iStock

ΑΝΕΥΡΥΣΜΑ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ: ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΟΣΑ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ

«Ένιωσα ότι σε λίγο δεν θα υπάρχω», λέει η Φωτεινή Παπαγεωργίου, που υπέστη ρήξη εγκεφαλικού ανευρύσματος. Πόσο πιθανό είναι να συμβεί, πώς εκδηλώνεται και ποιες θεραπευτικές επιλογές υπάρχουν; Δύο ειδικοί απαντούν.

Ένα συνηθισμένο κυριακάτικο απόγευμα, η Φωτεινή Παπαγεωργίου καθόταν αμέριμνη στον καναπέ του σπιτιού της και διάβαζε εφημερίδα. Ξαφνικά, αισθάνθηκε κάτι που η ίδια περιγράφει ως «περίεργη αδιαθεσία». «Ήταν μια σχεδόν μεταφυσική αίσθηση που έχει κάποιος ότι μάλλον τα επόμενα λεπτά μπορεί και να πεθάνει. Δεν μπορείτε να το καταλάβετε αυτό, κανείς δεν μπορεί αν δεν το έχει περάσει. Αισθάνθηκα πραγματικά ότι δεν θα υπάρχω σε λίγο, έγινε κάτι πολύ περίεργο μέσα στο κεφάλι μου. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ακολούθησε ένας εμετός και ένας απερίγραπτα έντονος πονοκέφαλος».

Ο σύζυγός της θεώρησε αρχικά ότι πρόκειται για εγκεφαλικό επεισόδιο. Όμως, το ότι η Φωτεινή απαντούσε στις ερωτήσεις του και είχε επαφή με το περιβάλλον τούς καθησύχασε προσωρινά. Λίγες ώρες αργότερα, πήγαν στο νοσοκομείο. Από εκεί και μετά, η ίδια δεν θυμάται τίποτα.

«Απ’ ό,τι μου είπε ο σύζυγός μου, υποβλήθηκα σε εξετάσεις, μεταξύ των οποίων και μαγνητική αγγειογραφία, η οποία έδειξε ότι είχα εγκεφαλικό ανεύρυσμα που είχε σπάσει. Οι γιατροί προχώρησαν σε εμβολισμό και, μετά από περίπου τρεις ημέρες, εμφάνισα μια επιπλοκή, τον αγγειόσπασμο».

Για πέντε ημέρες η δεξιά πλευρά του σώματός της είχε παραλύσει, ενώ δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη, παρότι καταλάβαινε τα πάντα. Τα συμπτώματα υποχώρησαν σταδιακά, έπειτα από τις παρεμβάσεις του ιατρικού προσωπικού.

Μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της νοσηλείας της εκτυλίχθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Σε έναν απομονωμένο χώρο, υπό την επήρεια της νάρκωσης και των ισχυρών παυσίπονων, ένιωθε αποπροσανατολισμένη.

ΜΕΘ
Μιχάλης Καραγιάννης / Eurokinissi

«Θεωρούσα ότι είμαι κάπου που δεν ξέρω και ότι μου έχουν αφαιρέσει κάποιο όργανο. Ήταν σοκαριστικό αυτό που ένιωθα και άρχισα, σχεδόν απελπισμένα, να προσπαθώ να βγάλω τις γάζες και τους ορούς. Με είδαν από τις κάμερες οι νοσηλεύτριες, έσπευσαν μέσα και με μετέφεραν στον κυρίως χώρο για να με επιτηρούν. Μετά μου ανακοίνωσαν οι γιατροί τι είχα».

ΤΑ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΑ ΑΝΕΥΡΥΣΜΑΤΑ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΜΙΑ ΣΙΩΠΗΛΗ ΑΓΓΕΙΑΚΗ ΒΛΑΒΗ, Η ΟΠΟΙΑ ΣΥΧΝΑ ΔΕΝ ΔΙΝΕΙ ΚΑΝΕΝΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑ ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΡΗΞΗΣ.

Σήμερα, η Φωτεινή έχει επιστρέψει στην καθημερινότητά της και μιλά για την εμπειρία της με αίσθημα ευγνωμοσύνης. Όπως λέει, πέρα από την εξειδίκευση του ιατρικού προσωπικού, καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η στάση που κράτησε η ίδια απέναντι σε όσα πέρασε.

