ΜΗΠΩΣ ΤΟ ΠΙΟ ΙΣΧΥΡΟ «ΦΑΡΜΑΚΟ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΗΔΗ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΜΑΣ;
Εκατοντάδες πλέον κλινικές μελέτες επιβεβαιώνουν πως η άσκηση μπορεί να λειτουργήσει ως φάρμακο κατά της κατάθλιψης. Γιατί λοιπόν δεν «συνταγογραφείται»;
Αν είσαι από τους ανθρώπους που κάνουν συστηματικά γυμναστική εδώ και χρόνια, πιθανότατα παρατηρείς πως όταν αναγκάζεσαι να απέχεις από αυτήν για μεγάλο διάστημα, όπως για παράδειγμα το καλοκαίρι, που το γυμναστήριο μπορεί να κλείνει έναν μήνα για διακοπές, η ψυχολογία σου αρχίζει να επηρεάζεται.
Δεν είναι παράλογο: η άσκηση πλημμυρίζει τον οργανισμό με τις ορμόνες «της χαράς» (ενδορφίνες και ντοπαμίνη) και με αναβολικές ορμόνες (που βοηθούν στην αποκατάσταση των μυών), ενώ μειώνει τις ορμόνες του στρες (π.χ. την κορτιζόλη). Η επίδραση αυτών των ορμονών μπορεί να διαρκέσει από λίγα λεπτά έως και 24ωρα.
Τι σημαίνει η άσκηση για την ψυχολογία μας;
Είναι πλέον επιστημονικά αποδεδειγμένο, με εκατοντάδες κλινικές δοκιμές, ότι αυτή η «ορμονική καταιγίδα» μετά την άσκηση έχει άμεσο και βαθύ αντίκτυπο στην ψυχολογία μας. Για την ακρίβεια, η άσκηση μεταβάλλει τη χημεία του εγκεφάλου με τρόπο παρόμοιο με κάποιες ψυχολογικές ή φαρμακευτικές παρεμβάσεις – γι’ αυτό και θεωρείται ένα από τα ισχυρότερα φυσικά αντικαταθλιπτικά. Συγκεκριμένα, χάρη στις ορμόνες «της χαράς»:
- Μειώνεται άμεσα το άγχος και το στρες.
- Δημιουργείται μέσα μας το λεγόμενο αίσθημα «ευφορίας του δρομέα».
- Τονώνεται η αυτοπεποίθηση και η αυτοεκτίμησή μας.
- Αποκτάμε περισσότερη πνευματική διαύγεια και συγκέντρωση.
- Βελτιώνεται μακροπρόθεσμα η συναισθηματική μας σταθερότητα.
Γνωρίζοντας από πρώτο χέρι όλα τα παραπάνω, ο ψυχίατρος Nicholas Fabiano, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Οτάβα, έγραψε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο, στο οποίο αναρωτιέται: Γιατί δεν χρησιμοποιούμε την άσκηση ως φάρμακο κατά της κατάθλιψης;
Αφορμή στάθηκε και η προσωπική του εμπειρία: Όταν, λόγω κατάγματος, αναγκάστηκε να διακόψει τη γυμναστική, στράφηκε στην ψυχοθεραπεία για να αποκομίσει τα οφέλη που μέχρι τότε του πρόσφερε η άσκηση.
Η ΑΣΚΗΣΗ ΜΕΤΑΒΑΛΛΕΙ ΤΗ ΧΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΜΕ ΤΡΟΠΟ ΠΑΡΟΜΟΙΟ ΜΕ ΚΑΠΟΙΕΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ Ή ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ.
«Τα άτομα με κατάθλιψη αντιμετωπίζουν επίσης αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης άλλων προβλημάτων υγείας, όπως η παχυσαρκία, ο διαβήτης και οι καρδιοπάθειες», γράφει. «Ωστόσο, η καθιερωμένη προσέγγισή μας –φαρμακευτική αγωγή, ψυχοθεραπεία ή συνδυασμός τους– αφήνει ποσοστό έως και 30-50% των ασθενών χωρίς ουσιαστική βελτίωση και ελάχιστα συμβάλλει στην αντιμετώπιση αυτών των σωματικών συνοδών παθήσεων. Γι' αυτόν τον λόγο, πιο ολιστικές επιλογές και ιδιαίτερα η σωματική άσκηση αξίζουν σοβαρής εξέτασης».
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι αμέτρητες κλινικές δοκιμές που έχουν γίνει μέχρι σήμερα δείχνουν ότι η άσκηση μπορεί να μειώσει σημαντικά τα συμπτώματα της κατάθλιψης. Συγκεκριμένα, για ήπιες έως μέτριες περιπτώσεις, η επίδραση της άσκησης μπορεί να συγκριθεί με αυτή της φαρμακευτικής παρέμβασης ή της ψυχοθεραπείας. Όταν συνδυάζεται με αυτές τις θεραπείες, τα αποτελέσματα είναι ακόμα πιο εμφανή. Στον γενικό πληθυσμό, ακόμα και μία με δύο φορές άσκησης την εβδομάδα μπορεί να συνδεθεί με 18% μικρότερο κίνδυνο εμφάνισης κατάθλιψης.
