ΜΗΠΩΣ ΤΟ ΠΑΡΑΚΑΝΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΥΣ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟΥΣ ΟΡΟΥΣ;
«Κακοποίηση», «ναρκισσισμός», «gaslighting». Μήπως χρησιμοποιούμε βιαστικά και αδιακρίτως τέτοιους όρους; Ο ψυχοθεραπευτικός λόγος εκτός θεραπευτικού πλαισίου, κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια γλώσσα τσιτάτων αποδυναμώνοντας την ουσία των εννοιών αυτών. Πρόκειται για τη λεγόμενη κουλτούρα του therapy speak.
Τα τελευταία χρόνια, η γλώσσα της ψυχοθεραπείας, το λεγόμενο therapy speak, κυκλοφορεί ανεξέλεγκτα εκτός θεραπευτικού πλαισίου στα social media. Ο αλγόριθμος μάς παρέχει μια αστείρευτη πηγή περιεχομένου από ψυχοθεραπευτές, coaches και αυτοαποκαλούμενους ειδικούς, επιβεβαιώνοντας πως η ψυχική υγεία είναι ένα από τα δημοφιλέστερα θέματα προς συζήτηση. Αλλά τι μαθαίνουμε πραγματικά;
Ναρκισσισμός, τραύμα, όρια, gashlighting, τύποι προσκόλλησης. Έννοιες που μέχρι πρότινος «κατοικούσαν» στον θεραπευτικό χώρο, πλέον αναπαράγονται αφειδώς, δημιουργώντας μια ψευδαίσθηση ότι η πληροφορία ισοδυναμεί με γνώση και επεξεργασία. Αν μπορώ να ονομάσω το ψυχικό τραύμα μου, το έχω ήδη δουλέψει. Αν διαβάσω σε ένα καλαίσθητο post συμβουλές για να βάζω όρια, τα έχω ήδη κατακτήσει. Ή μήπως όχι;
Η κουλτούρα του therapy speak, δηλαδή της χρήσης της ψυχοθεραπευτικής ορολογίας εκτός θεραπευτικού πλαισίου, ενθαρρύνει τους ανθρώπους να «διαγιγνώσκουν» τους εαυτούς τους και τους γύρω τους.
Το έκανα κι εγώ κάποτε. Έφερα σαν παράσημο τα 10 χρόνια ψυχοθεραπείας και έβαζα το χέρι μου στη φωτιά ότι εκείνος ο κακότροπος συνάδελφος μού κάνει gaslighting και είναι τοξικός (καλά, αυτό μπορεί να ήταν αλήθεια). «Νομίζουμε ότι γνωρίζουμε το therapy speak και, κατ’ επέκταση, ότι έχουμε κατανοήσει και την ίδια την επιστήμη της ψυχολογίας/ψυχοθεραπείας», εξηγεί η Γεωργία-Χριστίνα Κανελλοπούλου, ψυχολόγος, οικογενειακή σύμβουλος.
Τι ρίσκο παίρνουμε όταν κάνουμε κακή χρήση των ψυχοθεραπευτικών όρων;
Μπορούμε να εξηγήσουμε (ή να δικαιολογήσουμε) γιατί αντιδρούμε με τον τρόπο που το κάνουμε, να «χαρτογραφήσουμε» τα μοτίβα μας (γνωρίζουμε ήδη ότι προέρχονται από την παιδική μας ηλικία), αλλά και τις δυσλειτουργίες των άλλων (φυσικά!) με... κλινική ακρίβεια.
Η ψυχοθεραπευτική ορολογία ξέφυγε από το πλαίσιο που τη διαμόρφωσε και διαχέεται με ταχύτητα αντιστρόφως ανάλογη της ικανότητάς μας να την επεξεργαστούμε. Έτσι, η επιφανειακή εξοικείωση εκλαμβάνεται ως βαθιά κατανόηση.
Η υπεραπλούστευση αυτή, αρχικά, μοιάζει ανακουφιστική. Μας προσφέρει γρήγορες ερμηνείες, ξεκάθαρα στρατόπεδα, εύκολους «κακούς». Κάποιες φορές, μας δίνει και την εντύπωση ότι κάναμε δουλειά με τον εαυτό μας. Η πραγματικότητα είναι πιο απαιτητική και πιο σύνθετη.
