iStock

10 ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΓΝΩΣΤΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΑΥΞΑΝΟΥΝ ΤΟΝ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΟ ΚΙΝΔΥΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Νέα ελληνική ανασκόπηση αναδεικνύει λιγότερο γνωστούς παράγοντες κινδύνου για την καρδιά, από τον κακό ύπνο έως την ατμοσφαιρική ρύπανση.

Υπέρταση, χοληστερόλη, κάπνισμα και παχυσαρκία είναι γνωστοί παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, οι Τέσσερις Καβαλάρηδες που προμηνύουν προβλήματα για την καρδιά. Υπάρχουν όμως και άλλες παράμετροι που σπάνια λαμβάνουμε υπ' όψιν, παρά τα αυξανόμενα στοιχεία το πώς και πόσο επιβαρύνουν το καρδιαγγειακό σύστημα. Μάλιστα, το αποτύπωμά τους αρχίζει να υπολογίζεται και στον ελληνικό πληθυσμό.

Στο Hellenic Journal of Cardiology, δημοσιεύτηκε ανασκόπηση από καρδιολόγους-ερευνητές των Νοσοκομείων «Ευαγγελισμός» και «Η Ελπίς», με επικεφαλής και επιστημονικά υπεύθυνο τον καρδιολόγο Γιώργο Μίχα, η οποία καταγράφει μια σειρά από λιγότερο γνωστούς παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, από τον ύπνο και τη χρόνια φλεγμονή έως την ατμοσφαιρική ρύπανση, την ψυχική υγεία και τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Σύμφωνα με τους ίδιους, η πορεία της χώρας καθιστά αναγκαία τη ματιά στο ευρύτερο κάδρο.

Η Ελλάδα έχει περάσει από τις χώρες χαμηλού καρδιαγγειακού κινδύνου στην κατηγορία του μέτριου. Παρότι η αναλογία θανάτων από καρδιαγγειακά, αν εξαιρέσουμε τη γήρανση του πληθυσμού, μειώθηκε κατά περίπου 37% στους άνδρες και 48% στις γυναίκες μεταξύ 2001 και 2020, η  βελτίωση προήλθε αποκλειστικά από τους ανθρώπους 65 ετών και άνω. Όπως επισημαίνει η μελέτη, στους νεότερους ενήλικες και μεσήλικες οι σημαντικοί παράγοντες κινδύνου εξακολουθούν να μην αντιμετωπίζονται επαρκώς.

10 λιγότερο γνωστοί παράγοντες που αυξάνουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο στην Ελλάδα
Η Ελλάδα έχει περάσει από τις χώρες χαμηλού καρδιαγγειακού κινδύνου στην κατηγορία του μέτριου. iStock
Η Ελλάδα έχει περάσει από τις χώρες χαμηλού καρδιαγγειακού κινδύνου στην κατηγορία του μέτριου.

Το γνωστό υπόβαθρο παραμένει

Οι παραδοσιακοί παράγοντες εξακολουθούν να έχουν ισχυρό αντίκτυπο. Η υπέρταση αφορά περίπου το 25-40% των ενηλίκων, ενώ το ποσοστό της αδιάγνωστης υπέρτασης αυξήθηκε από 21,3% το 2019 σε 27,5% το 2022, εξέλιξη που συνδέεται και με τις επιπτώσεις της πανδημίας στην πρόληψη και χρήση των υπηρεσιών υγείας. Αντίστοιχα, το 20-50% των ενηλίκων έχει δυσλιπιδαιμία, ενώ μόλις το 27,9% των ασθενών που πέρασαν οξύ στεφανιαίο σύνδρομο πετυχαίνει έναν χρόνο αργότερα τον στόχο για LDL («κακή» χοληστερόλη) κάτω από 55 mg/dL.

Περίπου 1 στους 3 ενήλικες (32%) είναι παχύσαρκος όπως και σχεδόν 1 στα 9 παιδιά (11,6%), από τα υψηλότερα επίπεδα παιδικής παχυσαρκίας στην Ευρώπη. Παράλληλα, 12-25% του πληθυσμού έχει προδιαβήτη και πάνω από 10% διαβήτη, με αρκετές περιπτώσεις να παραμένουν αδιάγνωστες.

Ο τρόπος ζωής φαίνεται να μη βοηθά. Ένα 30-40% του πληθυσμού εξακολουθεί να καπνίζει, ενώ η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ κατατάσσει την Ελλάδα μεταξύ των δέκα πρώτων χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας. Επιπλέον, το 68% των ενηλίκων δεν ασκείται ποτέ και μόλις το 28,3% ακολουθεί πιστά τη μεσογειακή διατροφή.

