ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΚΙΝΗΤΟ: 3 ΕΙΔΙΚΟΙ ΑΠΑΝΤΟΥΝ ΣΤΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΣΕ «ΚΑΙΝΕ»
Τρεις επιστήμονες απαντούν μέσω του OW στις μεγαλύτερες αγωνίες των σύγχρονων γονιών αναφορικά με τη σχέση των παιδιών με το κινητό τους.
Αποτελεί τη συνηθέστερη αιτία καβγά στα περισσότερα σπίτια με παιδιά – και είναι λογικό. Από τα νηπιακά τους χρόνια μέχρι την ενήλικη ζωή, οι γονείς προσπαθούμε να βρούμε τρόπους να αποκτήσουν τα παιδιά μας μια υγιή σχέση με τις οθόνες και το κινητό τηλέφωνο. Συγκεκριμένοι, παγκοσμίως αποδεκτοί κανόνες δεν υπάρχουν, με αποτέλεσμα η κάθε οικογένεια να πασχίζει να δημιουργήσει τους δικούς της, διαχειριζόμενη με δυσκολία ένα πρόβλημα που κανονικά απαιτεί συλλογική αντιμετώπιση.
Από τη μία έχουμε τους ερευνητές που κάθε τόσο δημοσιεύουν μια νέα μελέτη για τις βλάβες που προκαλεί η υπέρμετρη χρήση οθονών από τα παιδιά. Από την άλλη έχουμε γονείς που αγοράζουν στα παιδιά κινητά τηλέφωνα από τα 9 τους. Στη μέση είναι τα ίδια τα παιδιά που ζητούν επίμονα το δικό τους κινητό, και έπειτα περισσότερο χρόνο σε αυτό, και έπειτα τους δικούς τους λογαριασμούς στα social media, παρακολουθώντας εμάς (τους γονείς) να περνάμε σε αυτό το μεγαλύτερο μέρος του ελεύθερου χρόνου μας.
Όσο για τις εταιρείες κοινωνικής δικτύωσης; Αυτές που δεν καλούνται να πληρώσουν ακόμα πρόστιμα-μαμούθ για τη βλάβη και τον εθισμό που προκαλούν οι πλατφόρμες τους σε ανήλικους χρήστες, προσπαθούν να προσαρμόσουν το περιεχόμενό τους σε ειδικές «εκδόσεις» που να είναι πιο κατάλληλες για παιδιά.
Την ίδια στιγμή το ένα κράτος μετά το άλλο ορίζει ως όριο ηλικίας για ανεξάρτητη πρόσβαση στα social media τα 15 χρόνια, κάτι που όμως δεν έχει φανεί να λειτουργεί, αφού τα περισσότερα παιδιά έχουν βρει τρόπο να το παρακάμπτουν, δημιουργώντας ψεύτικους λογαριασμούς στους οποίους δηλώνουν άλλη ηλικία.
Και έτσι οι καβγάδες τελειωμό δεν έχουν.
Συμμετέχοντας πρόσφατα σε μία συζήτηση με τον επικεφαλής Δημόσιας Υγείας του YouTube, καρδιολόγο και πατέρα τεσσάρων παιδιών, Dr. Garth Graham, τον άκουσα να λέει ότι, καθώς η πλήρης απαγόρευση δεν φαίνεται να αποτελεί λύση, αυτό που έχει σημασία είναι να διατηρούμε πάντα ανοιχτή την επικοινωνία με το παιδί μας προκειμένου να το εκπαιδεύουμε σε πιο υγιείς ψηφιακές συνήθειες. Να έχουμε επίβλεψη κάθε τόσο στο περιεχόμενο που παρακολουθεί και να εξασφαλίζουμε ότι ο χρόνος στις οθόνες δεν του στερεί στιγμές από τη ζωή έξω από αυτές.