Παραδεχόμαστε ή αποφεύγουμε όσα νιώθουμε;
Συνειδητοποιώ ότι η ψυχοθεραπευτική ορολογία μπορεί ακόμη και να γίνει ένας τρόπος να αποφύγουμε αυτό που νιώθουμε. Το λεξιλόγιο που προορίζεται για να προσφέρει περισσότερη σαφήνεια και κατανόηση, γίνεται κάποιες φορές μια πανοπλία που φοράμε σαν σύγχρονοι ιππότες, όχι για να πολεμήσουμε, αλλά για να προστατευτούμε από όσα δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι να συναντήσουμε μέσα μας.
Όταν όλα είναι τραύμα, τότε τι δεν είναι; Όταν όλοι οι άλλοι είναι τοξικοί, τότε δεν χρειάζεται ποτέ να κοιτάξουμε τον καθρέφτη. Όταν κάθε συμπεριφορά εξηγείται αποκλειστικά με μια ετικέτα, επισκιάζεται η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης εμπειρίας. Μήπως, τελικά, «ξεχειλώνουμε» έννοιες που δημιουργήθηκαν για να μας υποστηρίξουν;
Η ψυχολογική ωριμότητα που έχεις καταφέρει να καλλιεργήσεις με τόσο κόπο δεν είναι το πρόβλημα. Η κατανόηση της θεωρίας του συναισθηματικού δεσμού, η αναγνώριση των μοτίβων σου, η ικανότητα να περιγράφεις με ακρίβεια τις εμπειρίες σου, τίποτα από αυτά δεν είναι αρνητικό. Αντίθετα, είναι αποτέλεσμα δουλειάς, ευθύνης και διάθεσης να εξελιχθείς.
Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ, ΜΕ Ο,ΤΙ ΑΥΤΗ ΣΥΝΕΠΑΓΕΤΑΙ, ΑΠΑΙΤΕΙ ΧΡΗΜΑΤΑ, ΧΡΟΝΟ ΚΑΙ ΨΥΧΙΚΟ ΑΠΟΘΕΜΑ.
Όταν τo therapy speak γίνεται εμπόδιο
Υπάρχουν στιγμές, όμως, που αυτή η γλώσσα έρχεται να τακτοποιήσει όπως-όπως τα ακατάστατα, αβέβαια, ανθρώπινα συναισθήματά μας. Το λεξιλόγιο της θεραπείας που προοριζόταν να γίνει «γέφυρα» κάπου στην πορεία, υψώθηκε σε απροσπέλαστο τείχος. Τι εννοώ με αυτό;
- Ο/Η σύντροφός σου δεν προσπαθεί να σε παραπλανήσει ή να αμφισβητήσει την πραγματικότητά σου με χειριστικό τρόπο. Μπορεί απλά να μην καταλαβαίνει γιατί έχεις αναστατωθεί, και υπερασπίζεται τον εαυτό του/της με άσχημο τρόπο.
- Ο/Η φίλος/η σου δεν παραβιάζει τα όριά σου, επειδή έχει διαφορετικές ανάγκες από σένα και δεν το έχει εκφράσει εγκαίρως.
- Μερικές φορές οι άλλοι δεν είναι ναρκισσιστές, απλά δεν είναι κατάλληλοι για σένα.
- Μερικές φορές δεν είναι αντίδραση σε κάποιο τραύμα, απλά είναι η προσωπικότητά σου.
- Μερικές φορές δεν θέτεις όρια, απλά διεκδικείς με τρόπο που μοιάζει περισσότερο με απαίτηση.
ΟΤΑΝ ΚΑΘΕ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΕΞΗΓΕΙΤΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΜΕ ΜΙΑ ΕΤΙΚΕΤΑ, ΕΠΙΣΚΙΑΖΕΤΑΙ Η ΠΟΛΥΠΛΟΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ.
