«ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ»: ΟΙ ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΕΣ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΜΙΛΟΥΝ ΣΤΟ OW
Μία έκθεση στη Σάμο εξετάζει τι σημαίνει να «ξεθάβεις» το παρελθόν σήμερα και επιχειρεί να δείξει ότι η αρχαιότητα δεν ανήκει στο παρελθόν, αλλά πάει χέρι χέρι με τον παρόν. Οι επιμελήτριές της, Κατερίνα Γρέγου και η Ιόλη Τζανετάκη, μας εισάγουν στον μαγικό της κόσμο.
Η αρχαιότητα στην Ελλάδα δεν είναι ποτέ πραγματικά «παρελθόν». Συνυπάρχει με την καθημερινότητα, μοιράζεται τον ίδιο χώρο με τις σύγχρονες υποδομές, διεκδικεί συνεχώς μια θέση στο πώς κατασκευάζουμε ταυτότητα, μνήμη, εξουσία. Από αυτή την παραδοχή ξεκινά η ομαδική έκθεση «Θραύσματα και Ορίζοντες», που ανοίγει τις πύλες της στο Art Space Pythagorion στη Σάμο, φιλοξενούμενη από το Ίδρυμα Schwarz.
Δώδεκα καλλιτεχνικές φωνές από την Ελλάδα και το εξωτερικό –ανάμεσά τους οι Rosella Biscotti, Navine G. Dossos, Hadjithomas & Joreige, Chris Marker και Alain Resnais– καταπιάνονται με το θραυσματικό, το ημιτελές, το ανασκαμμένο, αρνούμενες να δουν την κλασική αρχαιολογία ως παγιωμένο κανόνα κάλλους. Την αντιμετωπίζουν, αντίθετα, ως πεδίο ανοιχτό, ρευστό, πολιτικό.
Την επιμέλεια της έκθεσης υπογράφουν η Κατερίνα Γρέγου και η Ιόλη Τζανετάκη, σε μια συνεργασία που σηματοδοτεί επίσης κάτι ιδιαίτερο: τη συμπλήρωση δέκα χρόνων από τότε που η Κατερίνα Γρέγου ανέλαβε την επιμέλεια του Προγράμματος Εικαστικών του Ιδρύματος Schwarz. Μια δεκαετία που έχει φέρει στο Πυθαγόρειο μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές της διεθνούς σύγχρονης τέχνης, χτίζοντας σταδιακά έναν θεσμό αναφοράς για το ελληνικό καλοκαίρι.
Μιλήσαμε, λοιπόν, με τις δύο επιμελήτριες για το πώς γεννήθηκε η ιδέα της έκθεσης, για τη σχέση σύγχρονης τέχνης και αρχαιολογικής έρευνας, αλλά και για το πώς μύθοι και αρχέτυπα –η Αφροδίτη, ο Απόλλωνας, η Μέδουσα– ξαναγράφονται σήμερα μέσα από queer, φεμινιστικές και μετααποικιοκρατικές ματιές.
9 ερωτήσεις για την έκθεση «Θραύσματα και Ορίζοντες»
– Η έκθεση εξετάζει το τι σημαίνει να «ξεθάβεις» το παρελθόν σήμερα. Πόσο συνειδητά παίξατε με αυτή τη διπλή σημασία της λέξης: από τη μία η αρχαιολογική ανασκαφή και από την άλλη η επεξεργασία τραυμάτων ή σιωπών;
Ναι, ήταν μια σύνδεση που μας ενδιέφερε, αν και όχι αποκλειστικά με την έννοια του τραύματος. Η αρχαιολογική ανασκαφή δεν αφορά μόνο την αποκάλυψη όσων βρίσκονται κάτω από το έδαφος, αλλά και την ερμηνεία τους. Με αυτή την έννοια, το «ξεθάβω» μπορεί να σημαίνει την επανεξέταση ιστοριών, εμπειριών ή καθιερωμένων αφηγήσεων. Δεν πρόκειται μόνο για όσα έχουν αποσιωπηθεί, αλλά για τον τρόπο με τον οποίο κάθε εποχή επιστρέφει στο παρελθόν, θέτοντας νέα ερωτήματα.
