4 ΒΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΗΣ
Αν θες να αποκτήσεις καλύτερες σχέσεις με τους γύρω σου, είναι σημαντικό να βελτιώσεις τον τρόπο που επικοινωνείς μαζί τους, να γίνεις καλύτερος συνομιλητής. Ευτυχώς, υπάρχουν τρόποι για να τα καταφέρεις.
Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε έρευνες, γιατί πλέον είναι γνωστό ότι οι κοινωνικοί δεσμοί παίζουν σημαντικό ρόλο στην ποιότητα της υγείας και στα επίπεδα ευεξίας μας.
Ωστόσο, δεν μπορούμε όλοι να κάνουμε φίλους με την ίδια ευκολία. Συνήθειες και γνωστικές προκαταλήψεις υψώνουν εμπόδια ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους. Υπάρχουν, όμως, τρόποι να τα ξεπεράσουμε και να χτίσουμε πιο βαθιές συνδέσεις. Πριν μπούμε στις αλλαγές αυτές, ας ξεκαθαρίσουμε από την αρχή ότι καμία από τις παρακάτω προτάσεις δεν πρόκειται να λειτουργήσει, αν δεν μάθουμε –πέρα από το να μιλάμε– και να ακούμε.
Κάνουμε τις σωστές ερωτήσεις
Ο απλούστερος τρόπος για να έρθουμε κοντά σε κάποιον είναι να του κάνουμε ερωτήσεις. Κι όμως, ελάχιστοι έχουμε καλλιεργήσει αυτή την ικανότητα.
Η Κάρεν Χουάνγκ, κατά τη διάρκεια του διδακτορικού της στην οργανωσιακή συμπεριφορά στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, ζήτησε σε περισσότερα από 130 άτομα να συνομιλήσουν διαδικτυακά ανά ζεύγη για 15 λεπτά. Διαπίστωσε ότι, ακόμη και σε αυτό το μικρό διάστημα, ο αριθμός των ερωτήσεων διέφερε δραματικά. Κάποιοι έκαναν τέσσερις ή λιγότερες ερωτήσεις, ενώ άλλοι εννέα ή περισσότερες.
Οι πολλές ερωτήσεις δείχνουν διάθεση για αμοιβαία κατανόηση και δίνουν χώρο για επιβεβαίωση των εμπειριών του άλλου. Έτσι, μπορούμε να κάνουμε τον συνομιλητή μας να μας συμπαθήσει περισσότερο. Βέβαια, πέρα από το πόσες ερωτήσεις κάνουμε, σημασία έχει και τι ρωτάμε.
Η Χουάνγκ εντόπισε έξι βασικές κατηγορίες ερωτήσεων:
- εισαγωγικές,
- συνέχειας (follow-up),
- πλήρους αλλαγής θέματος,
- μερικής αλλαγής θέματος,
- «καθρέφτη»,
- ρητορικές.
Οι ερωτήσεις συνέχειας, δηλαδή αυτές που ζητούν περισσότερες πληροφορίες για κάτι που μόλις ειπώθηκε, είναι οι πιο ελκυστικές. Αντίθετα, οι ερωτήσεις που αλλάζουν απότομα θέμα ή απλώς «αντιγράφουν» μια προηγούμενη ερώτηση είναι λιγότερο αποτελεσματικές. Οι πιο επιφανειακές απ’ όλες είναι οι εισαγωγικές ερωτήσεις, οι οποίες αν και είναι απαραίτητες κοινωνικές ευγένειες, σπάνια δείχνουν γνήσιο ενδιαφέρον.
Τέλος, καλό είναι να αποφεύγουμε να κάνουμε μια ερώτηση με σκοπό να μιλήσουμε για τον εαυτό μας.
Προσέχουμε τον συνομιλητή
Οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται πολύ έντονα αν κάποιος τους ακούει πραγματικά. Η αίσθηση ότι λαμβάνουμε ενεργή προσοχή προβλέπει τα επίπεδα εμπιστοσύνης και συμβάλλει στην ψυχική ευεξία που προσφέρουν οι ισχυροί κοινωνικοί δεσμοί. Όσο πιο προσεκτικοί είμαστε, τόσο πιο ευτυχισμένος νιώθει ο άνθρωπος που συνομιλεί μαζί μας.