Δεν είναι όλα κακοποίηση, τραύμα ή ναρκισσισμός
Πριν θεωρηθεί ότι το κείμενο αυτό αμφισβητεί βαθιά επώδυνες εμπειρίες, θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι: δεν μιλάω γι' αυτές τις περιπτώσεις. Υπάρχουν, είναι σοβαρές και χρειάζονται ορατότητα, υποστήριξη και δικαίωση.
Αυτό το κείμενο δεν έρχεται να αμφισβητήσει καμία πραγματική, τραυματική εμπειρία. Το αντίθετο. Προσπαθώ να επισημάνω πως, όταν χρησιμοποιούμε βιαστικά και αδιακρίτως όρους όπως «κακοποίηση», «ναρκισσισμός» ή «gaslighting» για να περιγράψουμε κάθε δυσάρεστη εμπειρία, τότε οι έννοιες αυτές αποδυναμώνονται. Και μαζί τους αποδυναμώνονται και όσοι τις έχουν πραγματικά βιώσει.
Όταν όλα γίνονται κακοποίηση, η κακοποίηση χάνει τη διακριτότητά της και αυτό δεν υπηρετεί κανέναν, ούτε την αλήθεια, ούτε την ευαισθησία, ούτε την προστασία που τόσο εύστοχα διεκδικούμε.
Κάπου εδώ, αναδύεται και ένα παράδοξο που δύσκολα μπορούμε να αγνοήσουμε. Η πραγματική ψυχοθεραπευτική διαδικασία, με ό,τι αυτή συνεπάγεται, απαιτεί χρήματα, χρόνο και ψυχικό απόθεμα. Αυτά δεν είναι αυτονόητα για όλους. Κάπως έτσι διαμορφώνεται μια νέα, «αθόρυβη» ανισότητα: όλοι μιλούν τη «γλώσσα» της ψυχοθεραπείας, αλλά δεν έχουν όλοι πρόσβαση στη διαδικασία της ψυχοθεραπείας. Το αν, τελικά, η ψυχοθεραπεία παραμένει σε έναν βαθμό ταξική υπόθεση, είναι μια συζήτηση που αξίζει ολόκληρο άρθρο από μόνη της.
Τι σημαίνουν οι έννοιες που νομίζουμε ότι ξέρουμε;
Ας δούμε, λοιπόν, μερικές από τις δημοφιλέστερες έννοιες ψυχικής υγείας που έχουν φθαρεί νοηματικά και τι σημαίνουν στην πραγματικότητα, με την πολύτιμη συμβολή της ειδικού.
Gaslighting: Χειραγώγηση με στόχο
Το gaslighting είναι μια σοβαρή μορφή συναισθηματικής και ψυχολογικής κακοποίησης, όπου ένα άτομο χειραγωγεί συστηματικά ένα άλλο, με σκοπό να το κάνει να αμφισβητήσει τη μνήμη, την αντίληψη και τελικά την ίδια του την πραγματικότητα.
Με τον καιρό, ένας άνθρωπος που βιώνει gaslighting μπορεί να αρχίσει να αμφιβάλλει για τη δική του κρίση, να ζητά διαρκώς επιβεβαίωση, να αισθάνεται σύγχυση, ντροπή ή εξάρτηση. Αυτός είναι και ο λόγος που συχνά συνοδεύεται από άλλες μορφές κακοποίησης.
Στο διαδίκτυο, όμως, ο όρος χρησιμοποιείται με μια οριακά επικίνδυνη χαλαρότητα. Κάποιος διαφωνεί μαζί μας; Gaslighting. Κάποιος έχει διαφορετική ανάμνηση ενός γεγονότος; Gaslighting. Κάποιος δεν αποδέχεται την ερμηνεία μας; Gaslighting.
Είναι αλήθεια πως κάποιες φορές δύο άνθρωποι μπορούν να θυμούνται διαφορετικά το ίδιο γεγονός, χωρίς να υπάρχει καμία κακοποιητική πρόθεση. Η ευκολία με την οποία αποδίδουμε την ετικέτα «gaslighting» ίσως μας προστατεύει στιγμιαία, αφού μας δίνει μια καθαρή αφήγηση και μας τοποθετεί σε ρόλο θύματος. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη.