Αυτό είναι εμφανές σε διάφορα έργα της έκθεσης. Για παράδειγμα οι Joana Hadjithomas και Khalil Joreige, στο έργο τους που παρουσιάζεται στην έκθεση, διερευνούν τα ίχνη που αφήνει η ιστορία και τους τρόπους με τους οποίους επιχειρούμε να ανασυνθέσουμε όσα έχουν χαθεί ή παραμένουν αθέατα. Το ενδιαφέρον τους εστιάζει λιγότερο στο τι συνέβη και περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε, ερμηνεύουμε και αφηγούμαστε το παρελθόν σήμερα.
Αυτός είναι, για εμάς, και ο βασικός άξονας της έκθεσης. Δεν μας ενδιέφερε να «ξεθάψουμε» μόνο μια κρυμμένη αλήθεια, αλλά να δείξουμε ότι κάθε επιστροφή στο παρελθόν είναι ταυτόχρονα μια πράξη επιλογής και ερμηνείας που μας επιτρέπει να δούμε διαφορετικά τόσο το παρελθόν όσο και το παρόν.
Η ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΣΚΑΦΗ ΔΕΝ ΑΦΟΡΑ ΜΟΝΟ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΣΩΝ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΕΔΑΦΟΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥΣ. ΤΟ «ΞΕΘΑΒΩ» ΛΟΙΠΟΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ ΙΣΤΟΡΙΩΝ, ΕΜΠΕΙΡΙΩΝ Ή ΚΑΘΙΕΡΩΜΕΝΩΝ ΑΦΗΓΗΣΕΩΝ.
– Υποστηρίζετε ότι η αρχαιότητα στην Ελλάδα δεν είναι κάτι μακρινό, αλλά συνυπάρχει με την καθημερινότητα. Τι σημαίνει αυτό;
Στην Ελλάδα, η αρχαιότητα μπορεί να είναι μακρινή χρονικά, αλλά είναι πολύ κοντά μας σε καθημερινή βάση, καθώς είναι συχνά ανάμεσά μας και αποτελεί μέρος της συλλογικής μας συνείδησης. Δεν περιορίζεται στους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία. Είναι μέρος της καθημερινής εμπειρίας. Τα αρχαία συνυπάρχουν με τις σύγχρονες πόλεις και τις καθημερινές μας διαδρομές· τα συναντά κανείς στον δρόμο προς τη δουλειά, στις πλατείες ή κατά τη διάρκεια μιας ανασκαφής για την ανέγερση ενός νέου κτιρίου.
Με αυτή την έννοια, τα αντικείμενα και θραύσματα αυτά δεν αποτελούν απλώς μνημεία ενός περασμένου κόσμου· συνυπάρχουν με το παρόν και συμμετέχουν στη διαμόρφωση του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον τόπο, τον χρόνο και τον ίδιο μας τον εαυτό.
Ταυτόχρονα, η αρχαιότητα έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση της νεότερης ελληνικής ταυτότητας. Η σχέση αυτή, όμως, δεν είναι ούτε αυτονόητη ούτε αμετάβλητη. Κάθε εποχή επαναπροσδιορίζει τι σημαίνει η αρχαία κληρονομιά, ποιες όψεις της αναδεικνύει και πώς αυτές συνομιλούν με τα ερωτήματα του παρόντος. Η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι κάτι που απλώς παραλαμβάνουμε από το παρελθόν· ανανεώνεται διαρκώς μέσα από τον τρόπο που τη βιώνουμε, τη χρησιμοποιούμε και της αποδίδουμε νόημα στο παρόν.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί να αναδείξει και η έκθεση. Οι καλλιτέχνες δεν προσεγγίζουν την αρχαιότητα ως ένα κλειστό κεφάλαιο της ιστορίας ή ως ένα σύνολο αδιαμφισβήτητων συμβόλων, αλλά ως κάτι ζωντανό, που εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της καθημερινής μας εμπειρίας/συνείδησης και να αποκτά νέα νοήματα μέσα από το παρόν.
