ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΑΚΟΗ ΜΑΣ ΟΤΑΝ ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΡΟ
Είμαστε φτιαγμένοι για να ακούμε ό,τι είναι να ακούσουμε στην ξηρά, όπου ο ήχος ταξιδεύει και μπαίνει στα αυτιά μας με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Κάτω από το νερό, τα δεδομένα αλλάζουν άρδην.
Υποθέτω πως ξέρεις ότι με τα χρόνια –και ανάλογα με το πόσο έχεις ταλαιπωρήσει τα αυτιά σου με ακουστικά ή πολλές ώρες σε χώρους με πολύ δυνατή μουσική– χάνεις ποσοστό της ακοής σου. Μπορείς να τσεκάρεις την κατάστασή σου μέσω ειδικής εξέτασης, στην οποία θα σε βάλουν σε ένα booth με μόνωση και θα πατάς ένα κουμπί κάθε φορά που ακούς κάποιον ήχο. Τα ηχητικά ερεθίσματα δίνονται σε διαφορετικές συχνότητες που απαιτούν την απόλυτη προσοχή σου.
Ακόμα κι αν διατηρείς το 100% της ακοής σου, μέσα στο νερό η συγκεκριμένη αίσθηση λειτουργεί πολύ διαφορετικά. Όχι γιατί σε αυτήν τη συνθήκη γίνεται πιο αδύναμος ο ήχος, αλλά επειδή γίνεται πιο αδύναμο το αυτί σου.
Κάποια βασικά πράγματα για την ακοή
Η ανθρώπινη ακοή είναι προσαρμοσμένη ώστε να πιάνει τους ήχους που ταξιδεύουν μέσω του αέρα προς τα ακουστικά μας κανάλια. Για την ακρίβεια, αντιλαμβάνεται τις ταλαντώσεις του αέρα, τουτέστιν τα ακουστικά κύματα που γίνονται πληροφορία όταν περάσουν από το έξω ους στο μέσο και μετά στο έσω.
Ο έξω ακουστικός πόρος μεταδίδει τα ακουστικά κύματα προς την τυμπανική μεμβράνη. Ο μέσος ους μεταφέρει και ενισχύει τις μηχανικές δονήσεις προς τα υγρά του έσω αυτιού. Το έσω αυτί παράγει ηλεκτρικά σήματα, τα οποία διά του ακουστικού νεύρου μεταδίδονται στον εγκέφαλο και γίνεται η αποκωδικοποίησή τους.
Αν στα είπα πολλά, κράτα πως το τύμπανο και τα οστάρια του μέσου ωτός λειτουργούν σαν μηχανικός μετασχηματιστής που μεταφέρει τον ήχο από τον αέρα στο υγρό του έσω αυτιού (βλ. κοχλίας).
Τι συμβαίνει στα αυτιά μας μέσα στο νερό
Όπως έγραψαν σε άρθρο τους στο Conversation τρεις ερευνητές βιολογικών επιστημών, όταν είμαστε μέσα στο νερό, «που έχει παρόμοια πυκνότητα με τα οστά μας, ο ήχος ταξιδεύει πολύ πιο γρήγορα και πιο μακριά από ό,τι στον αέρα. Για την ακρίβεια, τέσσερις φορές πιο γρήγορα. Έτσι, ταξιδεύει μέσω των μυών και των οστών απευθείας στο εσωτερικό αυτί, παρακάμπτοντας το μέσο αυτί. Αυτή η ακουστική συντόμευση σημαίνει ότι τα μέσα αυτιά μας δεν μπορούν να φιλτράρουν τους περιττούς ήχους, θολώνοντας το σήμα».
Δεν βοηθά επίσης το γεγονός ότι το εξωτερικό αυτί είναι γεμάτο νερό, ως εκ τούτου δεν μπορεί να εστιάσει και να ενισχύσει ήχους οι οποίοι μπαίνουν απευθείας στο κρανίο και τους ιστούς.
Στη στεριά, ο ήχος φτάνει σχεδόν ταυτόχρονα και στα δυο μας αυτιά και ο εγκέφαλός μας βασίζεται στην απειροελάχιστη διαφορά του χρόνου για να καταλάβει αν ήρθε από αριστερά ή δεξιά.
Στο νερό, η χρονική διαφορά άφιξης του ήχου στα δύο αυτιά γίνεται τόσο μικρή ώστε ο εγκέφαλος δυσκολεύεται να την αξιοποιήσει. Έτσι, δεν μπορούμε να εντοπίσουμε από πού έρχεται ο ήχος.
Το θηλαστικό που ακούει το ίδιο μέσα και έξω από το νερό
Ό,τι συμβαίνει σε εμάς συμβαίνει και σε όλα τα άλλα θηλαστικά, πλην ενός: της φώκιας, που έχει αμφίβια ακοή. Τρισδιάστατες σαρώσεις που έγιναν σε εκπροσώπους του είδους αποκάλυψαν πως μέσα στα αυτιά τους υπάρχει σπηλαιώδης ιστός.
«Πρόκειται για τύπο ιστού που είναι σπογγώδης και περιέχει πολλά αιμοφόρα αγγεία. Στα αυτιά της φώκιας, ο ιστός αυτός γεμίζει με αίμα και διαστέλλεται στην κατάδυση του ζώου, επιτρέποντας να εξισορροπήσει την πίεση του αέρα μέσα στα αυτιά του.
»Είναι σημαντικό ότι το αίμα έχει παρόμοια πυκνότητα με το νερό και μπορεί να εκπληρώσει μια δεύτερη λειτουργία: να μεταφέρει υποβρύχιους ήχους στο μέσο αυτί της φώκιας. Ως αποτέλεσμα, οι υποβρύχιοι ήχοι που ταξιδεύουν μέσω του σπηλαιώδους ιστού χάνουν λιγότερο από 1% του ηχητικού σήματος, σε αντίθεση με το 99% αν το αυτί ήταν ακόμα γεμάτο με αέρα».
Διαπιστώθηκε επίοσης ότι αρχικά οι σαρκοφάγες φώκιες άκουγαν μόνο μέσα στον αέρα, αλλά εξελικτικοί λόγοι οδήγησαν στην αμφίβια ακοή πριν από 26 εκατομμύρια χρόνια. Σήμερα μπορούν ακόμη και να μάθουν να παράγουν νέους ήχους μέσω φωνητικής μίμησης.
Η μοναδική αυτή δυνατότητα τις έχει τοποθετήσει στην πρώτη γραμμή της έρευνας ως προς την εξέλιξη της ομιλίας.