Ο ναρκισσισμός είναι μια σοβαρή διαταραχή
Ο ναρκισσισμός δεν είναι συνώνυμο του εγωισμού, της ανωριμότητας ή της συναισθηματικής ανεπάρκειας. Στην κλινική ψυχολογία, όταν μιλάμε για Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας (Narcissistic Personality Disorder – NPD), αναφερόμαστε σε ένα επίμονο και διάχυτο μοτίβο μεγαλείου (φανταστικού ή πραγματικού), ανάγκης για υπερβολικό θαυμασμό και έλλειψης ενσυναίσθησης, που ξεκινά από την πρώιμη ενήλικη ζωή και επηρεάζει πολλούς τομείς λειτουργικότητας.
Για να τεθεί διάγνωση απαιτείται η παρουσία συγκεκριμένων κριτηρίων. Η διάγνωση αφορά ένα σταθερό, άκαμπτο μοτίβο προσωπικότητας που προκαλεί σημαντική δυσλειτουργία.
Αξίζει επίσης να ξεκαθαρίσουμε κάτι ουσιώδες: Ο ναρκισσισμός, ως χαρακτηριστικό, βρίσκεται σε ένα φάσμα. Όλοι οι άνθρωποι διαθέτουμε κάποια ναρκισσιστικά στοιχεία. Η υγιής αυτοεκτίμηση, η ανάγκη για αναγνώριση και η επιθυμία να νιώθουμε σημαντικοί δεν είναι παθολογία. Μπορεί να γίνουν προβληματικές όταν είναι άκαμπτες, υπερβολικές και εις βάρος των άλλων.
ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΓΕΓΟΝΟΣ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΚΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΡΟΘΕΣΗ. Η ΕΤΙΚΕΤΑ «GASLIGHTING» ΜΑΣ ΤΟΠΟΘΕΤΕΙ ΣΕ ΡΟΛΟ ΘΥΜΑΤΟΣ.
Εδώ, λοιπόν, βρίσκεται η παρεξήγηση του διαδικτύου. Το ότι κάποιος δεν μας επέλεξε, δεν ανταποκρίθηκε στις ανάγκες μας, δυσκολεύεται να εκφράσει συναίσθημα, έβαλε τον εαυτό του πάνω από τη σχέση, δεν τον καθιστά αυτόματα «ναρκισσιστή».
Μερικές φορές, οι άνθρωποι δεν έχουν τη συναισθηματική ωριμότητα που χρειαζόμαστε. Μερικές φορές, δεν ταιριάζουμε. Μερικές φορές, δεν μας αγαπούν με τον τρόπο που θα θέλαμε. Αυτό πονάει και είναι πιο δύσκολο να πενθήσουμε μια ασυμβατότητα από το να βάλουμε μια ταμπέλα διάγνωσης.
Η τοξικότητα δεν είναι επίσημος ψυχολογικός όρος
Τοξικός: μια καθολική ταμπέλα για ό,τι και όποιον μας δυσκολεύει. Ο όρος «τοξικός» δεν αποτελεί διαγνωστικό ή επίσημο ψυχολογικό όρο. Είναι ένας περιγραφικός, μεταφορικός χαρακτηρισμός που χρησιμοποιείται για να αποδώσει συμπεριφορές ή σχέσεις που προκαλούν ψυχική φθορά, στρες ή συναισθηματική αποσταθεροποίηση.
Στην πράξη, όταν οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας μιλούν για «τοξικές δυναμικές», συνήθως αναφέρονται σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα όπως:
- χειριστικότητα,
- παθητική επιθετικότητα,
- χρόνια υποτίμηση,
- έλλειψη σεβασμού στα όρια,
- συναισθηματική αστάθεια που μεταφέρεται συστηματικά στον άλλον,
- σχέσεις εξάρτησης (codependency).
Δηλαδή, δεν μιλάμε για μία μεμονωμένη άσχημη στιγμή. Μιλάμε για επαναλαμβανόμενα μοτίβα που δημιουργούν ένα περιβάλλον ψυχικής φθοράς.
Στο διαδίκτυο, όμως, ο όρος έχει χάσει τη βαρύτητά του. «Τοξικός» έχει γίνει ο φίλος που ακύρωσε τελευταία στιγμή, ο συνάδελφος που έχει δύσκολο χαρακτήρα, ο γονιός που διαφωνεί.