– Η έκθεση προτείνει ότι το ατελές και το θραυσματικό είναι πιο γόνιμα από το πλήρες. Υπάρχει κάποιο έργο στην έκθεση που νομίζετε πως αποτυπώνει αυτή την ιδέα με τον πιο απρόσμενο τρόπο;
Όχι απαραιτήτως. Το ατελές και το πλήρες προσφέρουν διαφορετικού τύπου αναγνώσεις. Εμείς απλά εστιάζουμε στην σημειολογία τους ατελούς. Θα ήταν δύσκολο να ξεχωρίσουμε ένα μόνο έργο, γιατί η έννοια του θραύσματος διατρέχει την έκθεση με πολύ διαφορετικούς τρόπους. Αν έπρεπε, όμως, να αναφέρουμε δύο παραδείγματα, θα επιλέγαμε το έργο της Rossella Biscotti και εκείνα του Πάνου Προφήτη, γιατί προσεγγίζουν αυτή την ιδέα από εντελώς διαφορετικές αφετηρίες.
Η Rossella Biscotti, στο έργο The City (2018), παρακολουθεί την ανασκαφή του νεολιθικού οικισμού του Çatalhöyük (νεολιθικός οικισμός της Μικράς Ασίας), όχι για να αφηγηθεί την ιστορία ενός αρχαίου τόπου, αλλά για να εξετάσει πώς συγκροτείται η αρχαιολογική γνώση. Εστιάζει στην ίδια τη διαδικασία της αρχαιολογικής έρευνας, δείχνοντας ότι η γνώση για το παρελθόν δεν προκύπτει απλώς από την ανακάλυψη των ευρημάτων, αλλά διαμορφώνεται μέσα από ερμηνείες, συνεργασίες και συνεχή αναθεώρηση. Έτσι, το θραύσμα δεν αντιμετωπίζεται ως κάτι ελλιπές, αλλά ως αφετηρία για νέες αναγνώσεις.
Από την άλλη, ο Πάνος Προφήτης, χρησιμοποιεί το θραύσμα ως μια αυτόνομη μορφή. Οι γλυπτικές του μορφές παραπέμπουν ταυτόχρονα σε αρχαία γλυπτά, βιομηχανικά αντικείμενα και φαντασιακές μορφές, χωρίς να επιχειρούν ποτέ την αποκατάσταση ενός αρχικού συνόλου. Το θραύσμα αποκτά αυτονομία και γίνεται η αφετηρία για νέες συνδέσεις ανάμεσα στην αρχαιότητα, τη σύγχρονη τεχνολογία και τη μυθοπλασία.
Νομίζω ότι τα παραπάνω έργα αποτυπώνουν και κάτι ευρύτερο που διατρέχει ολόκληρη την έκθεση: Το θραύσμα δεν έχει αξία επειδή μας παραπέμπει σε ένα χαμένο σύνολο, αλλά επειδή αφήνει χώρο για νέες ερμηνείες, νέες συνδέσεις και νέους τρόπους να σκεφτούμε τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον.
– Μύθοι, όπως αυτός της Μέδουσας, διαβάζονται στο πλαίσιο της έκθεσης μέσα από queer και φεμινιστικές προσεγγίσεις. Τι σημαίνει αυτό για τη σύγχρονη αντίληψη πάνω στην ομορφιά, την εξουσία, την κοινότητα;
Οι μύθοι δεν είναι ποτέ στατικοί ή «κλειστοί». Η δύναμή τους βρίσκεται ακριβώς στο ότι κάθε εποχή επιστρέφει σε αυτούς και τους επανερμηνεύει μέσα από τα δικά της ερωτήματα και τις δικές της εμπειρίες. Οι queer και οι φεμινιστικές προσεγγίσεις αποτελούν μέρος αυτής της διαδικασίας, καθώς μας καλούν να δούμε τους μύθους από οπτικές που για αιώνες παρέμεναν στο περιθώριο. Αυτό που μας δείχνουν αυτές οι αναγνώσεις είναι ότι οι μύθοι δεν μιλούν μόνο για το παρελθόν· αποκαλύπτουν και τις αξίες κάθε εποχής. Ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύουμε σήμερα τη Μέδουσα ή άλλες μυθολογικές μορφές αντανακλά τις αξίες, τις ιεραρχίες και τις κοινωνικές αντιλήψεις της δικής μας εποχής.
