονικής επίβλεψης αφορά τον χρόνο που αφιερώνει το παιδί στις ψηφιακές δραστηριότητες. Οι γονείς μπορούν να θέτουν ένα ημερήσιο χρονικό όριο χρήσης, με στόχο να διασφαλίζεται ότι ο ψηφιακός κόσμος δεν καταλαμβάνει το σύνολο του διαθέσιμου ελεύθερου χρόνου, ενισχύοντας έτσι και άλλες δραστηριότητες.
Η ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΧΡΗΣΙΜΗ ΣΕ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ, ΠΑΝΤΑ ΟΜΩΣ ΜΕ ΟΡΙΑ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ.
Παράλληλα, ανάλογα με την ηλικία του παιδιού, μπορεί να αξιοποιηθεί ο γονικός έλεγχος, που επιτρέπει το φιλτράρισμα ή τον περιορισμό του ψηφιακού περιεχομένου στο οποίο εκτίθεται. Τέτοιες δυνατότητες μπορούν να συμβάλουν στην προστασία των παιδιών από περιεχόμενο που είναι ακατάλληλο ή δυνητικά επιβλαβές για την ηλικία τους. Ωστόσο, είναι σημαντικό να χρησιμοποιούνται ως συμπληρωματικά εργαλεία προστασίας και όχι ως υποκατάστατο της γονικής παρουσίας, της επικοινωνίας και της εκπαίδευσης του παιδιού σε θέματα ψηφιακής ασφάλειας.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι το παιδί να αισθάνεται ότι μπορεί να απευθυνθεί στον γονιό του με εμπιστοσύνη και ασφάλεια για οτιδήποτε το ανησύχησε, το φόβισε ή το έκανε να αισθανθεί άβολα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Με αυτόν τον τρόπο, οι γονείς μπορούν να γνωρίζουν καλύτερα τι συμβαίνει στη διαδικτυακή ζωή των παιδιών τους και να παρεμβαίνουν υποστηρικτικά όταν χρειάζεται, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην προστασία και την ασφάλειά τους.