Οι ανθρώπινες σχέσεις περιλαμβάνουν τριβή, άβολες στιγμές και λάθη. Αν βαφτίζουμε κάθε δυσφορία «τοξική», κινδυνεύουμε να χάσουμε την ικανότητα να διαχειριζόμαστε τη σύγκρουση και να αντέχουμε τη διαφορά.
Επίσης, αξίζει να σταθούμε και λίγο στο εξής: Κάποιος μπορεί να έχει «τοξικές» συμπεριφορές σε μια σχέση και όχι σε μια άλλη. Μια δυναμική μπορεί να είναι δυσλειτουργική χωρίς να υπάρχει κακοποίηση. Και μερικές φορές, όσο δύσκολο κι αν είναι να το παραδεχτούμε, η «τοξικότητα» δεν είναι κάτι που φέρει ή προκαλεί ο άλλος. Είναι προϊόν αλληλεπίδρασης, ανάμεσα σε εκείνον και εμάς.
ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΤΡΙΒΗ, ΑΒΟΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΚΑΙ ΛΑΘΗ. ΑΝ ΒΑΦΤΙΖΟΥΜΕ ΚΑΘΕ ΔΥΣΦΟΡΙΑ «ΤΟΞΙΚΗ», ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΜΕ ΝΑ ΧΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΝΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΖΟΜΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ.
Τα υγιή όρια αφορούν μόνο εκείνον που τα θέτει
Τα προσωπικά όρια μάς επιτρέπουν να δημιουργούμε προσδοκίες σχετικά με το τι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε και το πώς θα θέλαμε να μας συμπεριφέρονται στις σχέσεις μας. Δεν έχουν να κάνουν με τον έλεγχο της συμπεριφοράς κάποιου άλλου, αλλά με την επικοινωνία του τι μας κάνει να νιώθουμε άνετα.
Το γεγονός ότι κάποιος δεν κάνει αυτό που θα θέλαμε δεν σημαίνει απαραίτητα ότι παραβιάζει ένα υγιές όριο. Στην πραγματικότητα, η επιβολή παράλογων κανόνων ή απαιτήσεων σε μια σχέση και το καμουφλάρισμά τους ως «όρια» είναι καταχρηστική συμπεριφορά.
Ας ξεκαθαρίσουμε ότι ένα όριο αφορά αποκλειστικά και μόνο το τι θα κάνεις εσύ και όχι το τι πρέπει να κάνει ο άλλος. Για παράδειγμα, ένα όριο ακούγεται κάπως έτσι: «Δεν είμαι διαθέσιμ@ να μιλάω στο τηλέφωνο μετά τις 9 μ.μ.» και όχι έτσι: «Δεν επιτρέπεται να μου τηλεφωνείς μετά τις 9 μ.μ.» Βλέπεις τη διαφορά; Το ένα αφορά το τι θα κάνεις εσύ. Το άλλο αφορά το τι (δεν) μπορούν να κάνουν οι άλλοι. Το να χρησιμοποιείς επιπόλαια αυτές τις πολύπλοκες έννοιες ψυχικής υγείας μπορεί να σαμποτάρει τόσο εσένα όσο και τις σχέσεις σου.
Τι προτείνει η ψυχολόγος;
Την επόμενη φορά που θα θελήσεις να χρησιμοποιήσεις έναν ψυχοθεραπευτικό όρο σε μια συζήτηση, αναρωτήσου:
- Τι θέλω πραγματικά να πω;
- Περιγράφω ένα συναίσθημα ή αποδίδω μια διάγνωση;
- Μπορώ να το εκφράσω πιο απλά;
- Χρησιμοποιώ τη λέξη για να συνδεθώ ή για να προστατευτώ;
Ίσως, λοιπόν, ο ψυχοθεραπευτικός λόγος κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια γλώσσα τσιτάτων και αφηρημένων εννοιών, δημιουργώντας ένα άκαμπτο πλαίσιο που μας απομακρύνει από αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία: να μιλάμε από και με την καρδιά μας.