Πολλοί, όμως, βασίζονται σε ενδείξεις, όπως η γλώσσα σώματος, τα νεύματα, τα επιφωνήματα συμφωνίας. Αυτά μπορεί να είναι ειλικρινή, αλλά μπορούμε εύκολα να τα προσποιηθούμε. Γι’ αυτό είναι πιο ασφαλές να δείχνουμε την προσοχή μας λεκτικά. Η αναδιατύπωση όσων είπε ο άλλος αποτελεί απόδειξη ότι όντως επεξεργαστήκαμε τα λόγια του. Φροντίζουμε να εστιάζουμε στο κεντρικό νόημα, όχι σε δευτερεύουσες λεπτομέρειες, και να δείχνουμε ότι προσπαθούμε να δούμε τα πράγματα από τη δική του σκοπιά.
Σε κάθε περίπτωση, δεν χαζεύουμε δεξιά και αριστερά και, φυσικά, αποφεύγουμε τη συνεχή διακοπή μιας συζήτησης προκειμένου να ελέγξουμε το κινητό μας τηλέφωνο.
Η διαδικασία των «γρήγορων φίλων»
Παρότι συχνά πιστεύουμε ότι πρέπει να αφήνουμε τον συνομιλητή μας να μονοπωλεί τη συζήτηση, στοιχεία δείχνουν ότι η δημιουργία μιας κοινής πραγματικότητας απαιτεί ισορροπία.
Ο ψυχολόγος Άρθουρ Άρον το απέδειξε με τη λεγόμενη fast friends procedure. Ζευγάρια αγνώστων απαντούσαν σε 36 ερωτήσεις μέσα σε 45 λεπτά. Άλλοι έμεναν σε επιφανειακά θέματα, ενώ άλλοι μοιράστηκαν πιο προσωπικές σκέψεις και συναισθήματα. Οι τελευταίοι ένιωσαν σημαντικά πιο κοντά ο ένας στον άλλον. Αν και οι άνθρωποι φοβούνται ότι τέτοιες συζητήσεις θα είναι άβολες, στην πράξη συμβαίνει το αντίθετο.
ΟΙ ΠΟΛΛΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΔΙΑΘΕΣΗ ΓΙΑ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΝΟΥΝ ΧΩΡΟ ΓΙΑ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΜΠΕΙΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ. ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΣΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΝΟΥΜΕ, ΣΗΜΑΣΙΑ ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΤΙ ΡΩΤΑΜΕ.
Το τίμημα της πρωτοτυπίας
Αυτό είναι ένα ακόμη ψυχολογικό φαινόμενο που καλό είναι να γνωρίζεις. Στα αγγλικά χρησιμοποιείται ο όρος novelty penalty και περιγράφει τη φυσική προτίμηση προς το οικείο και όχι το άγνωστο, τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση που νιώθουμε όταν ακούμε για κάτι που μας είναι ήδη γνωστό. Αυτός είναι ο λόγος που ο συνομιλητής μας μπορεί να μην δείχνει τόσο ενθουσιασμένος για το ταξίδι μας σε μια χώρα την οποία δεν έχει ακούσει ποτέ. Δεν είναι αδιαφορία, αλλά κενό πληροφόρησης που δυσκολεύει τη δημιουργία μιας κοινής πραγματικότητας.
Τι μπορούμε να κάνουμε στην περίπτωση που θέλουμε να μοιραστούμε κάτι ιδιαίτερο για εμάς, αλλά άγνωστο για τον συνομιλητής μας; Χρειάζεται να τον βοηθήσουμε με κάποιον τρόπο να μας ακολουθήσει. Μια λύση είναι να ξεκινάμε από κοινά, οικεία θέματα και εμπειρίες. Επίσης, η παραστατική αφήγηση μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα. Ξεκινώντας από ένα στοιχείο που αγγίζει τα ενδιαφέροντα του συνομιλητή μας και προσθέτοντας σταδιακά το απαραίτητο πλαίσιο, μειώνουμε το χάσμα κατανόησης.