ΤΙ ΣΚΕΦΤΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΙ ΣΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ ΣΟΥ;
Ο μόνιμα χαρούμενος συνάδελφος δεν εμπνέει πάντα τους άλλους. Νέα έρευνα αποκαλύπτει πότε η ευτυχία στη δουλειά ενοχλεί και πώς γεννιέται η ζήλια.
Μήπως τυχαίνει να έχεις στη δουλειά σου εκείνο τον συνάδελφο που είναι μόνιμα χαρούμενος και κεφάτος; Που σκάει μύτη τη Δευτέρα με χαμόγελο, σιγοτραγουδά την ώρα που εσύ πήζεις και μοιάζει να έχει κρυφή αποστολή του να μοιράζει θετική ενέργεια όπου κι αν βρίσκεται; Μήπως υποθέτεις και πώς όλοι τον συμπαθούν; Αν ναι, ήρθε η ώρα να το ξανασκεφτείς.
Πρόσφατη μελέτη σε 863 εργαζόμενους στις ΗΠΑ έδειξε ότι η ευτυχία σου όχι μόνο δεν σε κάνει αυτομάτως πιο αγαπητό στη δουλειά σου, αλλά κάποιους μπορεί και να τους ενοχλεί. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η τάση του good vibes only στα σύγχρονα εργασιακά περιβάλλοντα θα πρέπει να επανεξεταστεί.
Παρότι οι χαρούμενοι εργαζόμενοι αξιολογούνται γενικά πιο θετικά από τους συναδέλφους τους –τους βρίσκουν πιο αποδοτικούς, πιο συνεργάσιμους και πιο δημιουργικούς–, για εκείνους που ζορίζονται ψυχολογικά και η ευτυχία μοιάζει να βρίσκεται στα αζήτητα θα γίνουν ακόμα και λόγος δυσφορίας.
Το πόσο ευτυχισμένος είσαι και τι ικανοποίηση παίρνεις από τη ζωή σου επηρεάζει σε καθοριστικό βαθμός το πώς αντιλαμβάνεσαι τους χαρούμενους συναδέλφους του. Οι ευτυχισμένοι βλέπουν τους εξίσου ευτυχισμένους σαν τους σούπερ σταρ της υπόθεσης, με μεράκι για δουλειά και πρωτότυπες ιδέες, «ακολουθώντας» τον κανόνα της ομοιοφιλίας, δηλαδή την τάση να σχετιζόμαστε με ανθρώπους που μας μοιάζουν. Στον αντίποδα, οι λιγότερο ευτυχισμένοι βλέπουν τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά πολύ καχύποπτα.
Το «φωτοστέφανο» της ευτυχίας – και πότε σβήνει
Στην ψυχολογία είναι γνωστό ως το «φαινόμενο του φωτοστέφανου» (halo effect), όπου ένα θετικό χαρακτηριστικό –εν προκειμένω η ευτυχία– «φωτίζει» συνολικά την εικόνα ενός ανθρώπου και μας κάνει να τον αξιολογούμε θετικά και σε άσχετους τομείς. Είναι ο λόγος που πιστεύουμε ότι οι γοητευτικοί άνθρωποι είναι και πιο ικανοί ή που ένας χαρισματικός συνάδελφος παίρνει συχνά τα εύσημα για όλη την ομάδα. Μα, όπως φαίνεται, για να μας θαμπώσει το φωτοστέφανο, θα πρέπει να νιώθουμε κι εμείς καλά με τον εαυτό μας.
Για όλα φταίει η κοινωνική σύγκριση. Θέλουμε δεν θέλουμε, συγκρινόμαστε διαρκώς με τους γύρω μας και, όποτε κάποιος μοιάζει πιο χαρούμενος, το μυαλό μας αναρωτιέται αυτομάτως: Γιατί όχι εγώ; Για κάποιον που ήδη δυσκολεύεται, δεν είναι απλό να νιώσει έμπνευση από τον μόνιμα κεφάτο συνάδελφο, ούτε να βρει κίνητρο για τη δική του αυτοβελτίωση. Είναι απλώς μια ζωντανή υπενθύμιση πως κάτι του λείπει.
ΟΤΑΝ ΣΥΓΚΡΙΝΟΜΑΣΤΕ ΜΕ ΚΑΠΟΙΟΝ «ΑΝΩΤΕΡΟ», ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΝΙΩΣΟΥΜΕ ΕΙΤΕ ΘΑΥΜΑΣΜΟ ΕΙΤΕ ΖΗΛΕΙΑ. ΑΝ Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΙΜΗ, ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΟΥΜΑΣΤΕ. ΑΝ ΜΟΙΑΖΕΙ ΑΓΕΦΥΡΩΤΗ, ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΦΘΟΝΟΣ ΚΑΙ ΠΙΚΡΙΑ.
Η έρευνα έδειξε ότι οι λιγότερο ευτυχισμένοι εργαζόμενοι ένιωθαν μικρότερη εμπιστοσύνη και πιο αρνητικά συναισθήματα απέναντι στους χαρούμενους συναδέλφους τους. Η θεωρία του ψυχολόγου Richard Smith για την κοινωνική σύγκριση έχει δείξει πως όταν συγκρινόμαστε με κάποιον «ανώτερο», μπορεί να νιώσουμε είτε θαυμασμό είτε ζήλεια. Σε περίπτωση που η απόσταση φαίνεται διαχειρίσιμη, κινητοποιούμαστε. Αν μοιάζει αγεφύρωτη, γεννιέται φθόνος και πικρία.
Μελέτες δείχνουν ότι η ζήλεια στον χώρο εργασίας συνδέεται με τακτικές υπονόμευσης, κακή συνεργασία ή και απόκρυψη χρήσιμων πληροφοριών για τη δουλειά, κακή οργάνωση και έντονες τάσεις για παραίτηση. Παράλληλα, η ζημιογόνος δράση επηρεάζει τόσο το προσωπικό όσο και τη λειτουργία των οργανισμών.
Η σκοτεινή πλευρά του corporate happiness
Όλα τα παραπάνω εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για τη βιομηχανία της «ευημερίας των εργαζομένων» (corporate happiness). Οι εταιρείες επενδύουν δισεκατομμύρια σε προγράμματα ευτυχίας, από yoga και mindfulness apps μέχρι γυμναστήρια με personal trainers και τραπέζια για ping pong, θεωρώντας ότι τα ψυχικά οφέλη θα είναι συλλογικά.
Η έρευνα δείχνει ότι, αν δεν υπάρξει μέριμνα για τα αίτια πίσω από τη δυστυχία κάποιων εργαζομένων, η πίεση για ευτυχία μπορεί να δημιουργήσει ένα σύστημα δύο ταχυτήτων: όσοι αισθάνονται ήδη καλά να νιώθουν καλύτερα και να γίνονται πιο αποδεκτοί, ενώ οι υπόλοιποι να απομονώνονται περισσότερο, με μια πικρή αίσθηση αποτυχίας για το ότι δεν καταφέρνουν απλώς να είναι χαρούμενοι.