Τι σημαίνουν, όμως, αυτά στην πράξη; Οι απορίες των γονιών δεν έχουν τέλος και επειδή έχει σημασία να λύνονται τεκμηριωμένα, επικοινώνησα με 3 επιστήμονες και ζήτησα τη βοήθειά τους. Έθεσα 4 από τα ερωτήματα που απασχολούν τους περισσότερους από εμάς τα τελευταία χρόνια και έλαβα τις πιο έγκυρες και ουσιαστικές απαντήσεις.
– Το παιδί μου ζητά κινητό ήδη από το Δημοτικό. Τι να κάνω;
Απαντά η Χριστιάνα Γερμανού MSc, Ψυχολόγος, Πιστοποιημένη Συμβ. Θετικής Διαπαιδαγώγησης.
Θεωρητικά μιλώντας καλό είναι τα παιδιά να μην έχουν κινητό στο Δημοτικό – αυτή είναι η προσωπική μου άποψη, αλλά αυτό έχουμε και στα χέρια μας βάσει των ερευνών που μιλούν για τις βλάβες που προκαλεί η χρήση των οθονών σε μικρές ηλικίες. Μάλιστα, όσο πιο μικρό είναι το παιδί, τόσο μεγαλύτερες είναι οι βλάβες που μπορεί να προκληθούν.
Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι ζούμε σε μια εποχή που τα κινητά είναι κάτι δεδομένο στη ζωή των παιδιών από τη στιγμή που γεννιούνται.
Ως προς το ψυχολογικό κομμάτι, έχει νόημα να εξετάσουμε κατά πόσο ένα παιδί είναι έτοιμο να διαχειριστεί την ευθύνη που φέρει το δικαίωμα της χρήσης ενός κινητού τηλεφώνου. Επειδή στοχεύουμε σε μια διαπαιδαγώγηση μέσω σύνδεσης και όχι μέσω απαγόρευσης, όταν το παιδί ζητά κινητό από τόσο νωρίς εγώ θα προσπαθούσα να διερευνήσω για ποιο λόγο το ζητά. Θέλει να επικοινωνεί ανά πάσα στιγμή μαζί μου γιατί έχει μια ανασφάλεια; Θέλει έτσι να είναι πιο αυτόνομο; Είναι η ανάγκη του να ανήκει στην παρέα των άλλων παιδιών που έχουν ήδη κινητό;
Προσπαθούμε να δώσουμε, όσο η ηλικία και η ωριμότητα του κάθε παιδιού μας επιτρέπουν, αυτονομία και ευθύνες, όμως την ίδια ώρα ρόλος μας είναι να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά έτσι ώστε να αντιληφθούν ότι «ναι μεν έχω δικαιώματα, αλλά κάθε δικαίωμα που κατακτώ φέρει και μία ευθύνη».
Στο Δημοτικό, λοιπόν, θα έλεγα ότι δεν είναι καλή ιδέα να αποκτήσει ένα παιδί δικό του κινητό τηλέφωνο και θα εξηγούσα για ποιους λόγους είναι αυτή η δική μου θέση, αφού πρώτα διερευνούσα τη δική του ανάγκη. Το γιατί υπάρχει αυτό το αίτημα. Όλα αυτά στο πλαίσιο μιας ήρεμης συζήτησης και εφόσον έχω χτίσει έτσι κι αλλιώς μια επικοινωνιακή σχέση με το παιδί μου.
Αν ζητούμενό του είναι η επικοινωνία, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ένα κινητό που δεν έχει πρόσβαση στα social media. Ακόμα κι έτσι, όμως, επιβάλλεται να έχουμε πρόσβαση στις συνομιλίες του παιδιού, ακόμα και στα απλά μηνύματα.
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΛΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΟΥΝ ΚΙΝΗΤΟ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ.
Η στάση μας δεν πρέπει να είναι, πάντως, να ελέγξουμε το παιδί, αλλά να το καθοδηγήσουμε μέσω του παραδείγματος. Κρίνοντας, ταυτόχρονα, ποια είναι η δική μας στάση με το κινητό.
