ΡΙΖΕΣ ΦΕΣΤ: ΠΟΤΕ ΧΟΡΕΨΕΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ;
Από τα χωριά της Ελλάδας στις πλατείες των πόλεων, το αστικό πανηγύρι του ΡΙΖΕΣ ΦΕΣΤ δημιουργεί νέες κοινότητες και μας φέρνει ξανά κοντά.
Το καλοκαίρι είναι εύκολο να τα χαρούμε. Κάθε νησί και πολλά χωριά στην ηπειρωτική Ελλάδα έχουν τα δικά τους πανηγύρια, όπου συναντάς ντόπιους και επισκέπτες, ανθρώπους κάθε ηλικίας να γίνονται μια παρέα. Όμως, πλέον, δεν χρειάζεται να περιμένουμε τον Αύγουστο, ούτε να πάρουμε αεροπλάνα, πλοία και αυτοκίνητα, γιατί όλο και συχνότερα, το πανηγύρι έρχεται στην πόλη.
Πλατείες, πάρκα, χώροι πολιτισμού φιλοξενούν τη μουσική μας παράδοση και μας καλούν σε κυκλικούς (ή αντικριστούς) χορούς, για να δημιουργήσουμε μικρές «κοινότητες» μέσα στον αστικό ιστό. Το πανηγύρι προσαρμόστηκε στην πόλη και βρήκε στους ανθρώπους του άστυ ένα καινούργιο κοινό.
Η λαογράφος εθνολόγος Παναγιώτα Ανδριανοπούλου περιγράφει, σε συνεντεύξεις της, το πανηγύρι ως «βασικό όρο οικονομικής και κοινωνικής αναπαραγωγής της κοινότητας» και ως κάτι που είναι «αξιοβίωτο», όχι «αξιοθέατο». Αλλά και το Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων «Φοίβος Ανωγειανάκης» έχει περιγράψει τις παραδοσιακές μουσικές κοινότητες της Αθήνας ως φορείς ζωντανής πολιτιστικής κληρονομιάς, που δημιουργούν κοινωνικούς δεσμούς μέσα στον αστικό χώρο.
Η ανάγκη επαφής με άλλους και σύνδεσης με την παράδοση φαίνεται να μην έχουν εξαφανιστεί στην εποχή της ατομικότητας και της διαρκούς ψηφιακής σύνδεσης. Αρκεί να δει κανείς τι συνέβη πέρυσι σε ένα από τα μεγαλύτερα πλέον αστικά πανηγύρια μας, το ΡΙΖΕΣ ΦΕΣΤ, όπου μια στιγμή της βραδιάς ταξίδεψε στα social media.
Το ίδιο το ΡΙΖΕΣ ΦΕΣΤ έχει, άλλωστε, περιγράψει την ιδέα του ως τη δημιουργία «της δικής μας πλατείας», ενός χώρου όπου το κοινό μπορεί να φάει, να πιει, να χορέψει και να γλεντήσει όπως σε ένα χωριάτικο πανηγύρι.
Σε λίγες μέρες, η Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων φιλοξενεί για ακόμη μία φορά το φεστιβάλ που έκανε την παράδοση viral. Αυτό ήταν μια καλή ευκαιρία να μιλήσω με τη Γεωργία Καρασαββίδου και τον Ανδρέα Γκουγκούλη, τους ανθρώπους που βρίσκονται πίσω από αυτό.
Αν σας ζητούσα να μου πείτε όχι τι είναι το ΡΙΖΕΣ ΦΕΣΤ, αλλά ποιος είναι ο άνθρωπος που έρχεται σε αυτό, ποιον θα μου περιγράφατε;
Είναι κάπως δύσκολο να περιγράψουμε έναν άνθρωπο. Στο ΡΙΖΕΣ ΦΕΣΤ έρχονται τρεις διαφορετικές γενιές: φοιτητές, millennials και παππούδες και γιαγιάδες με τα εγγόνια τους. Αν έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό οι άνθρωποι αυτοί είναι η ανάγκη για χορό, για σύνδεση, για κοινότητα.