Το ποσοστό δεν είναι τεράστιο και σίγουρα δεν ανταποκρίνεται στις υπερβολές που κατά καιρούς γράφονται, ότι π.χ. «η άσκηση είναι 1,5 φορές πιο αποτελεσματική από την ψυχοθεραπεία ή τη φαρμακευτική θεραπεία». Μπορεί, όμως, να πει κανείς με ασφάλεια ότι τα οφέλη της είναι παρόμοια.
Πώς να μην είναι αφού, πέρα από την ορμονική αναδιοργάνωση, «η άσκηση ενισχύει και τη νευροπλαστικότητα του εγκεφάλου αυξάνοντας τα επίπεδα του εγκεφαλικού νευροτροφικού παράγοντα (BDNF) –γεγονός που υποστηρίζει την ανάπτυξη νέων νευρώνων στον ιππόκαμπο– ενώ παράλληλα μειώνει τη χρόνια φλεγμονή που μπορεί να βλάψει τους νευρώνες», συμπληρώνει ο Fabiano. Και καταλήγει ότι συνδυαστικά, όλες αυτές οι βιολογικές, ψυχικές και κοινωνικές αλλαγές δημιουργούν ένα πιο ανθεκτικό εγκεφαλικό περιβάλλον, καθιστώντας λιγότερο πιθανό να εγκατασταθεί ή να επιμείνει η κατάθλιψη.
Γιατί δεν «συνταγογραφείται» η άσκηση κατά της κατάθλιψης;
Η άσκηση συνιστάται ως θεραπεία πρώτης γραμμής για την ήπια κατάθλιψη από τις κύριες κατευθυντήριες γραμμές διάφορων επιστημονικών φορέων, ωστόσο πρόσφατη δημοσκόπηση έδειξε πως το 92% των επαγγελματιών ψυχικής υγείας δεν έχει λάβει κάποια σχετική εκπαίδευση, ενώ το 41% αυτών δήλωσε πως δεν την συνιστά ποτέ στους ασθενείς.
Υπάρχει, λοιπόν, μια σαφής έλλειψη σύνδεσης ανάμεσα στα στοιχεία, στις κατευθυντήριες γραμμές και στην κλινική πρακτική. Όπως χαρακτηριστικά λέει ο Fabiano, «φαντάσου να κάθεσαι απέναντι από τον ψυχίατρό σου μετά τη διάγνωση της κατάθλιψης. Αν σου χορηγήσει κάποιο φάρμακο, θα σου πει επίσης πόση δόση να παίρνεις, για πόσο καιρό, τι παρενέργειες να προσέξεις κ.λ.π. Όμως, μια αόριστη συμβουλή, του τύπου "κάνε γυμναστική", δεν αρκεί. Η άσκηση δικαιούται τον ίδιο τρόπο σκέψης και δομής που δίνουμε στη φαρμακευτική αγωγή».
Ένας πρακτικός τρόπος να το κάνει αυτό ένας ειδικός είναι, λέει ο Fabiano, χρησιμοποιώντας το πλαίσιο «Συχνότητα – Ένταση – Τύπος – Χρόνος». Αντί δηλαδή για γενικές συμβουλές, να συστήσει ο ψυχίατρος κάτι συγκεκριμένο, π.χ.: «Ξεκινήστε με γρήγορο περπάτημα τρεις φορές την εβδομάδα για 20-30 λεπτά, σε ένταση που μπορείτε ακόμα να μιλήσετε». Αυτό μπορεί στη συνέχεια να προσαρμοστεί, καθώς η ενέργεια και η φυσική κατάσταση του ατόμου βελτιώνονται.
Βέβαια, ακόμη και με σαφείς συστάσεις, η ίδια η κατάθλιψη μπορεί να δημιουργήσει σημαντικά εμπόδια. Η κόπωση και το χαμηλό κίνητρο, για παράδειγμα, είναι από τα πιο συνηθισμένα, κάνοντας συχνά την ιδέα της άσκησης να φαίνεται αδύνατη. Αυτές οι προκλήσεις είναι πραγματικές, αλλά μπορούν να ξεπεραστούν ξεκινώντας από πολύ μικρά βήματα, ενισχύοντας την κοινωνική υποστήριξη ή εποπτεία και συνδυάζοντας την άσκηση με άλλες αποτελεσματικές θεραπείες.
Σε κάθε περίπτωση, οι κλινικοί γιατροί χρειάζονται εκπαίδευση, ξεκινώντας από την Ιατρική Σχολή και συνεχίζοντας στην ειδικότητα, ενώ χρειάζονται και πρακτικές, ενημερωμένες οδηγίες για το πώς να προτείνεται αποτελεσματικά η άσκηση. Τα στοιχεία ότι η άσκηση είναι «φάρμακο» κατά της κατάθλιψης είναι πλέον αδιάσειστα – αυτό που χρειάζεται τώρα είναι να αρχίσουμε να την αντιμετωπίζουμε ανάλογα.