Θα πρέπει να εξηγήσουμε στο παιδί ότι «στο σπίτι μας οι γονείς είναι οι υπεύθυνοι ενήλικες και γι’ αυτό χρειάζεται εμείς να πάρουμε την τελική απόφαση. Ακούμε την ανάγκη σου και έλα να βρούμε μαζί, συζητώντας ένα κοινό έδαφος και μια συμφωνία στο πώς θα διαχειριστούμε αυτή την ανάγκη».
Μπορούμε να συμφωνήσουμε να πάρει κινητό στην Ά Γυμνασίου, αλλά και τότε υπό όρους, ιδανικά «υπογράφοντας» μαζί με το παιδί μια κοινή συμφωνία ως προς τη χρήση του.
Σε κάθε περίπτωση, όποτε και να δώσουμε το κινητό, θα πρέπει να υπάρχει γονικός έλεγχος. Τα social media και δια νόμου απαγορεύονται σε αυτές τις ηλικίες. Θα πρέπει να ελέγχουμε τις εφαρμογές που χρησιμοποιεί, ενώ καλό είναι να μην επιτρέπεται το κινητό στο δωμάτιο του παιδιού –να μην περνά πολλές ώρες μόνο του με αυτό– ή στο τραπέζι την ώρα του φαγητού. Και, βέβαια, πρέπει να γίνει μια αναλυτική συζήτηση για τη χρήση του διαδικτύου, την οποία μπορούμε να κάνουμε ενώ «σερφάρουμε» μαζί του.
ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΣΥΜΦΩΝΗΣΟΥΜΕ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΙΝΗΤΟ ΣΤΗΝ Α' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΥΠΟ ΟΡΟΥΣ, ΙΔΑΝΙΚΑ «ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΑΣ» ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ.
– Τι να προσέξω αγοράζοντας στο παιδί μου το πρώτο του smartphone;
Απαντά η Δρ. Κέλλυ Ιωάννου, Καθηγήτρια Ψηφιακής Εγκληματολογίας.
Το πρώτο πράγμα που θα έλεγα σε έναν γονιό είναι να μη δώσει το smartphone στο παιδί και μετά (όταν εμφανιστεί μια δυσκολία) να αρχίσει να σκέφτεται τους κανόνες. Αξίζει να καθίσουν μαζί πριν από την πρώτη χρήση και να ξεκαθαρίσουν: Για ποιον λόγο το παίρνουμε, ποιες εφαρμογές θα έχει αρχικά και πότε το κινητό θα μένει στην άκρη. Αν το χρειάζεται για να σας καλεί όταν σχολάει, αυτό δεν σημαίνει ότι χρειάζεται ταυτόχρονα πρόσβαση σε κάθε κοινωνικό δίκτυο.
Στην ίδια τη συσκευή, θα πρόσεχα περισσότερο τις ενημερώσεις ασφαλείας παρά την τιμή ή την κάμερα. Ένα παλιό δικό μας κινητό μπορεί να εξυπηρετεί, αρκεί να εξακολουθεί να υποστηρίζεται από τον κατασκευαστή και να έχει καθαριστεί από τους προσωπικούς μας λογαριασμούς και τα δεδομένα. Το παιδί χρειάζεται δικό του λογαριασμό, με την πραγματική ηλικία του. Το να δηλώσουμε μεγαλύτερη ηλικία για να του επιτραπεί μια εφαρμογή μπορεί να αφαιρέσει προστασίες που προβλέπονται για ανηλίκους.
ΚΑΝΕΝΑ ΦΙΛΤΡΟ ΔΕΝ ΕΞΑΣΦΑΛΙΖΕΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΤΙ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟ.
