ΤΙ ΚΡΥΒΕΤΑΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΜΑΣ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ
Το ότι οι περισσότεροι από εμάς θέλουμε να μας θυμούνται μετά θάνατον οφείλεται σε διάφορους παράγοντες που συμβάλλουν σε σημαντικά οφέλη για την ψυχική μας υγεία.
Στην τελευταία μας επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο, πήραμε με τη μικρή μου κόρη ένα βιβλίο-λεύκωμα για τον μπαμπά της. Σε αυτό καλούνταν να απαντήσει γραπτώς σε ερωτήσεις σχετικά με τα παιδικά, εφηβικά και νεανικά του χρόνια – ερωτήσεις που του έδιναν την ευκαιρία να αποκαλύψει πτυχές που ίσως τα παιδιά μας δεν γνώριζαν μέχρι σήμερα, όπως π.χ. «ποιο ήταν το αγαπημένο σου παιχνίδι όταν ήσουν στο Δημοτικό;» Ή «πήρες ποτέ αποβολή στο Γυμνάσιο;». Το βιβλίο αυτό το είχε για καιρό στο κομοδίνο του και δεν το άγγιζε, σε βαθμό που η κόρη μας άρχισε να ενοχλείται. Εγώ πάλι δεν παραξενεύτηκα – δεν ήταν ποτέ ο τύπος που μιλά εύκολα για το παρελθόν ή για τα συναισθήματά του.
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των διακοπών, που είχαμε παραπάνω ελεύθερο χρόνο, κάπως τον «στριμώξαμε»: ένα απόγευμα πήρα το βιβλίο, άρχισα να διαβάζω φωναχτά τις ερωτήσεις και, όταν κατάλαβε πως το βιβλίο αυτό θα δώσει στα παιδιά μας μια ακόμα αφορμή να τον θυμούνται, πήρε ένα στιλό και ξεκίνησε να απαντά.
Το να αφήνει κανείς «απομνημονεύματα» είναι κάτι που συνηθίζεται σε μεγάλες ηλικίες, όταν ο χρόνος μοιάζει να «πιέζει». Ωστόσο, δεν είναι λίγοι οι ακαδημαϊκοί που μας καλούν να ξεκινάμε τη διαδικασία αυτή νωρίτερα. Μάλιστα, υπάρχουν έρευνες που λένε πως η έμφυτη τάση που έχουμε οι άνθρωποι να κληροδοτήσουμε κάτι από εμάς στις επόμενες γενιές μπορεί να αποκαλύψει νέους τρόπους βελτίωσης της ψυχικής μας υγείας.
ΣΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΤΟ ΝΑ ΑΦΗΝΟΥΝ ΜΙΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΣΤΙΣ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΓΕΝΙΕΣ ΔΙΝΕΙ ΝΟΗΜΑ ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥΣ.
«Όλοι, με κάποιον τρόπο, αφήνουμε ένα κληροδότημα: μπορεί να είναι ένα περιουσιακό στοιχείο, ένα έργο τέχνης, ένα κείμενο. Ορισμένοι ερευνητές, μάλιστα, έχουν διαχωρίσει την κληρονομιά σε τρεις βασικές κατηγορίες που αλληλοεπικαλύπτονται: τη βιολογική κληρονομιά, την οποία αφήνουμε πίσω μας μέσω του σώματος και του γενετικού μας υλικού· την υλική κληρονομιά, που αντιπροσωπεύεται από τον πλούτο και τα αποκτήματά μας· και την κληρονομιά των αξιών μας, όπως η πίστη, ο πολιτισμός και η παράδοση», λέει σε άρθρο η Beth Hunter, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Bowling Green State University (Οχάιο, ΗΠΑ) και ειδική σε θέματα κληρονομιάς ατόμων που επιβίωσαν από τον καρκίνο.