Ακόμη και στην περίοδο της αποκατάστασης, όταν δυσκολευόταν να περπατήσει ακόμη και λίγες εκατοντάδες μέτρα, παρέμεινε ψύχραιμη και προσηλωμένη στον στόχο της επανόδου.

Ανεύρυσμα εγκεφάλου: Οι πιθανότητες και οι κίνδυνοι

Η περίπτωση της Φωτεινής δεν είναι μεμονωμένη. Όπως εξηγούν οι ειδικοί, τα εγκεφαλικά ανευρύσματα αποτελούν μια σιωπηλή αγγειακή βλάβη, η οποία συχνά δεν δίνει κανένα σύμπτωμα μέχρι τη στιγμή της ρήξης.

«Στις 100 μαγνητικές εγκεφάλου που θα γίνουν, θα βρεθεί τυχαία ένα ανεύρυσμα», εξηγεί ο Παναγιώτης Παπαναγιώτου, καθηγητής Νευροακτινολογίας στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Υπάρχει μια αύξηση στα τυχαία ευρήματα, η οποία, σύμφωνα με τον καθηγητή, απορρέει από το γεγονός ότι έχει αυξηθεί η συχνότητα των απεικονιστικών εξετάσεων σε σχέση με παλαιότερα, ενώ οι κλινικοί γιατροί τις ζητούν ευκολότερα και λόγω της γήρανσης του πληθυσμού.

Παναγιώτης Παπαναγιώτου
O Παναγιώτης Παπαναγιώτου, καθηγητής Νευροακτινολογίας στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ.
O Παναγιώτης Παπαναγιώτου, καθηγητής Νευροακτινολογίας στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ.

«Όσο αυξάνεται ο αριθμός των εξετάσεων, αυξάνεται αναπόφευκτα και η πιθανότητα να εντοπιστεί ένα ανεύρυσμα σε ασθενείς που δεν έχουν παρουσιάσει ποτέ συμπτώματα. Περίπου το 2% με 3% του πληθυσμού φέρει ανεύρυσμα εγκεφάλου, ένα ποσοστό μικρό αλλά όχι αμελητέο, ενώ η ρήξη παραμένει σαφώς πιο σπάνια».

Η ύπαρξη ενός ανευρύσματος δεν συνεπάγεται απαραίτητα και άμεσο κίνδυνο ρήξης. Σύμφωνα με τον Σάββα Γρηγοριάδη, καθηγητή Νευροχειρουργικής της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, κάποια ανευρύσματα σπάνε ενώ κάποια όχι.

«Το κάπνισμα έχει άμεση συσχέτιση με τη ρήξη εγκεφαλικού ανευρύσματος. Η αρτηριακή υπέρταση είναι ένας άλλος λόγος που οδηγεί σε ρήξη. Εδώ αξίζει να επισημάνω πως δεν μας απασχολεί τόσο η σταθερά αυξημένη πίεση, όσο οι απότομες αυξομειώσεις της, που μπορούν να οδηγήσουν σε ρήξη. Αν, για παράδειγμα, κάποιος έχει σταθερά συστολική πίεση έστω και 14, δεν μας ανησυχεί τόσο, όπως το αν μια μέρα έχει 14, μετά ανεβαίνει απότομα στο 18, μετά πάλι 14 και πάει λέγοντας. Αυτό είναι επικίνδυνο.

Σάββας Γρηγοριάδης
Ο Σάββας Γρηγοριάδης, καθηγητή Νευροχειρουργικής της Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ.
Ο Σάββας Γρηγοριάδης, καθηγητή Νευροχειρουργικής της Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ.

»Άλλοι παράγοντες με σαφή συσχέτιση είναι ο αλκοολισμός καθώς και η χρήση κοκαΐνης και αμφεταμινών. Υπάρχουν και πιο σπάνιοι παράγοντες, όπως οι λοιμώξεις. Η ενδοκαρδίτιδα, ας πούμε, προκαλεί έναν συγκεκριμένο τύπο ανευρυσμάτων, τα λεγόμενα μυκωτικά, που σχετίζονται με λοίμωξη του αγγειακού τοιχώματος».