Πριν του παραδώσουμε το κινητό, ρυθμίζουμε κωδικό κλειδώματος, εγκρίσεις για εγκατάσταση εφαρμογών και αγορές, περιορισμούς περιεχομένου και ώρες χρήσης. Μπορούμε να ξεκινήσουμε από το Family Link στα συμβατά Android ή τον Χρόνο επί οθόνης και την Οικογενειακή κοινή χρήση στα iPhone. Δεν χρειάζεται εξαρχής να αγοράσουμε κάποιο πολύπλοκο πρόγραμμα παρακολούθησης. Χρειάζεται, όμως, να καταλαβαίνουμε τι έχουμε ενεργοποιήσει και να το εξηγήσουμε στο παιδί. Επίσης, κανένα φίλτρο δεν μας εξασφαλίζει ότι δεν θα συναντήσει κάτι ακατάλληλο.
Εκεί που θα στεκόμουν ιδιαίτερα είναι στην επικοινωνία μέσα στις εφαρμογές. Ακούω συχνά το «δεν έχει social media, μόνο παιχνίδια». Όμως ένα παιχνίδι μπορεί να επιτρέπει συνομιλίες με αγνώστους, γραπτές ή φωνητικές. Επομένως, πριν το εγκρίνουμε, βλέπουμε ποιος μπορεί να επικοινωνήσει με το παιδί και περιορίζουμε αυτή τη δυνατότητα ανάλογα με την ηλικία του. Η προστασία δεν τελειώνει στο τι βλέπει στην οθόνη· αφορά και στο ποιος μπορεί να το πλησιάσει μέσα από αυτή.
Και οι συμβουλές μας χρειάζεται να είναι συγκεκριμένες. Το «μη δίνεις προσωπικά στοιχεία» δεν λέει πολλά σε ένα παιδί. Εξηγούμε ότι δεν στέλνει το σχολείο του, τη διεύθυνση, την τοποθεσία του ή τους κωδικούς του. Ότι μια φωτογραφία που στέλνει σε έναν φίλο μπορεί να αποθηκευτεί και να προωθηθεί. Ότι κάποιος που εμφανίζεται ως συνομήλικος δεν είναι απαραίτητα αυτός που λέει.
Θα του έδινα και ένα απλό κριτήριο: Αν κάποιος σε πιέζει, ζητά φωτογραφίες ή κωδικούς, σου υπόσχεται δώρα ή επιμένει να κρατήσετε τη συζήτηση μυστική, σταματάς και έρχεσαι να το δούμε μαζί. Του δείχνουμε πώς γίνεται αποκλεισμός και αναφορά, αλλά δεν περιμένουμε να χειριστεί μόνο του μια κατάσταση που μπορεί να δυσκολέψει ακόμη και έναν ενήλικα.
Για την καθημερινή χρήση, βοηθούν λίγες σταθερές συμφωνίες: το κινητό δεν βρίσκεται στο τραπέζι την ώρα του φαγητού, δεν διακόπτει συνεχώς το διάβασμα και φορτίζεται το βράδυ έξω από το υπνοδωμάτιο. Αυτές οι συμφωνίες χρειάζονται και τη δική μας συνέπεια. Είναι δύσκολο να ζητάμε από το παιδί να αφήσει το κινητό, ενώ εμείς απαντάμε σε κάθε ειδοποίηση την ώρα που μας μιλά.
Αν έπρεπε, πάντως, να κρατήσω μία συμβουλή, θα ήταν να προσέξει ο γονιός πώς αντιδρά όταν το παιδί τού αποκαλύπτει κάτι δυσάρεστο. Αν μας πει «μου έστειλε κάποιος αυτό το μήνυμα», η πρώτη απάντηση χρειάζεται να είναι «καλά έκανες και μου το είπες». Ακόμη κι αν προηγουμένως παραβίασε έναν κανόνα.
Αν η αποκάλυψη συνδεθεί αμέσως με φωνές ή αφαίρεση του κινητού, την επόμενη φορά μπορεί να φοβηθεί να μιλήσει. Γι’ αυτό θα ήθελα να ακούσει από την αρχή: «Αν συμβεί κάτι, ακόμη κι αν έχεις κάνει λάθος, έλα σε εμένα. Θα σε βοηθήσω». Θέλουμε να μας ζητήσει βοήθεια όσο υπάρχει ακόμη χρόνος να παρέμβουμε.
