ΓΙΑΤΙ ΔΙΑΚΡΙΝΟΥΜΕ ΤΟΝ ΡΑΤΣΙΣΜΟ ΣΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ, ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ;
Γιατί δεν βλέπουμε εύκολα τη ρατσιστική συμπεριφορά στον εαυτό μας, αλλά την αναγνωρίζουμε στους άλλους; Ποιες εξηγήσεις δίνει η ψυχολογία και πώς μπορούμε να περιορίσουμε τα κακόβουλα σχόλια που μπορεί να κάνουμε άθελά μας;
Αρχίζεις να συνειδητοποιείς ότι κάτι δεν πάει καλά την πρώτη φορά που αναγκάζεσαι να απολογηθείς εκ των προτέρων, λέγοντας κάτι του τύπου «δεν είμαι ρατσιστής» ακριβώς πριν πεις μια φράση η οποία θα δικαιολογούσε τον χαρακτηρισμό σου ως ρατσιστή.
Άλλοτε, μπορεί να εισπράξεις ένα αγριεμένο βλέμμα από το έφηβο παιδί σου, που όλα τα παρακολουθεί και ό,τι λες το κατακεραυνώνει. Ή να δεις αναρτήσεις φίλων σου στα social media που κρίνουν συμπεριφορές στους άλλους τις οποίες έχουν και οι ίδιοι υιοθετήσει προ πολλού.
Αν και ο ρατσισμός είναι ένα σύνθετο φαινόμενο που εκτείνεται πολύ πιο πέρα από την απλή αντιπάθεια ή τον φόβο για το άγνωστο, ως μηχανισμός ακολουθεί ορισμένα ψυχολογικά μοτίβα που ενδέχεται να σε παρασύρουν στο παιχνίδι τους. Να σε κάνουν κι εσένα «λιγάκι ρατσιστή», ενώ σίγουρα δεν έχεις την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι χωρίζονται σε διαφορετικές ομάδες με εγγενή βιολογικά, πολιτισμικά ή διανοητικά χαρακτηριστικά που τις καθιστούν εκ φύσεως ανώτερες ή κατώτερες μεταξύ τους.
Η Παγκόσμια Ημέρα κατά του Ρατσισμού στις 21 Μαρτίου είναι μια καλή ευκαιρία να κοιτάξουμε λίγο μέσα στα σπίτια μας και στην ψυχή μας και να ανακαλύψουμε κάτι πιο βαθύ και ενδεχομένως πιο χρήσιμο από την προφανή άνιση μεταχείριση, την εκμετάλλευση ή την περιθωριοποίηση ορισμένων ομάδων από άλλες. Να δούμε πώς εμείς στεκόμαστε όχι τόσο απέναντι στον ίδιο τον ρατσισμό, τον οποίο φυσικά και καταδικάζουμε, αλλά απέναντι στα στερεότυπα που τον διαιωνίζουν.
Τι είναι ο λανθάνων ρατσισμός και ποιες είναι οι μορφές του;
Ας μιλήσουμε λοιπόν για τον λανθάνοντα ρατσισμό, σε αντιπαράθεση με τον άμεσο, δηλαδή τη συνειδητή, επιθετική συμπεριφορά απέναντι σε άλλες ομάδες. Καθώς όλοι μεγαλώνουμε σε κοινωνίες με στερεότυπα που περνούν στο υποσυνείδητό μας μέσα από την οικογένεια, την κουλτούρα και τα media, οι λανθάνουσες προκαταλήψεις (implicit biases) λειτουργούν αυτόματα.
Μπορεί να απορρίπτουμε συνειδητά τον ρατσισμό, αλλά υποσυνείδητα να νιώθουμε φόβο, δυσπιστία ή αδιαφορία για άτομα με διαφορετικό υπόβαθρο. Επειδή αυτές οι αντιδράσεις είναι ασυνείδητες, δεν τις καταγράφουμε ως «δικό μας ρατσισμό».