Παρακολούθηση ή επέμβαση στα μη ραγέντα ανευρύσματα;

Το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι τι γίνεται εάν κατά τη διάρκεια απεικονιστικών εξετάσεων εντοπιστεί τυχαία ένα μη ραγέν ανεύρυσμα. Όπως λέει ο κ. Παπαναγιώτου, η ανίχνευσή του δεν σημαίνει απαραίτητα και άμεση θεραπεία.

ΤΟ 50% ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΠΟΥ ΘΑ ΥΠΟΣΤΟΥΝ ΡΗΞΗ ΔΕΝ ΘΑ ΕΠΙΒΙΩΣΟΥΝ, ΕΝΩ ΕΝΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΠΟΣΟΣΤΟ, ΠΕΡΙΠΟΥ 15%, ΔΕΝ ΘΑ ΠΡΟΛΑΒΕΙ ΝΑ ΦΤΑΣΕΙ ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ.

«Ο κίνδυνος ρήξης ενός ανευρύσματος που ανακαλύπτεται τυχαία είναι συνήθως μικρός βραχυπρόθεσμα, αλλά παραμένει υπαρκτός σε βάθος χρόνου. Η απόφαση για το αν θα αντιμετωπιστεί ή θα παρακολουθηθεί βασίζεται σε πολλούς παράγοντες, όπως το μέγεθος και η θέση του ανευρύσματος, τα χαρακτηριστικά του, αλλά και το συνολικό προφίλ κινδύνου του ασθενούς. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι γιατροί επιλέγουν την παρακολούθηση, ιδίως όταν ο κίνδυνος ρήξης θεωρείται μικρός ή όταν η ίδια η επέμβαση ενέχει πολύ μεγάλο κίνδυνο. Σε περιπτώσεις που εκτιμάται ότι η πιθανότητα ρήξης είναι σημαντική, προκρίνεται η θεραπευτική αντιμετώπιση», υπογραμμίζει.

Σε αυτή την περίπτωση υπάρχουν δύο επιλογές, ο εμβολισμός ή το ανοιχτό χειρουργείο, κατά το οποίο απαιτείται άνοιγμα του κρανίου. Σύμφωνα με τον Σάββα Γρηγοριάδη, εφόσον ένα ανεύρυσμα μπορεί να αντιμετωπιστεί ενδοαγγειακά, προτιμάται ο εμβολισμός, ενώ σε άλλες περιπτώσεις απαιτείται χειρουργική επέμβαση.

Ο εμβολισμός πραγματοποιείται μέσω καθετήρων από το εσωτερικό των αγγείων, χωρίς να απαιτείται άνοιγμα του κρανίου, και τα τελευταία χρόνια έχει εξελιχθεί σημαντικά, αποτελώντας σε πολλές περιπτώσεις την πρώτη επιλογή. Όπως κάθε ιατρική πράξη, τόσο ο εμβολισμός όσο και η χειρουργική επέμβαση ενέχουν κινδύνους. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, οι περισσότερες επιπλοκές είναι διαχειρίσιμες και σπανίως θανατηφόρες.

Ανεύρυσμα εγκεφάλου: Μια προσωπική ιστορία και όσα χρειάζεται να γνωρίζουμε
iStock

«Η λέξη “άφοβα” δεν υπάρχει στην Ιατρική», σημειώνει ο Σάββας Γρηγοριάδης, τονίζοντας ότι κάθε παρέμβαση, είτε χειρουργική είτε επεμβατική, ενέχει έναν βαθμό κινδύνου.

Όπως επισημαίνει, οι αποφάσεις λαμβάνονται όταν το όφελος υπερτερεί σαφώς του κινδύνου, ενώ η πρόοδος των τελευταίων ετών έχει αυξήσει σημαντικά το επίπεδο ασφάλειας.

«Είναι άλλο πράγμα το ενδεχόμενο να πάθει κάτι ο ασθενής από την επέμβαση και άλλο το τι μπορεί να συμβεί αν δεν γίνει καμία παρέμβαση», προσθέτει.

ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΟΠΟΙΟΣΔΗΠΟΤΕ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΜΒΟΛΙΣΜΟ Ή ΝΑ ΧΕΙΡΟΥΡΓΗΣΕΙ ΕΝΑ ΑΝΕΥΡΥΣΜΑ, ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΑ, ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ.

