Εικονογράφηση: Χριστίνα Αβδίκου

ΓΙΑΤΙ ΔΙΣΤΑΖΟΥΜΕ ΝΑ ΠΟΥΜΕ «ΝΑ ΕΡΘΩ ΚΙ ΕΓΩ;»

Μπορεί να μοιάζει απλή, σχεδόν παιδική, όμως η φράση «να έρθω κι εγώ;» κρύβει έναν από τους μεγαλύτερους φόβους μας: το ενδεχόμενο της απόρριψης. Οι ειδικοί εξηγούν γιατί διστάζουμε τόσο συχνά να ρωτήσουμε κάτι τέτοιο ακόμα και τους πολύ κοντινούς μας ανθρώπους και γιατί ο φόβος μας αυτός συχνά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Σε ένα ρεαλιστικό σενάριο, μια φίλη σού λέει ότι το Σάββατο θα πάει σε μια συναυλία με μια κοινή σας παρέα. Σου αρέσει το συγκρότημα, δεν έχεις κανονίσει τίποτα άλλο και ξέρεις ότι θα περνούσες υπέροχα. Κι όμως, αντί να πεις «να έρθω κι εγώ;», απαντάς κάτι του τύπου «Α! τέλεια, να περάσετε ωραία».

Το Σαββατόβραδο βρίσκει εσένα στον καναπέ να παρακολουθείς από τα social τη συναυλία, στην οποία κανείς από την παρέα «δεν σε κάλεσε», να τρως delivery και να αναρωτιέσαι εμμονικά πού έχεις φταίξει και οι φίλοι σου δεν επιθυμούν την παρουσία σου, τι έχει πάει λάθος με τη ζωή σου κ.λπ.

Μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, έχεις εξαντλήσει όλες τις πιθανές ερμηνείες για το τι έχει συμβεί, έχεις περιέλθει σε μια γενικότερη κατάσταση θυμού ή/και αυτολύπησης, αλλά στην ουσία απάντηση δεν έχεις πάρει.

Ίσως όλες οι απορίες σου να είχαν λυθεί, εάν απλώς έβρισκες το θάρρος να ρωτήσεις: Να έρθω κι εγώ;

Γιατί φοβόμαστε να ρωτήσουμε εάν μπορούμε να πάμε κάπου, όταν δεν έχουμε προσκληθεί;

Φαίνεται ότι οι περισσότεροι από εμάς έχουμε έναν άγραφο κοινωνικό κανόνα στο κεφάλι μας: αν κάποιος ήθελε πραγματικά να είμαστε μαζί του κάπου, θα μας είχε ήδη καλέσει. Έτσι, επιλέγουμε να μείνουμε σιωπηλοί και δεν τολμάμε να ρωτήσουμε μήπως υπάρχει χώρος και για εμάς, επειδή θεωρούμε ότι η παρουσία μας δεν είναι επιθυμητή, για διάφορους λόγους. Όσο όμως κι αν όλο αυτό ακούγεται λογικό, συχνά, όπως λένε οι ειδικοί, δεν ισχύει.

ΜΗΠΩΣ ΑΝΗΣΥΧΟΥΜΕ ΟΤΙ ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΦΟΡΤΙΚΟΙ, ΕΝΩ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΝΕΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΑΖΙ ΜΑΣ;

Μελέτη που δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 2025 εξέτασε ένα φαινόμενο που οι ερευνητές ονομάζουν «self-invitation hesitation»: το γιατί διστάζουμε να αυτοπροσκληθούμε σε κοινωνικές δραστηριότητες και τι πραγματικά σκέφτονται οι άλλοι γι' αυτό. Tα αποτελέσματα παρουσίασαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Οι συμμετέχοντες που βρίσκονταν στη θέση του ανθρώπου ο οποίος ήθελε να λάβει μέρος σε μια κοινή εμπειρία θεωρούσαν ότι το να αυτοπροσκληθούν θα μπορούσε να ενοχλήσει ή να φέρει σε δύσκολη θέση τους φίλους τους. Όταν όμως οι ερευνητές ρώτησαν τους ίδιους τους ανθρώπους που είχαν διοργανώσει κάτι πώς θα τους φαινόταν, διαπίστωσαν ότι στη συντριπτική πλειοψηφία θα χαίρονταν να τους έχουν μαζί τους, έστω κι αν είχαν παραλείψει να τους ενημερώσουν.