Το ΡΙΖΕΣ ξεκίνησε ως μια ψηφιακή κοινότητα και εξελίχθηκε σε μια μαζική, πραγματική συνάντηση. Λέει αυτό κάτι για τα όρια των social media;
Ευτυχώς, ναι. Ήταν ένα μεγάλο στοίχημα και για εμάς όταν ξεκινήσαμε. Για δύο χρόνια «τα λέγαμε» μόνο διαδικτυακά, εν μέσω καραντίνας και περιορισμών. Τότε, τα κοινωνικά δίκτυα ήταν ουσιαστικά ο μόνος τρόπος να συναντηθούμε, να μοιραστούμε αναμνήσεις, μουσικές, ιστορίες, όλα εκείνα που μας έλειπαν.
Δεν ξέραμε, όμως, αν αυτή η ψηφιακή σύνδεση μπορούσε να αποκτήσει πραγματική υπόσταση. Αν τα likes, τα μηνύματα και οι άνθρωποι που παρακολουθούσαν τον λογαριασμό θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν ένα σύνολο ανθρώπων που βρίσκονται στον ίδιο χώρο.
Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ το πρώτο ΡΙΖΕΣ ΦΕΣΤ στη Θεσσαλονίκη, το 2022. Κάποια στιγμή ακούστηκε μέσα σε έναν κύκλο: «Όλοι ΡΙΖΕΣ είμαστε, πιάσου να χορέψεις». Νομίζω ότι εκεί καταλάβαμε για πρώτη φορά πως κάτι είχε αλλάξει. Δεν ήμασταν πια μια ψηφιακή κοινότητα που μιλούσε για τη σύνδεση. Ήμασταν άνθρωποι που τη ζούσαν.
Ίσως, λοιπόν, τα social media έχουν ένα όριο. Μπορούν να μας φέρουν κοντά, να μας συστήσουν, να δημιουργήσουν την αφορμή. Δεν μπορούν, όμως, να αντικαταστήσουν το χέρι που θα πιάσεις, τον άνθρωπο που θα χορέψει δίπλα σου, την αγκαλιά, το βλέμμα, τη συλλογική εμπειρία. Ίσως αυτό να είναι και το πιο όμορφο που μπορούν να κάνουν τα social: να σε βγάλουν κάποια στιγμή από την οθόνη.
Τι σας έχουν μάθει οι άνθρωποι που συναντήσατε για την ανάγκη μας να μην είμαστε μόνοι;
Μας έχει μάθει ότι αξίζει να παραμένουμε ρομαντικοί και πιστοί στην αρχική μας ιδέα: να ενωθούμε επειδή έχουμε ρίζες, τις αναμνήσεις μας. Η χαρά και η αγάπη που λαμβάνουμε, ακόμα κι αν ποτέ δεν έχουμε δείξει τα πρόσωπά μας, μας επιβεβαιώνουν ότι «...εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου, απ' τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε, να σμίξουμε τον κόσμο».
ΣΤΟ ΡΙΖΕΣ ΦΕΣΤ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΦΟΙΤΗΤΕΣ, MILLENIALS ΚΑΙ ΠΑΠΠΟΥΔΕΣ ΚΑΙ ΓΙΑΓΙΑΔΕΣ ΜΕ ΤΑ ΕΓΓΟΝΙΑ ΤΟΥΣ. ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΤΟΥΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΧΟΡΟ, ΣΥΝΔΕΣΗ, ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ.