Η βιολογική κληρονομιά
Η πιο προφανής βιολογική κληρονομιά είναι η απόκτηση παιδιών, ωστόσο υπάρχει ένας ακόμα τρόπος να αφήσεις το DNA: κληροδοτώντας το σώμα σου. Μπορείς να γίνεις εθελοντής δωρητής οργάνων ή ακόμα και να δωρίσεις ολόκληρο το σώμα σου στην επιστήμη, για να χρησιμοποιηθεί σε εργαστήρια των Ιατρικών Σχολών. Μελέτη που έγινε σε περισσότερους από 100 εγγεγραμένους για δωρεά σώματος στο Βέλγιο έδειξε ότι άνω του 57% αυτών είχαν έντονη την επιθυμία προσφοράς στην επιστήμη. Άλλα κίνητρα ήταν ο αλτρουισμός και η ευγνωμοσύνη για την ιατρική φροντίδα. Ωστόσο, παρουσιάζει ενδιαφέρον το γεγονός ότι το 16% των ατόμων δήλωσε πως κίνητρό του ήταν να δώσει νόημα στον θάνατό του.
Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΣΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΤΑΔΙΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΙΩΣΕΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΧΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ.
Βάσει αυτού του σκεπτικού, σε ορισμένα νοσοκομεία και μεγάλα ιατρικά κέντρα ανά τον κόσμο εφαρμόζονται προγράμματα παρηγορητικής φροντίδας για ασθενείς που βρίσκονται στα τελευταία στάδια της νόσου του και για τις οικογένειές τους τα οποία προσφέρουν «κληροδοτικές δραστηριότητες». Το παιδιατρικό νοσοκομείο Mount Sinai Kravis Children’s Hospital στη Νέα Υόρκη, για παράδειγμα, έχει ένα δημιουργικό τμήμα που βοηθά τα παιδιά να δημιουργήσουν ηχογραφήσεις και να κατασκευάσουν αναμνηστικά αντικείμενα. Το Liverpool Hospital στην Αυστραλία έχει ένα πρόγραμμα που μετατρέπει τις ιστορίες ζωής των ασθενών σε εξατομικευμένα έργα τέχνης. Στο Calvary Hospital της Νέας Υόρκης οι ασθενείς έχουν τη δυνατότητα να αφηγηθούν και να καταγράψουν την ιστορία τους, αλλά και να κατασκευάσουν έργα που θα γίνουν οικογενειακά κειμήλια. Έρευνα που έχει γίνει σε τέτοιους ασθενείς έδειξε ότι οι δραστηριότητες αυτές μπορεί να μειώσουν την κατάθλιψη και το άγχος του θανάτου.
Η κληρονομιά των αξιών
Η κληροδότηση περιουσίας, πολύτιμων αντικειμένων, ακόμα και τα φιλανθρωπικά κληροδοτήματα αποτελούν τους δημοφιλέστερους τρόπους να αφήνει κανείς στις επόμενες γενιές υλικά αγαθά, ενώ τα οικογενειακά κειμήλια, όπως τα προσωπικά αντικείμενα, οι φωτογραφίες και τα ημερολόγια, είναι τα πιο σίγουρα μέσα για να σε θυμούνται. Έρευνες δείχνουν, όμως, ότι αυτό που οι άνθρωποι επιθυμούν περισσότερο είναι να κληροδοτήσουν αξίες και πεποιθήσεις, όπως π.χ. η σημασία της προσφοράς στους άλλους.
Έρευνα που έγινε σε γυναίκες διαφόρων ηλικιών και καταστάσεων υγείας έδειξε ότι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τις ενδιέφερε να μεταδώσουν στις επόμενες γενιές τις εμπειρίες και τις αξίες τους. Και το επιδίωκαν δίνοντας το καλό παράδειγμα μέσω της συμπεριφοράς τους, της πνευματικότητας και συγκεκριμένων ενεργειών, όπως η καταγραφή και η ηχογράφηση των ιστοριών τους, ενίοτε υπό τη μορφή αυτοβιογραφίας.
ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΠΙΘΥΜΟΥΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΣΟΥΝ ΑΞΙΕΣ ΚΑΙ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΙΣ.
Η κληροδότηση τέτοιων αξιών φαίνεται ότι έχει διάφορα οφέλη: Άτομα άνω των 65 που κλήθηκαν να συντάξουν ένα έγγραφο στο οποίο κατέγραφαν διάφορες «συμβουλές ζωής» προς τους απογόνους τους δήλωσαν αργότερα πως αυτό τους βοήθησε να βρουν γαλήνη, να αποδεχτούν το παρελθόν και να μεταδώσουν όσα θεωρούσαν σημαντικά. Και αυτό, όπως είπαν, έδωσε ακόμα μεγαλύτερο νόημα στην πορεία της ζωής τους. Όπως σχολίασε ένας από τους συμμετέχοντες, «η διαδικασία αυτή σου υπενθυμίζει τι έχεις ξεπεράσει, ποια εμπόδια αντιμετώπισες και με ποιον τρόπο – ποιες φιλοσοφίες, δηλαδή, σε βοήθησαν».