ΑΝ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΑΣ ΠΕΙ «ΜΟΥ ΕΣΤΕΙΛΕ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ», Η ΠΡΩΤΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ «ΚΑΛΑ ΕΚΑΝΕΣ ΚΑΙ ΜΟΥ ΤΟ ΕΙΠΕΣ», ΑΚΟΜΗ ΚΙ ΑΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕ ΕΝΑΝ ΚΑΝΟΝΑ.
– Πώς να μάθω στο παιδί μου να έχει μια υγιή σχέση με τα social media;
Απαντά η Βικτώρια Τσεπενέκα, Ψυχολόγος, MSc, Εκπαιδευόμενη Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια.
Τα social media έχουν πλέον κεντρική θέση στην καθημερινότητα των περισσότερων ανθρώπων, ενώ παρατηρείται διαρκής αύξηση της χρήσης τους και από τα παιδιά. Παρότι έχουν αναπτυχθεί αρκετές πρωτοβουλίες για τον περιορισμό της χρήσης τους, ακόμη και η απαγόρευσή τους σε ανηλίκους, η πλήρης απαγόρευση, όπως και η υπερβολική αυστηρότητα, είναι πιθανό να εντείνουν την αντίσταση των παιδιών και να ενισχύσουν αντίθετες συμπεριφορές, αυξάνοντας την ενασχόληση με τα social media.
Πέρα όμως από τις γενικότερες προσπάθειες περιορισμού της χρήσης τους, ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο ρόλος των γονέων, οι οποίοι μπορούν να λειτουργήσουν ως «συνοδηγοί» στον ψηφιακό κόσμο, βοηθώντας τα παιδιά να αναπτύξουν μια πιο υγιή σχέση με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μέσα από ανοιχτή επικοινωνία μπορούν να συζητήσουν μαζί τους για την ασφάλεια, την προστασία των προσωπικών δεδομένων και τους πιθανούς κινδύνους του διαδικτύου. Καλλιεργείται έτσι ένα περιβάλλον εμπιστοσύνης, το οποίο μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντικό σε περίπτωση που το παιδί αντιμετωπίσει κάποια δυσάρεστη ή απειλητική εμπειρία στο διαδίκτυο.
ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ SOCIAL MEDIA.
Παράλληλα, οι γονείς μπορεί να βοηθήσουν τα παιδιά να αντιμετωπίζουν κριτικά τα πρότυπα που προβάλλονται στα social media. Η συχνή έκθεση των παιδιών σε εξιδανικευμένες εικόνες ζωής και εμφάνισης ενισχύει το αίσθημα σύγκρισης και δημιουργεί μη ρεαλιστικές προσδοκίες. Μέσω συζητήσεων τα βοηθούν να αναγνωρίσουν την πολυμορφία και την πραγματικότητα της ζωής πέρα από τις εικόνες που προβάλλονται στο διαδίκτυο.
Σε αυτό το πλαίσιο, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και οι ίδιοι οι γονείς, οι οποίοι αποτελούν πρωταρχικά πρότυπα συμπεριφοράς. Η ισορροπημένη χρήση των social media από τους ίδιους μπορεί να λειτουργήσει θετικά για τα παιδιά. Η ενασχόλησή τους με πιο ενεργητικές δραστηριότητες και ποιοτικό χρόνο με τα παιδιά μπορεί να ενισχύσει την επιθυμία τους να εμπλουτίσουν αυτά δημιουργικά τον δικό τους ελεύθερο χρόνο.