Ποιες μορφές ρατσισμού μπορεί να υπάρχουν χωρίς να τις αντιλαμβανόμαστε; Ρωτήσαμε την Κατερίνα Κοτσιφάκου, κλινική ψυχολόγο - ψυχοθεραπεύτρια και ομαδική αναλύτρια, η οποία μας απάντησε: «Συχνά πρόκειται για μικρές καθημερινές στάσεις: γενικεύσεις για όλους όσους ανήκουν σε μια ομάδα, αστεία που βασίζονται σε στερεότυπα ή η αυτόματη σκέψη ότι κάποιος είναι έτσι επειδή προέρχεται από μια συγκεκριμένη χώρα, θρησκεία ή κοινωνική ομάδα. Επειδή αυτές οι σκέψεις έχουμε συνηθίσει να παρουσιάζονται ως φυσιολογικές, περνούν συχνά απαρατήρητες».
Τι έδειξε για τον ρατσισμό ένα ενδιαφέρον πείραμα
Η Melissa Burkley, Ph.D., μεταδιδακτορική ερευνήτρια στον τομέα της Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο North Carolina at Chapel Hill, διεξήγαγε με τους φοιτητές της ένα πολύ ενδιαφέρον πείραμα. Σε αυτό, οι συμμετέχοντες βαθμολογούσαν σταθερά τους εαυτούς τους ως λιγότερο ρατσιστές σε σχέση με το άτομο που αξιολογούσαν, παρά το γεγονός ότι αυτός ο «άλλος» αντανακλούσε τις δικές τους συμπεριφορές.
Η έρευνα έδειξε ότι όταν αξιολογούμε τα δικά μας χαρακτηριστικά, βασιζόμαστε στις μέγιστες θετικές επιδόσεις μας. Όταν όμως αξιολογούμε τη συμπεριφορά κάποιου άλλου, βασιζόμαστε σε έναν μέσο όρο όλων των επιδόσεών του. Με πιο απλά λόγια, αυτό που παρατήρησε η ερευνήτρια ήταν η τάση των περισσότερων ανθρώπων να χαρακτηρίζουν τους εαυτούς τους ως καλύτερους από τον μέσο όρο...
ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΥΜΕ ΣΥΝΕΙΔΗΤΑ ΤΟΝ ΡΑΤΣΙΣΜΟ, ΑΛΛΑ ΥΠΟΣΥΝΕΙΔΗΤΑ ΙΣΩΣ ΝΙΩΘΟΥΜΕ ΔΥΣΠΙΣΤΙΑ ΓΙΑ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ. ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΤΑΙ ΩΣ «ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ».
Δεν θέλουμε ή δεν μπορούμε να παραδεχτούμε τον ρατσισμό μας;
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, υπάρχει και το λεγόμενο «τυφλό σημείο της προκατάληψης»: Ο εγκέφαλός μας είναι κατασκευασμένος να εντοπίζει μοτίβα και απειλές στο εξωτερικό περιβάλλον, αλλά δεν είναι το ίδιο καλός στην αυτοκριτική. Η γνωστική ψυχολογία ονομάζει αυτό το φαινόμενο Bias Blind Spot. Όπως το μάτι μας έχει ένα φυσικό τυφλό σημείο που δεν βλέπει, έτσι και ο νους μας δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τα δικά του γνωστικά σφάλματα. Οι δικές μας πεποιθήσεις μάς φαίνονται πάντα ως «αντικειμενική αλήθεια» ή «κοινή λογική».
«Οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να πιστεύουν ότι είναι δίκαιοι και ανοιχτόμυαλοι. Όταν εμφανίζεται μια προκατάληψη μέσα μας, συχνά δεν την αναγνωρίζουμε εύκολα. Η ψυχολογία περιγράφει μηχανισμούς όπως η προβολή ή η άρνηση, που μας βοηθούν να προστατεύουμε την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Έτσι γίνεται πιο εύκολο να δούμε την προκατάληψη στους άλλους παρά στον εαυτό μας», συμπληρώνει η κ. Κοτσιφάκου.
ΟΙ ΕΡΕΥΝΕΣ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΤΗΝ ΤΑΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΝΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΩΣ ΚΑΛΥΤΕΡΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟN ΜΕΣΟ ΟΡΟ...
