ΤΙ ΝΑ ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΟΥ ΞΕΣΠΑΣΕ ΣΕ ΚΛΑΜΑΤΑ
Γιατί όταν κάποιος δίπλα μας ξεσπά σε κλάματα, αρκετές φορές λέμε το λάθος πράγμα, αν και θέλουμε να τον βοηθήσουμε; Μια ειδικός στην υποστηρικτική επικοινωνία μάς λύνει τις απορίες.
Όταν ο Μ., που συνήθως έρχεται στην παρέα χαρούμενος, μας αποκάλυψε τον θάνατο της μητέρας του, μείναμε να τον κοιτάμε αποσβολωμένοι. Ήταν κάτι αναπάντεχο και η σοβαρότητα της είδησης μάς δυσκόλευε να την επεξεργαστούμε. Μείναμε σιωπηλοί, γιατί δεν ξέραμε τι να πούμε.
Σε αντίστοιχες περιπτώσεις, όταν εγώ αναφέρομαι στον θάνατο του πατέρα μου, οι αντιδράσεις ποικίλλουν. Κάποιες φορές ο συνομιλητής παγώνει και με κοιτάζει με τα μάτια ορθάνοιχτα. Κάποιες άλλες ψάχνει κάτι υποστηρικτικό να πει. Τώρα, αν τα καταφέρνει πάντα, είναι μια άλλη ιστορία.
Σύμφωνα με τη Σούζαν Τζόουνς, ειδικό στην υποστηρικτική επικοινωνία (supportive communication) από το Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, συχνά άνθρωποι που θέλουν να βοηθήσουν λένε το λάθος πράγμα.
Δεν χρειάζεται να διορθώσουμε την κατάσταση
Μόλις ξεσπάσει κάποιος σε κλάματα, σχεδόν όλοι θέλουμε να πούμε ή να κάνουμε κάτι που θα σταματήσει τα δάκρυα. Μπορεί η αντίδραση αυτή να πηγάζει από καλή πρόθεση, συνήθως όμως είναι λάθος. Ισχύει, με άλλα λόγια, η γνωστή ρήση ότι ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις.
Αισθανόμαστε ότι πρέπει να διορθώσουμε την κατάσταση, είτε για το δικό του καλό είτε για να μειωθεί η δική μας αμηχανία, λέει η Αμάντα Χόλμστρομ, καθηγήτρια στο Τμήμα Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν. Όταν όμως κάποιος κλαίει, συνήθως δεν είναι σε θέση να ακούσει την «τέλεια» κουβέντα.
Η Μπέτι Φάρελ, εκπαιδεύτρια νοσηλευτών που ασχολείται με την ανακουφιστική φροντίδα, λέει ότι μία από τις πρώτες συμβουλές που εφαρμόζει είναι το «Μην αρπάξεις αμέσως τα χαρτομάντιλα». Γιατί; Γιατί στο μυαλό του ανθρώπου που υποφέρει μπορεί να δημιουργηθεί το μήνυμα «ήρθε η ώρα να σταματήσεις το κλάμα».
Αντί για την κίνηση αυτή, είναι καλύτερο να πάρουμε μια ανάσα, να ηρεμήσουμε και να τον πλησιάσουμε. Στην περίπτωση αυτή το μήνυμα που στέλνουμε είναι «Είμαι εδώ». Αν η σχέση το επιτρέπει, ένα ελαφρύ άγγιγμα στον ώμο ή στο πάνω μέρος του χεριού μπορεί να βοηθήσει.
Αν δεν ξέρουμε τι να πούμε, τότε ας κάνουμε ό,τι κάναμε στην περίπτωση του Μ., ας μην πούμε τίποτα. Δεν χρειάζονται πάντα λόγια για να δείξουμε ότι βρισκόμαστε στο πλευρό κάποιου.
ΑΝ ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΜΕ ΤΙ ΝΑ ΠΟΥΜΕ, ΑΣ ΜΗΝ ΠΟΥΜΕ ΤΙΠΟΤΑ. ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΞΟΥΜΕ ΟΤΙ ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΣΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΚΑΠΟΙΟΥ.
Όταν τα κλάματα σταματούν
«Όταν το κλάμα αρχίζει να υποχωρεί, τότε μπορούν να μπουν στο παιχνίδι οι λέξεις», λέει η Τζόουνς. Όμως, καλό είναι να αποφεύγουμε τις ερωτήσεις που απαντώνται με «ναι» ή «όχι» και κυρίως το «Είσαι καλά;», γιατί ο άνθρωπος που πονά νιώθει ότι πρέπει να συγκρατήσει τα συναισθήματά του και να καθησυχάσει εμάς.
Είναι προτιμότερο να πούμε κάτι όπως «Έμαθα τι έγινε και λυπάμαι» και να το αφήσουμε εκεί. Αν ο συνομιλητής μας θέλει, θα μας αφηγηθεί την ιστορία του και με τον τρόπο αυτό θα πάρει λίγη απόσταση από το γεγονός.
Κι αν κλαίει ένας άγνωστος;
Αν δούμε έναν άγνωστο να κλαίει, π.χ. στο τρένο, όπως η Ρόμπιν στη σειρά How I Met Your Mother, τι κάνουμε; Όταν φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο άνθρωπος προσπαθεί να κρύψει τα κλάματα, το πιο ευγενικό είναι να του δώσουμε χώρο. Αν πάλι δείχνει δεκτικός, αξίζει να τον πλησιάσουμε και απλώς να τον ρωτήσουμε αν υπάρχει κάποιος που θα ήθελε να καλέσουμε ή αν χρειάζεται κάτι.
Αν δεν είμαστε σίγουροι, τότε μπορούμε να ρισκάρουμε. Στη χειρότερη περίπτωση, δεν θα μας απαντήσει.
Φράσεις που δεν λέμε
«Όλα θα πάνε καλά» και «Είσαι δυνατός, θα τα καταφέρεις»: Μερικές από τις πιο συνηθισμένες «παρηγορητικές» φράσεις είναι εκείνες που πληγώνουν περισσότερο, γιατί υποβαθμίζουν τον πόνο του άλλου. Πρόκειται για εύκολες διαβεβαιώσεις που μειώνουν τη σημασία όσων βιώνει.
«Μην κλαις»: Μια φράση τρομερά ακυρωτική. Τα δάκρυα δεν είναι διακόπτης που ανοίγεις και κλείνεις. Όταν λέμε σε κάποιον να μην κλαίει, του προσθέτουμε ένα ακόμη βάρος, αφού τον «αναγκάζουμε» να διαχειριστεί και τη δική μας αμηχανία.
«Τουλάχιστον έχεις την υγεία σου» και «Δες και τη θετική πλευρά»: Όταν κάποιος υποφέρει, θέλουμε να του υπενθυμίσουμε ότι θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι χειρότερα. Εκείνη τη στιγμή, όμως, αυτό που κάνουμε είναι να υποτιμάτε το μέγεθος του πόνου του.
ΜΕΡΙΚΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΙΟ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΕΣ «ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΚΕΣ» ΦΡΑΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΕΣ ΠΟΥ ΠΛΗΓΩΝΟΥΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ, ΓΙΑΤΙ ΥΠΟΒΑΘΜΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ.
Η ιστορία μας δεν τους αφορά
Παντού και πάντα υπάρχει εκείνος που έχει βιώσει κάτι παρόμοιο ή χειρότερο και θεωρεί ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να μοιραστεί το δράμα του. Το να στρέψουμε τον προβολέα πάνω μας δεν κάνει τον άλλο να νιώσει λιγότερο μόνος. Αντίθετα, δείχνει έλλειψη ενσυναίσθησης και εγωκεντρισμό.
Αφήνουμε στην άκρη τις συμβουλές
Η επιθυμία να λύσουμε το πρόβλημα κάποιου είναι φυσιολογική. Όμως, πολλές φορές έρχεται πολύ νωρίς. Γι’ αυτό συνιστάται να κάνουμε ανοιχτές ερωτήσεις, να ακούμε πραγματικά τις απαντήσεις και μόνο τότε, αν χρειάζεται ή αν μας ζητηθεί, να προτείνουμε λύσεις.