ΤΟ «ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΡΟΒΛΗΜΑ» ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΥΕΛΙΞΙΑ, ΕΙΝΑΙ ΒΑΡΟΣ
Γιατί το «δεν έχω πρόβλημα» δεν είναι πάντα ένδειξη ευελιξίας; Δες πώς μπορεί να επιβαρύνει τους άλλους και τι να λες αντί γι’ αυτό.
Υπάρχουν διάφορα πράγματα που προσπαθώ να διαχειριστώ στις συναναστροφές μου με άλλους ανθρώπους, ώστε να αποφεύγω τυχόν προβλήματα και άρα το περιττό ξόδεμα ενέργειας και χρόνου. Κυρίως, παραμερίζω το εγώ μου και προχωράω εν ειρήνη.
Υπάρχουν, ωστόσο, κάποιες συνθήκες που με αποδιοργανώνουν. Μια είναι το «δεν έχω πρόβλημα» (εναλλακτικά υπάρχει και ως «ό,τι θες εσύ»), όταν κανονίζουμε με κάποιον μια έξοδο, κάθε φορά που κανονίζουμε. Μια, δυο, τρεις, κάπου, κάπως πρέπει να μπει ένα όριο, αφού προηγουμένως κατανοηθεί το φαινόμενο.
Για αρχή, το «δεν έχω πρόβλημα» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είμαστε ευέλικτοι ή καλόβολοι. Αν ήμασταν, θα εκφράζαμε μια άποψη.
Για παράδειγμα, κανονίζετε να πάτε για φαγητό με φίλους. Σας ρωτούν: «Προτιμάς κινέζικο ή ιταλικό;» Ένας καλόβολος άνθρωπος δεν θέλει να δημιουργεί θέματα και να ταλαιπωρεί τους άλλους, σωστά; Άρα, θα διάλεγε κάτι. Επιλέγοντας να μην επιλέξουμε, αφήνουμε τους άλλους να επωμίζονται όλο το βάρος, με συνέπεια να αποκτούν εκείνοι πρόβλημα.
Από πού πηγάζει το «δεν έχω πρόβλημα»
Ψυχολόγοι έχουν εξηγήσει ότι οι φαν του «δεν έχω πρόβλημα» δεν είναι απαραίτητα τεμπέληδες ή αδιάφοροι. Μπορεί να επιδιώκουν με αυτόν τον τρόπο να αποφύγουν αχρείαστες συγκρούσεις ή το ενδεχόμενο να στενοχωρήσουν κάποιον.
Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που έμαθαν να καταφεύγουν σε αυτήν την τακτική προκειμένου να μη γίνονται στόχοι κριτικής ή απόρριψης. Έπειτα από χρόνια καταπίεσης, μπορεί όντως να μην ξέρουν πια τι θέλουν.
Μια τρίτη κατηγορία ανθρώπων που «δεν έχουν πρόβλημα» είναι εκείνοι που νιώθουν εξαντλημένοι από τις καθημερινές μικροαποφάσεις που παίρνουν και τους αφορούν (τις οποίες δηλαδή πρέπει να πάρουν, δεν έχουν άλλη επιλογή) και αφήνουν ό,τι μπορούν σε άλλους.
Η συνέχεια του «δεν έχω πρόβλημα»
Σύμφωνα με μελέτες, το «δεν έχω πρόβλημα» σε κοινές αποφάσεις αφενός κάνει την απόφαση για τους άλλους πιο δύσκολη, καθώς υποθέτουν πως κρύβουμε την πραγματική μας προτίμηση και μοιραία, τους υποχρεώνουμε να μαντέψουν. Αφετέρου, οδηγεί σε επιλογές που δεν ικανοποιούν τελικά κανέναν, με τους άλλους να επιδιώκουν να συμβιβάσουν την προτίμησή τους με την υποτιθέμενη δική μας.
Λέμε μια φορά «δεν έχω πρόβλημα», το λέμε δύο, τρεις και τελικά αυτό το καζάνι δεν έχει πάτο, με τον άλλον να πρέπει πάντα να ασχοληθεί με τις επιλογές που προτείνει και, τελικά, να επωμίζεται το βάρος τους.
Από φορά σε φορά, συσσωρεύονται η κόπωση, η απογοήτευση και η δυσαρέσκεια. Έτσι, ενώ δεν θέλουμε να δημιουργήσουμε πρόβλημα (γι’ αυτό και «δεν έχουμε πρόβλημα»), το δημιουργούμε.
Eιδικοί επί των σχέσεων έχουν συνδέσει τη συνθήκη στο Vice ακόμη και με το «weaponized incompetence», δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με μια παθητική μεταβίβαση της ευθύνης της απόφασης στον άλλον.
Δεν είναι κάτι κακόβουλο, αλλά στην πράξη αφήνουμε τους άλλους να κάνουν όλη τη δουλειά.
Τι λένε οι πραγματικά καλόβολοι άνθρωποι
Όλοι έχουμε τα θέματά μας, οπότε η αλληλοκατανόηση γίνεται το εφαλτήριο για την όποια υγιή κοινωνική σχέση.
Το δεύτερο βήμα για εκείνους που ενδιαφέρονται να είναι συνεργατικοί (καλόβολοι και ευέλικτοι) είναι να δίνουν κάποια κατεύθυνση. Αντί δηλαδή του «δεν έχω πρόβλημα», λένε «είμαι ΟΚ και με τα δύο, αλλά θα μου άρεσε λίγο περισσότερο κάτι πιο χαλαρό/κάτι πιο φθηνό/πιο κοντά» κ.λπ.
Είναι χρήσιμο να θυμόμαστε πώς, όταν κάτι δεν μας αρέσει, είναι καλό να το λέμε και να προτείνουμε εναλλακτική. Κατά συνέπεια, αν το νιώθετε, λέτε και ένα «μήπως να δοκιμάζαμε αυτό;» εξηγώντας τον λόγο.
Πάντα βάζουμε ερωτηματικό, αφού από το «ό,τι να ’ναι» δεν περνάμε στο άλλο άκρο, του «αποφασίζω και διατάζω».