Μεταξύ των επιπλοκών που είναι γνωστές και παρακολουθούνται στενά συγκαταλέγεται ο αγγειόσπασμος, μια αντίδραση των αγγείων που μπορεί να εμφανιστεί τις πρώτες ημέρες και να επηρεάσει τη ροή του αίματος στον εγκέφαλο.

Στο ίδιο πνεύμα, ο Παναγιώτης Παπαναγιώτου επισημαίνει ότι κάθε απόφαση θεραπείας προϋποθέτει προσεκτική στάθμιση των κινδύνων: «Οποιαδήποτε επέμβαση ενέχει πιθανές επιπλοκές, ιδιαίτερα όταν αφορά στα αγγεία του εγκεφάλου. Γι’ αυτό και όλα τα δεδομένα μπαίνουν σε ζυγαριά πριν ληφθεί η τελική απόφαση».

Ανισότητες στην πρόσβαση

Η ρήξη ενός ανευρύσματος είναι μια επείγουσα κατάσταση που απαιτεί άμεση ιατρική αντιμετώπιση. Σύμφωνα με τον Σάββα Γρηγοριάδη, το 50% των ανθρώπων που θα υποστούν ρήξη δεν θα επιβιώσουν, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό, περίπου 15%, δεν θα προλάβει να φτάσει στο νοσοκομείο. Το πού θα συμβεί ένα τέτοιο περιστατικό μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό, καθώς η άμεση πρόσβαση σε εξειδικευμένες υπηρεσίες υγείας αποτελεί κρίσιμο παράγοντα επιβίωσης.

ασθενοφόρο
Βασίλης Παπαδόπουλος / Eurokinissi

«Σε μεγάλα αστικά κέντρα, όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, υπάρχει η δυνατότητα τόσο ενδοαγγειακής όσο και χειρουργικής αντιμετώπισης. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει για όλες τις περιοχές της Ελλάδας. Το πιο σημαντικό είναι να γίνει η αντιμετώπιση γρήγορα», επισημαίνει ο νευροχειρουργός, τονίζοντας ότι η απόσταση από ένα κατάλληλα εξοπλισμένο νοσοκομείο μπορεί να αποδειχθεί μοιραία.

«Πόσο γρήγορα μπορώ να φέρω έναν ασθενή που έκανε ρήξη ανευρύσματος από ένα χωριό της Ελλάδας;» διερωτάται ο Σάββας Γρηγοριάδης, περιγράφοντας την αλυσίδα των καθυστερήσεων.

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΟΥ ΣΥΣΧΕΤΙΖΟΥΝ ΤΟ ΣΤΡΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΡΗΞΗ ΑΝΕΥΡΥΣΜΑΤΩΝ, ΧΩΡΙΣ ΟΜΩΣ ΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΑΠΟ ΜΟΝΟ ΤΟΥ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ.

Σε πολλές περιπτώσεις, ο ασθενής μεταφέρεται αρχικά με ασθενοφόρο σε ένα κέντρο υγείας, στη συνέχεια σε νοσοκομείο για εξετάσεις και, εφόσον δεν υπάρχει η κατάλληλη υποδομή, διακομίζεται εκ νέου σε άλλο νοσοκομείο που διαθέτει νευροχειρουργική κλινική ή δυνατότητα εμβολισμού.

«Δεν έχουν όλα τα νοσοκομεία νευροχειρουργική κλινική. Σημαντικό ρόλο παίζει και η ομάδα που θα χειρουργήσει τον ασθενή. Δεν μπορεί οποιοσδήποτε να κάνει εμβολισμό ή να χειρουργήσει ένα ανεύρυσμα, απαιτείται εξειδίκευση και εμπειρία, σύγχρονος εξοπλισμός και άρτια οργανωμένες μονάδες, κάτι που δεν είναι δεδομένο σε όλα τα συστήματα υγείας. Σαφώς λοιπόν υπάρχει ανισότητα στην πρόσβαση. Είναι στενάχωρο, αλλά είναι η πραγματικότητα».