Οι αναδυόμενοι παράγοντες στο «κάδρο» της καρδιαγγειακής φροντίδας

Η ανασκόπηση εστιάζει στους αναδυόμενους παράγοντες της καρδιαγγειακής νόσου, που «αναγνωρίζονται όλο και περισσότερο ως κλινικά σημαντικοί συντελεστές της καρδιαγγειακής επιβάρυνσης».

10 λιγότερο γνωστοί παράγοντες που αυξάνουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο στην Ελλάδα
H χρόνια νεφρική νόσος, η οποία αφορά περίπου το 10-15% του πληθυσμού, αποτελεί αναδυόμενο παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου. iStock
H χρόνια νεφρική νόσος, η οποία αφορά περίπου το 10-15% του πληθυσμού, αποτελεί αναδυόμενο παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου.

Βιολογικοί και μεταβολικοί παράγοντες

Πλάι στους συνήθεις δείκτες υγείας, η ανασκόπηση αναγνωρίζει ως επιβαρυντικό παράγοντα τη λιποπρωτεΐνη(a) [Lp(a)], λιποπρωτεΐνη με ισχυρό γενετικό υπόβαθρο και ιδιαίτερα αθηρογόνο δράση, η οποία μπορεί να αυξήσει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο ανεξάρτητα από την LDL. Η μέτρησή της έχει πλέον ενταχθεί και στο εθνικό πρόγραμμα πρόληψης «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ».

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η χρόνια φλεγμονή, η οποία αναγνωρίζεται ως ανεξάρτητος παράγοντας καρδιαγγειακού κινδύνου. Εν προκειμένω, η ανασκόπηση σημειώνει ότι η ελληνική μελέτη ATTICA ανέπτυξε τον δείκτη ImmActScore, ο οποίος μπορεί να βελτιώσει την εκτίμηση του κινδύνου πέρα από τα καθιερωμένα εργαλεία.

Ένας ακόμα παράγοντας κινδύνου είναι η ηπατική νόσος που σχετίζεται με μεταβολική δυσλειτουργία (MASLD), που εντοπίζεται στο 17,3% των ενηλίκων και συνδέεται με αυξημένο καρδιομεταβολικό κίνδυνο. Αντίστοιχα, η χρόνια νεφρική νόσος, η οποία αφορά περίπου το 10-15% του πληθυσμού, φαίνεται να υποτιμάται ως προς τη συμμετοχή της στα καρδιαγγειακά προβλήματα.

Αναπνευστικό και ύπνος

Η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), περίπου στο 8,4-10,6% των ενηλίκων άνω των 35-40 ετών, συνδέεται με δύο έως πέντε φορές υψηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν υπάρχουν συννοσηρότητες. Στην Κρήτη, σχεδόν 8 στους 10 ασθενείς με ΧΑΠ έχουν τουλάχιστον δύο ακόμη συνοδά νοσήματα.

10 λιγότερο γνωστοί παράγοντες που αυξάνουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο στην Ελλάδα
Η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) συνδέεται με δύο έως πέντε φορές υψηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου. iStock
Η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) συνδέεται με δύο έως πέντε φορές υψηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η αποφρακτική υπνική άπνοια, η οποία συνδέεται με υπέρταση, αρρυθμίες και διαβήτη. Ο ίδιος ο ύπνος φαίνεται να αποτελεί ανεξάρτητη παράμετρο καρδιαγγειακού κινδύνου. Ελληνικές μελέτες δείχνουν ότι λιγότερες από έξι ώρες ύπνου τη νύχτα, η αϋπνία και η κακή ποιότητα ύπνου συνδέονται με σχεδόν τριπλάσιες πιθανότητες καρδιαγγειακής νόσου.

Λοιμώξεις, εμβολιασμός και στοματική υγεία

Ως αναπόσπαστο κομμάτι της καρδιαγγειακής υγείας θα πρέπει να λογίζονται οι λοιμώξεις. Η γρίπη και η COVID-19 μπορούν να προκαλέσουν οξεία φλεγμονή και θρόμβωση, αυξάνοντας παροδικά τον κίνδυνο εμφράγματος ή εγκεφαλικού. Για τον λόγο αυτό, οι συγγραφείς την ανασκόπησης υπογραμμίζουν τον εμβολιασμό ως έναν ακόμη πυλώνα της καρδιαγγειακής πρόληψης, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι η εμβολιαστική κάλυψη στην Ελλάδα παραμένει χαμηλή.

