ΝΑ ΕΙΣΑΙ Ο ΕΑΥΤΟΣ ΣΟΥ Ή ΜΙΑ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΟΥ;
Ζούμε στην εποχή της διαφορετικότητας, αλλά και της διαρκούς αυτοβελτίωσης. Πώς συμβιβάζεται η αποδοχή του εαυτού μας με την απαίτηση να αλλάζουμε;
Η διαφορετικότητα έχει κατακτήσει μια θέση που για μεγάλο διάστημα δεν είχε στον δημόσιο λόγο. Διαφορετικά σώματα, ταυτότητες, επιθυμίες και επιλογές διεκδικούν ορατότητα και αναγνώριση. Η μετατόπιση αυτή είναι σημαντική, επειδή αμφισβητεί την ιδέα ότι υπάρχει ένας μοναδικός τρόπος να είναι κανείς φυσιολογικός, επιθυμητός ή κοινωνικά αποδεκτός.
Την ίδια στιγμή, όμως, συμβαίνει κάτι φαινομενικά αντιφατικό: το άτομο καλείται περισσότερο από ποτέ να αλλάζει. Να βελτιώσει το σώμα του, να αποκτήσει περισσότερες δεξιότητες, να οργανώσει καλύτερα τον χρόνο του, να εξελίξει την επαγγελματική του ταυτότητα, να φροντίσει την εικόνα του.
Ακόμη και η ψυχική ζωή αποκτά τη δική της γλώσσα βελτιστοποίησης: περισσότερη αυτοπεποίθηση, καλύτερα όρια, μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, αποτελεσματικότερη διαχείριση των συναισθημάτων.
Έτσι, δύο μηνύματα που μοιάζουν αντίθετα συνυπάρχουν στην καθημερινότητά μας: «αποδέξου τον εαυτό σου όπως είναι» και «γίνε η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου».
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην επιθυμία ενός ανθρώπου να αλλάξει. Η αλλαγή αποτελεί μέρος της ζωής και μπορεί να εκφράζει μια απολύτως προσωπική επιθυμία. Το πιο ενδιαφέρον ερώτημα βρίσκεται αλλού: ποιος ορίζει τι σημαίνει «καλύτερη εκδοχή»;
Η εύκολη απάντηση είναι ότι ο καθένας αποφασίζει για τον εαυτό του. Ωστόσο, οι επιλογές μας δεν γεννιούνται σε κοινωνικό κενό. Κάθε εποχή διαθέτει εικόνες για το επιθυμητό σώμα, την επιτυχία, την κοινωνικότητα, τις σχέσεις, ακόμη και για την ευτυχία. Σήμερα διαθέτει επιπλέον έναν τεράστιο μηχανισμό μέσα από τον οποίο αυτές οι εικόνες κυκλοφορούν καθημερινά.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν μας δείχνουν απλώς πώς ζουν οι άλλοι. Μας προσφέρουν αδιάκοπα σημεία σύγκρισης: πώς φαίνονται, πού ταξιδεύουν, πώς εργάζονται, πώς γυμνάζονται, πώς μεγαλώνουν τα παιδιά τους, πώς οργανώνουν τον χρόνο τους. Ακόμη και η διαφορετικότητα μπορεί να αποκτήσει τη δική της αισθητική, το δικό της λεξιλόγιο και τελικά τους δικούς της κανόνες.
Η ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΔΟΚΙΜΑΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΑΠΟΔΟΧΗ ΕΚΕΙΝΟΥ ΠΟΥ ΑΠΟΚΛΙΝΕΙ ΑΠΟ ΕΝΑ ΠΡΟΤΥΠΟ. ΔΟΚΙΜΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΕ ΕΚΕΙΝΟΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΙΘΥΜΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ Η «ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΧΗ» ΠΟΥ Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ.
Εδώ βρίσκεται ένα από τα παράδοξα της εποχής: όσο περισσότερο εξυμνείται η μοναδικότητα, τόσο περισσότερο οι προτεινόμενες εκδοχές της αυτοβελτίωσης τείνουν να μοιάζουν μεταξύ τους. Παρόμοια σώματα, παρόμοιες συνήθειες ευεξίας, παρόμοιοι επαγγελματικοί στόχοι, ακόμη και ένας κοινός τρόπος να μιλάμε για τον εαυτό μας και τις σχέσεις μας. Η διαφορετικότητα αναγνωρίζεται ως αξία, την ίδια στιγμή που παράγονται νέες μορφές ομοιομορφίας.
Η ψυχανάλυση εισάγει σε αυτό το σημείο ένα πιο δύσκολο ερώτημα. Πόσο δικό μας είναι αυτό που επιθυμούμε να γίνουμε; Η επιθυμία δεν συγκροτείται ανεξάρτητα από τον Άλλο. Από πολύ νωρίς μαθαίνουμε να αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας μέσα από λέξεις, προσδοκίες και βλέμματα που υπήρχαν πριν από εμάς. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι επιλογές μας είναι ψεύτικες ή ότι καθορίζονται μηχανικά από την κοινωνία. Σημαίνει ότι το «εγώ το επέλεξα» είναι πιο σύνθετο από όσο ακούγεται.
Κάποιος μπορεί να επιθυμεί να αλλάξει το σώμα του, την εργασία του, τις σχέσεις του ή τον τρόπο ζωής του. Το κρίσιμο όριο εμφανίζεται όταν η δυνατότητα της αλλαγής μετατρέπεται σιωπηρά σε υποχρέωση. Όταν το «μπορώ να αλλάξω» γίνεται «οφείλω να βελτιωθώ».
Τότε ακόμη και η αποδοχή κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια ακόμη απαίτηση. Πρέπει να αγαπάς το σώμα σου, να έχεις συμφιλιωθεί με τον εαυτό σου, να γνωρίζεις τι θέλεις, να θέτεις σωστά τα όριά σου. Ακόμη και η σχέση με τον εαυτό μπορεί να γίνει ένα ατελείωτο έργο προς ολοκλήρωση. Η αποδοχή, αντί να σημαίνει τη δυνατότητα να υπάρχει κανείς χωρίς να οφείλει διαρκώς να διορθώνεται, κινδυνεύει να γίνει ένας ακόμη στόχος που πρέπει να επιτευχθεί.
Το πραγματικό δίλημμα, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να αποδεχτούμε τον εαυτό μας ή να τον αλλάξουμε. Η ελευθερία περιλαμβάνει και τις δύο δυνατότητες.
Το δυσκολότερο είναι να αναγνωρίσουμε πόσο συχνά ανάμεσα σε εμάς και σε αυτό που θεωρούμε προσωπική επιλογή παρεμβάλλονται οι προσδοκίες, τα πρότυπα και το βλέμμα των άλλων. Γιατί η διαφορετικότητα δεν δοκιμάζεται μόνο στην αποδοχή εκείνου που αποκλίνει από ένα πρότυπο. Δοκιμάζεται και απέναντι σε εκείνον που δεν επιθυμεί να γίνει η «καλύτερη εκδοχή» που η εποχή του προτείνει.
Ο Θεόδωρος Παξινός είναι Ψυχολόγος MSc – Ψυχοθεραπευτής.