ΟΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΟΔΗΓΗΣΟΥΝ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΣΤΟ BULLYING
Ποιες καθημερινές συμπεριφορές μέσα στο σπίτι μπορεί να επηρεάζουν τον τρόπο που ένα παιδί σχετίζεται με τους άλλους; Ειδικοί εξηγούν τι δείχνουν οι έρευνες για τη σύνδεση οικογενειακού περιβάλλοντος και bullying.
Οδηγείς και έχεις το παιδί σου στο πίσω κάθισμα. Μήπως κορνάρεις με μανία στον μπροστινό σου, ο οποίος δεν ξεκινάει ακριβώς τη στιγμή που ανάβει το πράσινο στο φανάρι; Μήπως βρίζεις όποιον δεν βγάζει φλας; Μήπως τα βάζεις και με τον εαυτό σου, από τα νεύρα σου που έχει κίνηση και θα αργήσει το παιδί στη δραστηριότητα;
Αν ναι, να ξέρεις ότι περνάς όλες αυτές τις συμπεριφορές στο παιδί σου ως «φυσιολογικές», αφού τα παιδιά μαθαίνουν συμπεριφορές από το παράδειγμα που βλέπουν και η οδηγική επιθετικότητα «κανονικοποιεί» τον θυμό και την έλλειψη ελέγχου.
Πάμε τώρα, και στο περιβάλλον του σπιτιού. Τσακώνεσαι με τον/τη σύζυγο μπροστά στο παιδί; Κρατάτε μουτράκια μεταξύ σας, ενώ είναι το παιδί στο σπίτι; Φωνάζετε ο ένας στον άλλον; Προσβάλετε ο ένας τον άλλον; Αγνοείτε ο ένας τον άλλον; Μήπως κάνετε και σαν να μην έχει συμβεί τίποτα από όλα αυτά, λίγο αργότερα;
Σου έχω και χειρότερο: έχεις κάνει το παιδί σου διαιτητή των καβγάδων σου με τον/τη σύζυγο; Το έχεις εξελίξει σε δικό σου γονέα (parentification), αναγκάζοντάς το να χάσει την παιδικότητά του και να ωριμάσει πριν την ώρα του, ώστε να επιβιώσει στο περιβάλλον που το μεγαλώνεις;
Αν απαντάς θετικά επίσης σε κάποια από αυτά ή και σε όλα, το έχεις μάθει πώς να είναι είτε πολύ υπεύθυνο (και άρα με πολλά άγχη) είτε χειριστικό, ενώ το «προγραμματίζεις» να κάνει σχέσεις που θα αναπαράγουν το παράδειγμα που του ’χεις προσφέρει.
Τουτέστιν, του έχεις διαστρεβλώσει την έννοια της πραγματικής αγάπης και της ουσιαστικής φροντίδας. Το πιθανότερο είναι, όταν μεγαλώσει, να γίνει πολύ υποχωρητικό και ανασφαλές στις σχέσεις του, ή πολύ επιθετικό και ελεγκτικό.
Όλα τα παραπάνω είναι βγαλμένα από τη ζωή (μου) και τα χρόνια ψυχοθεραπείας που έχω κάνει, για να τα επιβεβαιώσω στη συνέχεια αναζητώντας σχετικές μελέτες και τοποθετήσεις κλινικών ψυχολόγων.
Σε αυτήν τη διαδικασία, διαπίστωσα επίσης πώς οι γονείς μπορούν χωρίς να το αντιλαμβάνονται να ωθήσουν το παιδί τους στο να κάνει bullying.
Το παιδί θέλει να αισθάνεται ορατό και άξιο
H κλινική ψυχολόγος Amber Thornton έχει αφιερώσει 15 χρόνια έρευνας για να βρει μηχανισμούς που βοηθούν τους γονείς να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους, όταν είναι με τα παιδιά τους. Για παράδειγμα, να μην αντιδρούν αρνητικά ή να μην εμφανίζονται ως αδιάφοροι. Το προϊόν αυτής της έρευνας τροφοδότησε το βιβλίο της με τίτλο «A Parent's Guide to Self-Regulation». Όπως λέει, «κατάλαβα πόσο πολύ τα συναισθήματα των γονέων διαμορφώνουν και καθοδηγούν αυτήν την ιδιότητά τους, για καλό ή για κακό».
Η ίδια εξηγεί ότι το bullying –ή εκφοβισμός– είναι συχνά αποτέλεσμα ανασφάλειας ή αμφιβολίας των παιδιών για τον εαυτό τους, ή ακόμα δυσκολία να εκφράσουν συναισθηματικά τον εαυτό τους.
«Όταν τα παιδιά αισθάνονται άσχημα μέσα τους, είναι πιο πιθανό να κάνουν και άλλους να αισθάνονται άσχημα», σχολίασε η Thornton, προσθέτοντας πως «εάν ένα παιδί αισθάνεται θυμωμένο ή αναστατωμένο, μπορεί να ξεσπάσει σε ένα άλλο παιδί για να βοηθήσει τον εαυτό του να νιώσει καλύτερα, μην έχοντας έναν καλύτερο τρόπο να εκφραστεί. Ο εκφοβισμός μπορεί επίσης να συμβεί όταν τα ίδια τα παιδιά έχουν πέσει θύματα εκφοβισμού ή υποτίμησης από ένα άλλο παιδί, αδελφό ή γονέα».