Τι προκαλεί ένα ανεύρυσμα;

Παρότι τα αίτια δεν είναι πάντα πλήρως κατανοητά, οι ειδικοί γνωρίζουν ότι πρόκειται για μια αδυναμία στο τοίχωμα των αγγείων, στην οποία συμβάλλουν τόσο γενετικοί όσο και επίκτητοι παράγοντες, όπως το κάπνισμα, το αλκοόλ και η αρτηριακή υπέρταση.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, υπάρχει και οικογενειακή προδιάθεση. Όταν δύο ή περισσότερα μέλη της ίδιας οικογένειας εμφανίζουν ανεύρυσμα, οι ειδικοί συστήνουν έλεγχο και στα υπόλοιπα μέλη με μαγνητική αγγειογραφία.

ανεύρυσμα
iStock

Ο Παναγιώτης Παπαναγιώτου διευκρινίζει ότι δεν απαιτείται προληπτικός έλεγχος στον γενικό πληθυσμό. «Αν κάποιος έχει συγγενή πρώτου βαθμού με ρήξη εγκεφαλικού ανευρύσματος, τότε είναι σκόπιμο να ελεγχθεί η οικογένεια. Αν υπάρχει μη ραγέν ανεύρυσμα, ο έλεγχος συνιστάται όταν περισσότερα από δύο μέλη της οικογένειας έχουν διαγνωστεί με ανεύρυσμα», εξηγεί.

Σε περιπτώσεις αυξημένης προδιάθεσης, η μαγνητική αγγειογραφία μπορεί να επαναλαμβάνεται ανά κάποια χρόνια, ενώ ο έλεγχος δεν αφορά τους ανήλικους.

Το ζήτημα του στρες βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης με αφορμή την περίπτωση του υφυπουργού παρά τω πρωθυπουργώ Γιώργου Μυλωνάκη, με πολιτικά πρόσωπα να συνδέουν τη ρήξη ανευρύσματος με την έντονη ψυχολογική πίεση.

ΣΕ ΜΙΑ ΧΩΡΑ ΟΠΟΥ Η ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ, Η ΓΝΩΣΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΧΘΕΙ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΗ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΙΑ.

Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Σάββας Γρηγοριάδης, η σχέση αυτή δεν είναι τόσο απλή. «Δεν υπάρχει παθολογική κατάσταση στην οποία να μην εμπλέκεται το στρες, το βλέπουμε αυτό στην καθημερινή κλινική πρακτική», σημειώνει. Παράλληλα, εξηγεί ότι υπάρχουν μελέτες που το συσχετίζουν με την εμφάνιση και τη ρήξη ανευρυσμάτων, χωρίς όμως να αποτελεί από μόνο του καθοριστικό παράγοντα.

Όπως ξεκαθαρίζει, η συσχέτιση αυτή δεν έχει ενταχθεί στις επίσημες κατευθυντήριες οδηγίες, ενώ ένας από τους πιθανούς μηχανισμούς που μελετώνται είναι η επίδραση του στρες στη φλεγμονή και στα αγγειακά τοιχώματα, τα οποία ενδέχεται να καθίστανται πιο ευάλωτα.

Σήμερα, η Φωτεινή Παπαγεωργίου μιλά για μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή που, όπως λέει, της έδωσε ο Παναγιώτης Παπαναγιώτου και η ομάδα του.

«Είναι σημαντικό να βγαίνουμε μπροστά και να μιλάμε για τέτοια θέματα. Υπάρχει ένα ταμπού στην Ελλάδα γύρω από τις ασθένειες, κακώς. Αν μέσα από τη δική μου ιστορία ευαισθητοποιήσω έστω κι έναν άνθρωπο να αντιδρά πιο άμεσα και να απευθύνεται στους ειδικούς χωρίς καθυστέρηση, θα είναι κέρδος. Σε μια χώρα όπου η ενημέρωση γύρω από ζητήματα δημόσιας υγείας παραμένει περιορισμένη, η γνώση μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική, ακόμη και σωτήρια», καταλήγει.

SLOW MONDAY NEWSLETTER

Θέλεις να αλλάξεις τη ζωή σου; Μπες στη λογική του NOW. SLOW. FLOW.
Κάθε Δευτέρα θα βρίσκεις στο inbox σου ό,τι αξίζει να ανακαλύψεις.