Γιατί, λοιπόν, σου κάνει καλό το να θες να σε θυμούνται;
Την απάντηση σε αυτό αναζητούν οι επιστήμονες τουλάχιστον από το 1950 και μετά, όταν ο Γερμανός ψυχαναλυτής Erik Erikson χρησιμοποίησε τον όρο «παραγωγικότητα» για να περιγράψει το έβδομο στάδιο της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης, το οποίο αφορά τη μέση ηλικία (περίπου 40 έως 65 ετών), κατά το οποίο το άτομο ενδιαφέρεται για την ευημερία των άλλων – ιδίως των επόμενων γενεών. Ο Erikson διαπίστωσε πως αν κανείς αποτύχει να την «κατακτήσει», αυτό μπορεί να επηρεάσει τη μετέπειτα ζωή αλλά και την υγεία του. Παραγωγικότητα μπορεί να είναι η ανατροφή και η φροντίδα παιδιών, η παραγωγή έργου και η καθοδήγηση νεότερων συναδέλφων, ακόμα και η εθελοντική δράση και η συμμετοχή στα κοινά.
Η ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΣΕ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ.
Άλλοι επιστήμονες, όπως η Kimberly Wade-Benzoni, καθηγήτρια Διοίκησης και Οργανωσιακής Συμπεριφοράς στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων Fuqua του Πανεπιστημίου Duke, στη Βόρεια Καρολίνα, αναφέρουν κάτι ακόμα: η ανάγκη να σε θυμούνται οφείλεται και στον φόβο του θανάτου. «Ο θάνατος βρίσκεται στον πυρήνα της ψυχολογίας του κινήτρου για δημιουργία κληρονομιάς. Όταν κάτι μας υπενθυμίζει τον θάνατο, συνειδητοποιούμε ότι δεν θέλουμε να πεθάνουμε, αλλά να ζήσουμε. Και με αυτή τη σκέψη έρχεται κι η επιθυμία να ζήσουμε με νόημα – να έχουμε στο τέλος αυτής της διαδρομής μια ωραία ιστορία να πούμε. Εξάλλου, οι περισσότεροι τοποθετούμε τον εαυτό μας σε ρόλο πρωταγωνιστή-ήρωα της ιστορίας μας. Και ξέρουμε πως το ηθικό μήνυμα αυτής θα μεταβιβαστεί στο κοινό μας. Στην επόμενη γενιά».
Βέβαια, σημειώνει η ίδια, αυτό την ίδια ώρα δείχνει πόσο μας ενδιαφέρει η γνώμη των άλλων – δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από αυτήν ούτε μετά θάνατον. «Αποτελεί και αυτό απόδειξη της ανθρώπινης ανάγκης για σύνδεση, καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Η σύνδεση αυτή βελτιώνει την υγεία μας και αποτελεί καθοριστική πηγή ευτυχίας. Επομένως, το να θέλουμε να μας θυμόμαστε αποτελεί και μια τεχνητή προέκταση της ανάγκης μας να αγαπιόμαστε και να ανήκουμε κάπου».
Το πώς τελικά θα μας θυμούνται μετά θάνατον δεν είναι απόλυτα στο χέρι μας να το ελέγξουμε – οι κληρονόμοι μας είναι αυτοί που θα αποφασίσουν. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως δεν έχει νόημα να φροντίσουμε όσο είμαστε εν ζωή η κληρονομιά αυτή να έχει κάποια αξία. Το να έχουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας το κληροδότημά μας βοηθά να παίρνουμε αποφάσεις που ευθυγραμμίζονται περισσότερο με το αποτύπωμα που θέλουμε να αφήσουμε πίσω μας. Μας δίνει ένα κίνητρο να είμαστε καλύτεροι άνθρωποι και την ευκαιρία μιας «συμβολικής αθανασίας» – τη δυνατότητα, δηλαδή, να συνεχίσουμε να υπάρχουμε στο μέλλον ακόμα κι αν δεν είμαστε εκεί με τη φυσική παρουσία μας.