ΟΤΑΝ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΑΘΕΡΟΙ ΚΑΙ ΕΥΓΕΝΙΚΟΙ, ΜΕΙΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ ΝΑ ΥΙΟΘΕΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΥ.
Η ειδικός τόνισε πως κάθε φορά που ένας γονιός κάνει το παιδί του να νιώθει αόρατο, ανίσχυρο, ανάξιο, κάθε φορά που το ακυρώνει (και δη τα συναισθήματά του), το υποτιμά, το κρίνει αυστηρά και το τιμωρεί σκληρά, ουσιαστικά αυξάνει τον κίνδυνο για bullying. Βλέπετε, το παιδί θα προσπαθήσει να νιώσει ορατό και άξιο μέσω του εκφοβισμού, που κατ’ αρχάς θα το βοηθήσει να νιώσει πιο δυνατό.
Η Thorton τόνισε ότι δεν έχει σημασία αν οι ακυρωτικές συμπεριφορές διατυπώνονται με χιούμορ, γιατί «οι γονείς είναι κουρασμένοι ή εξαντλημένοι και προβαίνουν σε λάθος συμπεριφορές». Έχουν το ίδιο αποτέλεσμα.
Έρευνες, εν τω μεταξύ, επιμένουν πως όταν τα παιδιά αισθάνονται ότι ακούγονται και μπορούν να εκφραστούν, εκδηλώνουν λιγότερες αντιδράσεις.
Το παιδί κάνει ό,τι βλέπει
Σύμβουλοι ψυχικής υγείας που έχουν δουλέψει με παιδιά διαβεβαιώνουν πως αυτά που βλέπουν να γίνονται στο σπίτι τους θεωρούν ότι συμβαίνουν παντού (βλ. θεωρία κοινωνικής μάθησης). Δηλαδή, τα θεωρούν φυσιολογικά. Κάποια στιγμή αντιλαμβάνονται πως δεν είναι και βυθίζονται στην απελπισία.
Εκείνο που οφείλουν να κάνουν, λοιπόν, οι γονείς είναι να μάθουν να διαχειρίζονται τα δικά τους συναισθήματα, ώστε να μη φωνάζουν, να μην υποτιμούν και να μην κακοποιούν (ούτε καν λεκτικά) άλλα άτομα του σπιτιού ή/και τα παιδιά τους. Διαφορετικά, το χάος των γονιών θα καταγραφεί ως υγιής αλληλεπίδραση στο μυαλό των παιδιών, τα οποία θα αναπαράγουν αυτά τα μοτίβα.
Έρευνες έχουν επιβεβαιώσει πως όταν οι γονείς είναι σταθεροί και ευγενικοί, μειώνονται οι πιθανότητες να υιοθετήσουν τα παιδιά συμπεριφορές εκφοβισμού.
Η σημασία των ειλικρινών συζητήσεων
Απαραίτητες χαρακτηρίζονται οι συζητήσεις κατά τις οποίες οι γονείς διδάσκουν τη σημασία της ευγένειας, του σεβασμού και της συγγνώμης προς όσους συναντούν, προκειμένου τα παιδιά να έχουν μια ξεκάθαρη εικόνα για το τι σημαίνει υγιής αυτοέκφραση. Παράλληλα, θα αντιληφθούν πως υπάρχει ένας ασφαλής χώρος για να εκφραστούν, πράγμα που σημαίνει ότι οι γονείς δεν τα κρίνουν, αλλά προτάσσουν το ενδιαφέρον τους να τα καταλάβουν.
ΟΙ ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΟΥ ΟΔΗΓΟΥΝ ΣΤΙΣ ΕΚΦΟΒΙΣΤΙΚΕΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΟΔΗΓΗΣΟΥΝ ΣΤΟ ΝΑ ΔΙΑΠΙΣΤΩΘΕΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ ΚΑΘΕ ΠΑΙΔΙΟΥ.
Εξίσου σημαντικό είναι να μη λένε οι γονείς στα παιδιά πώς να ζητούν συγγνώμη, αλλά να τα βοηθούν να βρουν μόνα τους τον τρόπο, κάτι που μπορεί να βοηθήσει στην απομάκρυνση από πρακτικές εκφοβισμού.
Πολύ νωρίτερα, βέβαια, οι γονείς πρέπει να δουν τι πραγματικά συμβαίνει μέσα από τα μάτια του παιδιού τους και να του εξηγήσουν ειλικρινά και με φροντίδα τη σοβαρότητα της κατάστασης. Οι ειδικοί ενθαρρύνουν τους γονείς να ρωτούν τα παιδιά όχι μόνο για την κατάσταση, αλλά και για τα συναισθήματα και τις σκέψεις που οδηγούν στις εκφοβιστικές συμπεριφορές, επισημαίνοντας πως αυτές οι συζητήσεις μπορεί να οδηγήσουν στην αλλαγή ή στο να διαπιστωθεί η πραγματική ανάγκη του κάθε παιδιού. Για παράδειγμα, να μάθει πώς να επεξεργάζεται κάποια συναισθήματα ή πώς να τα επικοινωνεί υγιώς. Ένας επαγγελματίας ψυχικής υγείας μπορεί επίσης να διακρίνει αν υπάρχει λόγος για νευρολογικό ή αναπτυξιακό έλεγχο.