Θεωρούμε ουσιαστικό ότι αυτές οι αναγνώσεις δεν φιλοδοξούν να δώσουν μια νέα «οριστική» εκδοχή του μύθου. Αντίθετα, μας υπενθυμίζουν ότι η αρχαιότητα δεν είναι ένα κλειστό σώμα γνώσης, αλλά ένα ζωντανό πολιτισμικό πεδίο που παραμένει ανοιχτό σε νέες προσεγγίσεις και διαφορετικές εμπειρίες. Ίσως αυτή ακριβώς η δυνατότητα διαρκούς επανερμηνείας είναι που διατηρεί τους μύθους ζωντανούς μέχρι σήμερα.
«Η ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΤΑΙ ΩΣ ΕΝΑ ΚΛΕΙΣΤΟ ΚΑΙ ΑΔΙΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ, ΕΝΩ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΕΝΑ ΠΕΔΙΟ ΔΙΑΡΚΟΥΣ ΕΡΕΥΝΑΣ, ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΕΠΑΝΕΡΜΗΝΕΙΑΣ».
– Πολλοί καλλιτέχνες στην έκθεση δουλεύουν με ψηφιακή σάρωση, προβολή, 3D εκτύπωση. Πώς αλλάζει η έννοια της «αυθεντικότητας» ενός αρχαίου αντικειμένου όταν αναπαράγεται ψηφιακά;
Οι ψηφιακές τεχνολογίες μετατοπίζουν τη συζήτηση γύρω από την αυθεντικότητα. Για εμάς, όμως, το πιο ενδιαφέρον ερώτημα δεν είναι αν ένα ψηφιακό αντίγραφο μπορεί να αντικαταστήσει το πρωτότυπο, αλλά πώς μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε, μελετούμε και μοιραζόμαστε την πολιτιστική κληρονομιά.
Αυτό είναι κάτι που διερευνά πολύ εύστοχα το έργο The Archive of Grigoris Antoniou (2024) των Θεοπίστης Στυλιανού-Lambert και Αλεξίας Αχιλλέως. Συνδυάζοντας ιστορική έρευνα, τεχνητή νοημοσύνη και μυθοπλαστική αφήγηση, το έργο δεν χρησιμοποιεί τις ψηφιακές τεχνολογίες απλώς για να αναπαραγάγει το παρελθόν, αλλά για να αναδείξει όσα έχουν αποσιωπηθεί από τις κυρίαρχες ιστορικές αφηγήσεις. Με αυτόν τον τρόπο, θέτει υπό αμφισβήτηση όχι μόνο την αυθεντικότητα του αντιγράφου, αλλά και την αυθεντία του ίδιου του αρχείου ως φορέα αντικειμενικής γνώσης.
Η αυθεντικότητα, επομένως, δεν είναι μια σταθερή ή αυτονόητη ιδιότητα των αντικειμένων, αλλά κάτι που διαμορφώνεται μέσα από τις πολιτισμικές, κοινωνικές και τεχνολογικές συνθήκες κάθε εποχής. Παράλληλα, οι ψηφιακές τεχνολογίες δεν είναι ποτέ ουδέτερα εργαλεία. Τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης εκπαιδεύονται πάνω σε δεδομένα και αρχεία που ενσωματώνουν ήδη συγκεκριμένες ιστορικές οπτικές και προκαταλήψεις. Αυτό σημαίνει ότι, εκτός από τις νέες δυνατότητες που προσφέρουν, μας καλούν να επανεξετάσουμε πώς διαμορφώνονται οι κυρίαρχες αφηγήσεις για το παρελθόν, ποιοι αποκτούν ορατότητα μέσα στα αρχεία και ποιοι εξακολουθούν να παραμένουν αόρατοι.
– Η έκθεση αμφισβητεί τις πρακτικές ταξινόμησης και παρουσίασης των μουσείων. Ως επιμελήτριες με πολυετή θητεία σε θεσμούς, πού θεωρείτε ότι βρίσκεται σήμερα το μεγαλύτερο «τυφλό σημείο» των ελληνικών μουσείων όσον αφορά την αρχαιότητα;
Τα τελευταία χρόνια πολλά ελληνικά μουσεία έχουν κάνει σημαντικά βήματα προς πιο ανοιχτές και πολυφωνικές προσεγγίσεις της αρχαιότητας. Αν έπρεπε, ωστόσο, να εντοπίσουμε ένα «τυφλό σημείο», θα λέγαμε ότι αφορά λιγότερο τα ίδια τα αντικείμενα και περισσότερο τις αφηγήσεις που τα περιβάλλουν. Πολύ συχνά η αρχαιότητα εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως ένα κλειστό και αδιαμφισβήτητο κεφάλαιο του παρελθόντος, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί ένα πεδίο διαρκούς έρευνας, διαλόγου και επανερμηνείας.