Με απλά λόγια, εμείς μπορεί να  ανησυχούμε ότι θα γίνουμε φορτικοί, ενώ οι άλλοι συχνά δεν έχουν κάποιο συγκεκριμένο πρόβλημα μαζί μας και μάλιστα αναρωτιούνται γιατί δεν τους ζητήσαμε να τους ακολουθήσουμε, αφού το επιθυμούσαμε.

Μήπως οι άλλοι μας συμπαθούν περισσότερο από όσο νομίζουμε;

Για χιλιάδες χρόνια η αποδοχή από το κοινωνικό σύνολο ήταν θέμα επιβίωσης, καθώς το να μείνεις εκτός ομάδας δεν ήταν απλώς άβολο, ήταν κι επικίνδυνο.

Ο εγκέφαλός μας εξακολουθεί με κάποιο τρόπο να λειτουργεί σαν να ζούμε σε εκείνες τις συνθήκες και για τον λόγο αυτό είναι εξαιρετικά ευαίσθητος σε οτιδήποτε παραπέμπει σε κοινωνική απόρριψη.

Μπορεί σήμερα το να μην σε καλέσουν οι φίλοι σου για ποτό να μην είναι ζήτημα ζωής και θανάτου, ωστόσο ο εγκέφαλος φαίνεται ότι δεν κάνει πάντοτε αυτή τη διάκριση και συχνά μας κάνει να αισθανόμαστε ότι οι άλλοι δεν μας συμπαθούν (δεν μας κάλεσαν, άρα δεν μας θέλουν, άρα μας αντιπαθούν), ενώ η πραγματικότητα μπορεί να διαφέρει.

Το 2018, ερευνητές από το Cornell, το Harvard και άλλα πανεπιστήμια, ασχολήθηκαν με το χάσμα ανάμεσα στο πόσο πιστεύουμε ότι μας συμπαθούν οι άλλοι και στο πόσο πραγματικά μας συμπαθούν. Όπως διαπίστωσαν, οι άνθρωποι έπειτα από μια συζήτηση μπορεί συστηματικά να υποτιμούν τη θετική εντύπωση που έχουν αφήσει στους συνομιλητές τους. Με απλά λόγια, οι περισσότεροι είμαστε πιο συμπαθείς απ’ όσο νομίζουμε.

ΕΝΑ ΣΥΧΝΟ ΛΑΘΟΣ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΜΕ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ ΠΩΣ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ ΗΘΕΛΑΝ ΝΑ ΜΑΣ ΚΑΛΕΣΟΥΝ ΜΑ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟΝ ΛΟΓΟ ΔΕΝ ΤΟ ΕΚΑΝΑΝ.

Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι το φαινόμενο εμφανίζεται σε νέες γνωριμίες, σε πρωτοετείς φοιτητές που γνωρίζουν τους συμφοιτητές τους αλλά και σε ανθρώπους που συμμετέχουν σε κοινωνικές ομάδες. Το συμπέρασμα ήταν εντυπωσιακό: οι άλλοι απολαμβάνουν την παρέα μας περισσότερο απ’ όσο πιστεύουμε.

Αυτό εξηγεί γιατί συχνά διστάζουμε να στείλουμε ένα μήνυμα, να ξεκινήσουμε μια συζήτηση ή να πούμε σε μια παρέα: Να έρθω κι εγώ;

Ένα συνηθισμένος φόβος που έχουμε

Οι ειδικοί επισημαίνουν ένα πολύ συνηθισμένο λάθος που κάνουμε κάθε φορά που καταλαβαίνουμε ότι άτομα του περιβάλλοντός μας δεν μας έχουν συμπεριλάβει στα σχέδιά τους: πιστεύουμε ότι οι φίλοι μας σκέφτηκαν να μας καλέσουν κι έπειτα αποφάσισαν να μην το κάνουν. Σαν να έγινε κάποια μυστική ψηφοφορία κατά την οποία το όνομά μας απορρίφθηκε.