Τι είναι προβολή και πώς λειτουργεί;
Η προβολή λειτουργεί σαν ψυχολογική βαλβίδα ασφαλείας. Όταν συναισθήματα όπως η ντροπή, η ζήλια ή η λύπη γίνονται πολύ οδυνηρά για να τα αντιμετωπίσουμε, τα προβάλλουμε σε κάποιον άλλο. Αυτό το «καθρέφτισμα» προστατεύει την αίσθηση του εαυτού μας και διατηρεί μια εικόνα εσωτερικής σταθερότητας, γλιτώνοντάς μας από το να έρθουμε αντιμέτωποι με δύσκολες αλήθειες και σκληρά συναισθήματα, τα οποία ωστόσο αφήνουμε να υπάρχουν στο υποσυνείδητο. Τον όρο επινόησε και εισήγαγε στην ψυχαναλυτική θεωρία ο πατέρας της, Σίγκμουντ Φρόιντ, τονίζοντας ότι η προβολή χρησιμεύει ως τρόπος προστασίας του εγώ από τη δυσφορία ή το άγχος.
Στις σύγχρονες κοινωνίες, η λέξη «ρατσιστής» είναι (δικαίως) βαρύτατα στιγματισμένη. Οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να βλέπουν τον εαυτό τους ως δίκαιο, ηθικό και ανοιχτόμυαλο. Αν παραδεχτούμε ότι έχουμε ρατσιστικές τάσεις, δημιουργείται μια τεράστια ψυχολογική σύγκρουση. Για να προστατευτεί το «Εγώ» μας από αυτή τη δυσάρεστη συνειδητοποίηση, η σκέψη μας ενεργοποιεί άμυνες, κρύβοντας τον ρατσισμό πίσω από εκλογικεύσεις.
Εμείς και οι άλλοι
Κατά έναν περίεργο τρόπο, όταν αξιολογούμε τον εαυτό μας και τους άλλους, χρησιμοποιούμε δύο μέτρα και δύο σταθμά. Ο μηχανισμός ονομάζεται Θεμελιώδες Σφάλμα Απόδοσης και έχει ως εξής:
- Όταν αξιολογούμε τους άλλους, τους κρίνουμε από τη συμπεριφορά τους. Αν κάποιος πει κάτι ρατσιστικό, συμπεραίνουμε αυτόματα ότι είναι ρατσιστής.
- Όταν αξιολογούμε τον εαυτό μας, κρινόμαστε με βάση τις προθέσεις μας. Αν πούμε ή κάνουμε κάτι που κρύβει ρατσισμό, το δικαιολογούμε λέγοντας στον εαυτό μας: «Δεν το εννοούσα έτσι», «Ήταν απλά ένα αστείο» ή «Ξέρω ότι κατά βάθος είμαι καλός άνθρωπος».
Η ΠΡΟΒΟΛΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΣΑΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΒΑΛΒΙΔΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ. ΤΟ «ΚΑΘΡΕΦΤΙΣΜΑ» ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΗΡΕΙ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ.
Πριν βιαστείς να μιλήσεις
Τι θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε τον εαυτό μας πριν βιαστούμε να κρίνουμε κάποιον; Η κ. Κοτσιφάκου προτείνει μερικές απλές ερωτήσεις που μπορούν να λειτουργήσουν σαν μια μικρή παύση σκέψης και να βοηθήσουν να μειωθεί η βιαστική κρίση:
- Από πού προέρχεται αυτή η εντύπωση; Από εμπειρία ή από στερεότυπο;
- Θα έκρινα τον ίδιο άνθρωπο με τον ίδιο τρόπο αν είχε άλλη καταγωγή ή ταυτότητα;
- Πόσο, πραγματικά, γνωρίζω την ιστορία του;
Αξίζει να θυμάσαι
Για να θυμηθούμε μερικούς από τους λόγους που αξίζει να κάνουμε κάτι τέτοιο, η ειδικός υπενθυμίζει πώς επηρεάζει ψυχολογικά τον άνθρωπο ο ρατσισμός που δέχεται:
«Η συνεχής εμπειρία απόρριψης ή υποτίμησης μπορεί να επηρεάσει βαθιά την αυτοεκτίμηση και την αίσθηση ασφάλειας. Πολλοί άνθρωποι αναπτύσσουν άγχος, επιφυλακτικότητα ή δυσκολία εμπιστοσύνης. Ταυτόχρονα, όμως, αρκετοί βρίσκουν μέσα από αυτή την εμπειρία και μορφές δύναμης και ανθεκτικότητας, ιδιαίτερα όταν υπάρχει στήριξη από το περιβάλλον και την κοινότητά τους».