Στην ίδια ευρύτερη εικόνα εντάσσεται και η στοματική υγεία. Η περιοδοντίτιδα, μέσω της χρόνιας συστηματικής φλεγμονής που προκαλεί, μπορεί να συνδέεται με την αθηροσκλήρωση και επομένως με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Ψυχική υγεία και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες

Η κατάθλιψη και το άγχος αναγνωρίζονται ολοένα περισσότερο ως παράγοντες αύξησης του καρδιαγγειακού κινδύνου, ενώ και η κοινωνική απομόνωση, μέσω της έλλειψης κοινωνικών δεσμών, συνδέεται με χειρότερη καρδιαγγειακή υγεία.

Έπειτα, οι οικονομικές δυσκολίες φαίνεται πως επιβαρύνουν την καρδιά, επηρεάζοντας τη διατροφή, την πρόσβαση στην περίθαλψη και τη σωματική δραστηριότητα. Χαρακτηριστικά, η μακρά οικονομική κρίση στην Ελλάδα συνδέθηκε με αύξηση της κατάθλιψης και επιδείνωση καρδιομεταβολικών δεικτών. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η ενεργειακή φτώχεια, δηλαδή η αδυναμία επαρκούς θέρμανσης της κατοικίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που εξετάζει η ανασκόπηση, έχει συσχετιστεί με το 1-2,7% των ετήσιων θανάτων στη χώρα.

10 λιγότερο γνωστοί παράγοντες που αυξάνουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο στην Ελλάδα
H ενεργειακή φτώχεια έχει συσχετιστεί με το 1-2,7% των ετήσιων θανάτων στη χώρα. iStock
H ενεργειακή φτώχεια έχει συσχετιστεί με το 1-2,7% των ετήσιων θανάτων στη χώρα.

Περιβάλλον

Η ατμοσφαιρική ρύπανση έχει συνδεθεί με αυξημένη καρδιαγγειακή θνησιμότητα σε μελέτες από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, με τους ερευνητές να εξετάζουν την επίδραση ρύπων όπως τα αιωρούμενα σωματίδια PM10, το όζον και το διοξείδιο του αζώτου.

Σε σχέση με τη θερμοκρασία, η ανασκόπηση σημειώνει πως τα κύματα καύσωνα έχουν συνδεθεί με αύξηση της καρδιαγγειακής θνησιμότητας κατά 20-35% στην Αθήνα, ενώ αυξημένος κίνδυνος έχει καταγραφεί και σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, κάτω από περίπου 6°C. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει εύρημα από τις πυρκαγιές του 2021 στην Αθήνα, σύμφωνα με το οποίο κάθε αύξηση κατά 1 μg/m³ στα λεπτόκοκκα σωματίδια PM2.5 συνδέθηκε με αύξηση κατά 2,1 mmHg της συστολικής αρτηριακής πίεσης σε ασθενείς με ελεγχόμενη υπέρταση.

Τι πρέπει να αλλάξει στην πρόληψη

Για τους συγγραφείς, το επόμενο βήμα στην καρδιαγγειακή πρόληψη στην Ελλάδα είναι να διευρυνθεί η αξιολόγηση πέρα από τους παραδοσιακούς παράγοντες κινδύνου. Η ενσωμάτωση νέων παραμέτρων θα πρέπει να γίνεται «με βάση το προφίλ του ασθενούς και όχι καθολικά», ώστε να εντοπίζονται καλύτερα οι παράγοντες που μπορούν να τροποποιηθούν και να βελτιώνεται η εκτίμηση του υπολειπόμενου καρδιαγγειακού κινδύνου.

Η παραπάνω κατεύθυνση έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται και σε επίπεδο δημόσιας υγείας. Το εθνικό πρόγραμμα πρόληψης «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» προβλέπει τον έλεγχο 5,5 εκατομμυρίων πολιτών για Lp(a) και νεφρική λειτουργία, παράλληλα με τους κλασικούς παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου. Οι ερευνητές θεωρούν επίσης σημαντική την ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας, την καλύτερη διασύνδεση των ειδικοτήτων και τη χρήση των ηλεκτρονικών συστημάτων υγείας και της τηλεϊατρικής για την παρακολούθηση των παραγόντων κινδύνου, ιδιαίτερα σε περιοχές με δυσκολότερη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας.

Ωστόσο, σημειώνουν στην κατακλείδα της ανασκόπησης, «οι κλινικές και συστημικές παρεμβάσεις θα πρέπει να υποστηριχθούν από στοχευμένες περιβαλλοντικές και κοινωνικές πολιτικές, με στόχο τη μείωση της ρύπανσης και την αντιμετώπιση των κοινωνικοοικονομικών εμποδίων στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και στην υιοθέτηση της μεσογειακής διατροφής. Συνολικά, τα μέτρα αυτά μπορούν να συμβάλουν στη διαμόρφωση ενός πιο ολιστικού, δίκαιου και προσανατολισμένου στην πρόληψη μοντέλου καρδιαγγειακής φροντίδας στην Ελλάδα».