«Να έρθω κι εγώ;» Γιατί φοβόμαστε να πούμε αυτή τη φράση;
Εικονογράφηση: Χριστίνα Αβδίκου

Στην πραγματικότητα, όμως, εκτός από τις περιπτώσεις που όντως έχει προκύψει κάποιο πρόβλημα με εμάς και κάποιον από τους οικείους μας, τις υπόλοιπες φορές τα πράγματα δεν είναι τόσο οργανωμένα. Πίσω από μια πρόσκληση που δεν μας έγινε δεν υπάρχει πάντοτε μια θεωρία συνωμοσίας. Κάποιος μπορεί να κανόνισε κάτι τελευταία στιγμή, κάποιος ξέχασε να σε ενημερώσει, κάποιος πίστευε ότι δεν θα είσαι διαθέσιμος κ.λπ.

Η αξία της πρωτοβουλίας για σύνδεση

Τα τελευταία χρόνια, οι επιστήμονες μελετούν εντατικά την επιδημία μοναξιάς που παρατηρείται σε πολλές δυτικές κοινωνίες, ενώ παράλληλα δεκάδες έρευνες έχουν συνδέσει τις ποιοτικές κοινωνικές σχέσεις με υψηλότερα επίπεδα ευτυχίας, καλύτερη ψυχική υγεία και μεγαλύτερη αίσθηση νοήματος στη ζωή.

Αν και οι περισσότεροι άνθρωποι δηλώνουν ότι επιθυμούν περισσότερες κοινωνικές επαφές, συχνά αποφεύγουν τις πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να τις δημιουργήσουν.

Μελέτη του ψυχολόγου Nicholas Epley, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, η οποία δημοσιεύθηκε το 2014 στο American Psychological Association, έδειξε ότι οι άνθρωποι τείνουν να αποφεύγουν ακόμη και τις αυθόρμητες συζητήσεις με αγνώστους στα μέσα μεταφοράς ή σε δημόσιους χώρους, επειδή πιστεύουν ότι θα είναι άβολες ή ανεπιθύμητες. Στην πραγματικότητα, όσοι τόλμησαν να ξεκινήσουν μια συζήτηση ανέφεραν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα ευχαρίστησης και σύνδεσης από όσα περίμεναν.

Πότε να ξεπερνάς τον φόβο και να ρωτάς: Να έρθω κι εγώ;

Για να αποφύγουμε τις γενικεύσεις, που ως γνωστόν συχνά δημιουργούν παρεξηγήσεις, οι συστάσεις των ειδικών και οι προτροπές τους να μη διστάζεις να ρωτάς «να έρθω κι εγώ;» δεν ισχύουν σε κάθε περίπτωση.

Με λίγα λόγια, δεν μπορείς να είσαι «όπου γάμος και χαρά….», ούτε να εμφανίζεσαι φάντης μπαστούνι σε κάθε έξοδο που πέφτει στην αντίληψή σου, κάνοντας τον προαιώνιο κολλητό όλων.

Υπάρχουν σίγουρα περιπτώσεις που ένα πλάνο είναι προσωπικό, οικογενειακό ή απλώς... δεν χωράει άλλους και αυτό, σύμφωνα με τους ειδικούς, είναι κάτι που θα πρέπει να το διακρίνεις εγκαίρως.

Ωστόσο, στις περισσότερες καθημερινές καταστάσεις, μια απλή ερώτηση σπάνια θα προκαλέσει την καταστροφή που φαντάζεσαι. Αντί να γράφεις μόνος σου ένα ολόκληρο σενάριο απόρριψης, δοκίμασε να δώσεις στους άλλους την ευκαιρία να απαντήσουν, με ερωτήσεις όπως:

  • Ακούγεται ωραίο. Χωράει ένας ακόμη;
  • Θα ήθελα να έρθω κι εγώ αν γίνεται.
  • Αν δεν έχετε κάνει συγκεκριμένες κρατήσεις, θα χαρώ να έρθω κι εγώ.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι πιθανότητες να εισπράξεις θετική απάντηση είναι πολύ μεγαλύτερες απ' όσο φαντάζεσαι. Και σίγουρα, είναι προτιμότερο να ακούσεις ένα ευγενικό «δεν γίνεται αυτή τη φορά», παρά να περάσεις ένα ολόκληρο βράδυ κάνοντας υποθέσεις και αναλύοντας σενάρια.

SLOW MONDAY NEWSLETTER

Θέλεις να αλλάξεις τη ζωή σου; Μπες στη λογική του NOW. SLOW. FLOW.
Κάθε Δευτέρα θα βρίσκεις στο inbox σου ό,τι αξίζει να ανακαλύψεις.