Είναι σημαντικό οι γονείς να ενθαρρύνουν δραστηριότητες εκτός ψηφιακού περιβάλλοντος, οι οποίες ενισχύουν ιδιαίτερα τις κοινωνικές δεξιότητες και τις δια ζώσης επαφές των παιδιών. Τέλος, είναι σημαντικό να αναγνωρίζεται ότι τα social media δεν αποτελούν αποκλειστικά μια απειλή. Υπάρχουν αρκετοί λογαριασμοί και δημιουργοί περιεχομένου που προσφέρουν ενδιαφέρον, εποικοδομητικό και χρήσιμο υλικό για παιδιά και εφήβους. Η επαφή με τέτοιο περιεχόμενο μπορεί να προσφέρει γνώσεις, να ενισχύσει τη δημιουργικότητα και να διευρύνει τα ενδιαφέροντά τους. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει, παράλληλα, να αποφεύγεται η δαιμονοποίηση των social media και να καλλιεργείται μια πιο ισορροπημένη αντίληψη σύμφωνα με την οποία τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι από μόνα τους ούτε αποκλειστικά επιβλαβή ούτε αποκλειστικά ωφέλιμα.
– Το παιδί μου πλησιάζει τα 18. Σταματώ να έχω πλέον κάθε έλεγχο στον τρόπο που χρησιμοποιεί τις οθόνες;
Απαντά η Χριστιάνα Γερμανού MSc, Ψυχολόγος, Πιστοποιημένη Συμβ. Θετικής Διαπαιδαγώγησης.
Όταν το παιδί γίνει 18 δεν μπορώ ούτε δια νόμου, ούτε θεωρητικά, ούτε πρακτικά να ελέγχω το παιδί μου. Φυσικά, το κλειδί εδώ είναι η σχέση σύνδεσης που έχουμε με τα παιδιά μας μέχρι να γίνουν 18 και το πώς βασιζόμενοι σε αυτήν μπορούμε να επικοινωνήσουμε με τα παιδιά μας, ώστε να κατανοήσουν το πνεύμα με το οποίο τους μιλάμε. Η σύνδεση αυτή είναι κάτι που πρέπει να «δουλέψουμε» εμείς οι γονείς, όχι τα παιδιά μας, και μάλιστα από νωρίς.
Στην πραγματικότητα, από την εφηβεία και μετά, ποτέ δεν έχουμε τον έλεγχο – αυτό είναι μια ψευδαίσθηση.
Άρα, στα 18 ο γονιός μπορεί να τοποθετηθεί σε ένα επίπεδο επικοινωνίας και συνεργασίας, και όχι ελέγχου. Γιατί στα 18 αντικειμενικά το παιδί μπορεί να κάνει πλέον ό,τι θέλει.
ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΕΙΝΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΣΥΝΔΕΣΗΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΧΤΙΣΕΙ ΜΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ ΑΠΟ ΝΩΡΙΣ.
Το μόνο που μπορεί να συζητηθεί είναι πως, αν ο νέος αυτός ενήλικας διαμένει στο δικό μας σπίτι, τους κανόνες δικαιούνται ακόμα να τους βάζουν οι γονείς (όσο περίεργο κι αν ακούγεται αυτό στην ελληνική πραγματικότητα). Όχι αυταρχικά, τιμωρητικά ή αντιδραστικά, αλλά με τη λογική ότι είναι δικαίωμα αυτού που έχει το σπίτι να βάζει τους κανόνες του.
Δεν μπορώ, λοιπόν, να ορίσω το πόσες ώρες ένας 18χρονος θα χρησιμοποιεί το κινητό – σε αυτό θα πρέπει να έχει εκπαιδευτεί από τα 12, ώστε στα 18 να έχει μάθει πλέον να σέβεται τα όρια με στόχο την αρμονική συνύπαρξη των ενηλίκων. Το ίδιο, βέβαια, πρέπει να κάνουμε και οι γονείς με το παράδειγμά μας. Μπορώ, όμως, να συζητήσω π.χ. τις ώρες χρήσης του, αν γίνεται ενοχλητικό για τους υπόλοιπους, ή το να μην χρησιμοποιείται την ώρα που τρώμε όλοι μαζί.
Τέλος, εφόσον το παιδί είναι ενήλικας και έχει κάποια δικά του χρήματα, είτε από χαρτζιλίκι ή από την εργασία του, θα πρέπει να αναλάβει το ίδιο και τα έξοδα του κινητού του.