Παράλληλα, η αρχαιότητα δεν μπορεί πλέον να συζητείται ανεξάρτητα από την ιστορία της αρχαιολογίας, την κοινωνικοπολιτική ιστορία, την αποικιοκρατία, τον τρόπο με τον οποίο αξιοποιήθηκε για τη διαμόρφωση εθνικών ταυτοτήτων, αλλά και τις σύγχρονες συζητήσεις γύρω από την προέλευση των συλλογών και τον επαναπατρισμό πολιτιστικών αγαθών. Τα μουσεία έχουν σήμερα την ευθύνη να αναδεικνύουν όχι μόνο όσα γνωρίζουμε, αλλά και τα κενά, τις αβεβαιότητες και τις διαφορετικές οπτικές που συνοδεύουν κάθε αφήγηση για το παρελθόν.
Αυτό είναι κάτι που επιχειρεί και η έκθεσή μας. Δεν αντιμετωπίζει την αρχαιότητα ως ένα στατικό σύνολο αντικειμένων προς θαυμασμό, αλλά ως ένα ζωντανό πεδίο σκέψης που συνομιλεί με σύγχρονα ζητήματα και μας καλεί να αναστοχαστούμε όχι μόνο το παρελθόν, αλλά και τους τρόπους με τους οποίους το αφηγούμαστε στο παρόν.
– Φέτος συμπληρώνετε 10 χρόνια επιμέλειας στο Πρόγραμμα Εικαστικών του Ιδρύματος Schwarz. Κοιτώντας πίσω, πώς έχει αλλάξει ο τρόπος που η ελληνική σύγχρονη τέχνη διαπραγματεύεται την κλασική κληρονομιά μέσα σ’ αυτή τη δεκαετία;
Κοιτάζοντας πίσω στα δέκα αυτά χρόνια, αυτό που μας έχει κάνει εντύπωση είναι ότι έχει αλλάξει ουσιαστικά ο τρόπος με τον οποίο οι σύγχρονοι καλλιτέχνες προσεγγίζουν την κλασική κληρονομιά. Και αυτή η αλλαγή δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά μια ευρύτερη διεθνή μετατόπιση. Θα λέγαμε ότι σήμερα οι καλλιτέχνες ενδιαφέρονται λιγότερο για το τι είναι η αρχαιότητα και περισσότερο για το πώς διαμορφώνονται οι αφηγήσεις και η γνώση γύρω από αυτήν.
Πριν ορισμένα χρόνια, η αρχαιότητα εμφανιζόταν συχνά μέσα από μύθους, εμβληματικές μορφές ή γνωστά ιστορικά σύμβολα. Σήμερα, βλέπουμε όλο και περισσότερους καλλιτέχνες να ενδιαφέρονται όχι τόσο για την αναπαράστασή της όσο για τους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους συγκροτείται και νοηματοδοτείται η γνώση γύρω από αυτήν: την αρχαιολογία, το αρχείο, την ανασκαφή, τη διακίνηση των αντικειμένων, αλλά και τις αποσιωπήσεις και τις πολλαπλές ιστορίες που αυτά φέρουν.
Ταυτόχρονα, έχει μεταβληθεί και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ίδια την κλασική κληρονομιά. Δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ένα αυτάρκες ή αποκλειστικά εθνικό παρελθόν, αλλά ως αποτέλεσμα συνεχών πολιτισμικών ανταλλαγών, μετακινήσεων και αλληλεπιδράσεων.
Παράλληλα, έχουν έρθει στο προσκήνιο συζητήσεις γύρω από την αποικιοκρατία, την προέλευση των αρχαιοτήτων, τον επαναπατρισμό πολιτιστικών αγαθών και τις δομές εξουσίας που διαμόρφωσαν τις μεγάλες μουσειακές συλλογές. Όλα αυτά έχουν επηρεάσει βαθιά και την καλλιτεχνική πρακτική. Η αρχαιότητα δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μια ουδέτερη ή αυτονόητη κληρονομιά, αλλά ως ένα ζωντανό πεδίο διαλόγου, όπου εξακολουθούν να τίθενται κρίσιμα ιστορικά, πολιτικά και ηθικά ερωτήματα.
«ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΜΑΚΡΙΝΟ Ή ΑΠΟΚΟΜΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΝΑ ΣΥΝΟΜΙΛΕΙ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΒΟΗΘΑ ΝΑ ΤΟ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ».
– Αν έπρεπε να διαλέξετε ένα «θραύσμα» (κυριολεκτικό ή μεταφορικό) που σας ακολουθεί ως επιμελήτριες, ποιο θα ήταν και γιατί;
Αυτό που μας ακολουθεί περισσότερο δεν είναι ένα συγκεκριμένο θραύσμα, αλλά η ίδια η ιδέα του θραύσματος ως τρόπου σκέψης. Η επιμέλεια, άλλωστε, ξεκινά σχεδόν πάντα από αποσπασματικές πληροφορίες, εικόνες, αφηγήσεις ή αντικείμενα που δεν συνθέτουν εξαρχής μια ολοκληρωμένη ιστορία. Το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς στη διαδικασία σύνδεσής τους, μέσα από την οποία αναδύονται νέες αφηγήσεις και δυνατότητες ερμηνείας.
Αυτό που βρίσκουμε ιδιαίτερα γόνιμο στην επιμελητική διαδικασία είναι ότι οι ίδιοι οι καλλιτέχνες μάς οδηγούν διαρκώς σε πεδία που ίσως δεν είχαμε προηγουμένως φανταστεί. Κάθε συνεργασία αποτελεί μια πρόσκληση να αμφισβητήσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε ένα θέμα. Συχνά, η έρευνά τους αποκαλύπτει συνδέσεις και οπτικές που δεν είχαμε σκεφτεί, διευρύνοντας όχι μόνο την ανάγνωση ενός θέματος, αλλά και για τον κόσμο γύρω μας.
– Τι ελπίζετε να πάρει μαζί του ο επισκέπτης φεύγοντας από τη Σάμο;
Η έκθεση δεν προτείνει μια νοσταλγική επιστροφή στο παρελθόν. Αντίθετα, φιλοδοξεί να δείξει ότι η αρχαιότητα δεν είναι κάτι δεδομένο ή οριστικά διαμορφωμένο, αλλά ένα πεδίο που αποκτά διαρκώς νέα νοήματα μέσα από τα ερωτήματα που της θέτουμε στο παρόν. Ελπίζουμε ότι οι επισκέπτες θα φύγουν έχοντας την αίσθηση ότι το παρελθόν δεν είναι κάτι μακρινό ή αποκομμένο από τη ζωή μας, αλλά κάτι που εξακολουθεί να συνομιλεί με το παρόν και να μας βοηθά να το κατανοήσουμε.
Ελπίζουμε επίσης ότι η εμπειρία της έκθεσης θα αλλάξει, έστω και λίγο, τον τρόπο με τον οποίο θα κοιτάξουν το τοπίο της Σάμου. Το νησί δεν αποτελεί απλώς τον τόπο όπου φιλοξενείται η έκθεση· είναι ενεργό μέρος της αφήγησής της. Εδώ η γεωλογία, η ιστορία, η μυθολογία και η σύγχρονη ζωή συνυπάρχουν με έναν ιδιαίτερα πυκνό τρόπο. Αν κάποιος αναχωρήσει παρατηρώντας αυτό το τοπίο με μεγαλύτερη προσοχή και περιέργεια, αντιλαμβανόμενος ότι κάθε τόπος αποτελείται από πολλαπλές χρονικότητες και ιστορίες που εξακολουθούν να διαμορφώνουν το παρόν, τότε θα πιστεύουμε ότι η έκθεση θα έχει πετύχει κάτι ουσιαστικό.
Η έκθεση «Θραύσματα και Ορίζοντες» φιλοξενείται στο Art Space Pythagorion, στο Λιμάνι Πυθαγορείου στη Σάμο. Διάρκεια έκθεσης: 3 Ιουλίου έως 2 Οκτωβρίου 2026. Ώρες λειτουργίας: Καθημερινά 10:00-13:00 και 19:00-24:00.