Τι αλλάζει όταν ένα πανηγύρι μεταφέρεται γίνεται αστικό και παράλληλα οργανωμένο πολιτιστικό event;
Αλλάζουν σχεδόν όλα. Το πανηγύρι στο χωριό έχει μια πολύ συγκεκριμένη χρονική και χωρική σημασία. Συνδέεται συνήθως με μια γιορτή, επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο σε ένα συγκεκριμένο σημείο και, κυρίως, είναι υπόθεση ολόκληρης της κοινότητας. Υπάρχει προετοιμασία, μαγείρεμα, μοίρασμα, άνθρωποι που γνωρίζονται μεταξύ τους και μια ολόκληρη διαδικασία που ξεκινά πολύ πριν από τη στιγμή του χορού.
Στην πόλη τίποτα από αυτά δεν μπορεί να αναπαραχθεί ακριβώς. Δεν υπάρχει η ίδια κοινότητα με την έννοια του χωριού. Η προετοιμασία περνάει κυρίως στην ομάδα παραγωγής και μεγάλο μέρος της επικοινωνίας γίνεται μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα. Το ίδιο το πανηγύρι γίνεται ένα οργανωμένο event, με σκηνή, πρόγραμμα, παραγωγή, χορηγούς, όλα όσα χρειάζεται μια μεγάλη διοργάνωση.
Υπάρχει, όμως, κάτι που παραμένει ίδιο και αυτό είναι το πιο σημαντικό: η ανάγκη για συνάντηση. Η προσμονή μέχρι να έρθει εκείνη η μέρα, η στιγμή που θα βρεθείς ανάμεσα σε ανθρώπους που μπορεί να μην έχεις ξαναδεί ποτέ, θα πιαστείς από το χέρι τους και θα χορέψεις μαζί τους.
Ίσως, λοιπόν, δεν προσπαθούμε να μεταφέρουμε το πανηγύρι αυτούσιο από το χωριό στην πόλη. Προσπαθούμε να μεταφέρουμε αυτό που έκανε το πανηγύρι σημαντικό εξαρχής, δηλαδή την αίσθηση ότι, έστω για λίγες ώρες, ανήκεις κάπου, ότι δεν είσαι μόνος, ότι υπάρχει ένας κύκλος και μια θέση για σένα μέσα σε αυτόν.
ΤΑ SOCIAL MEDIA ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΜΑΣ ΣΥΣΤΗΣΟΥΝ, ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΟΥΝ ΑΦΟΡΜΕΣ. ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ, ΟΜΩΣ, ΝΑ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΗΣΟΥΝ ΤΟ ΧΕΡΙ ΠΟΥ ΘΑ ΠΙΑΣΕΙΣ, ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ, ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ.
Ποια παράδοση θέλετε να διασώσετε και ποια στερεότυπα γύρω από την «ελληνικότητα» θέλετε να αφήσουμε πίσω;
Θέλουμε να σωθεί αυτό που για εμάς είναι η ουσία της παράδοσης: η μουσική, ο χορός, τα τραγούδια, τα απλωμένα χέρια, το να ξέρεις ότι υπάρχει ένας κύκλος και πως μπορείς να μπεις μέσα του. Όχι απαραίτητα ως κάτι που κοιτάμε από απόσταση και λέμε «αυτό είναι η παράδοσή μας», αλλά ως κάτι που συνεχίζουμε να ζούμε και να μοιραζόμαστε.
Άλλωστε, η παράδοση δεν έμεινε ποτέ ακριβώς ίδια. Μετακινήθηκε, ανακατεύτηκε, ταξίδεψε από τόπο σε τόπο και από γενιά σε γενιά. Αυτό που θέλουμε είναι να της επιτρέψουμε να συνεχίσει το ταξίδι, να μπορεί ένα παιδί που μεγάλωσε στην Αθήνα, ένας φοιτητής, ένας άνθρωπος που ήρθε από έναν άλλο τόπο να πιαστεί από το χέρι κάποιου και να μπει στον ίδιο κύκλο.
Δεν μας ενδιαφέρει μια «ελληνικότητα» που χρειάζεται να αποδείξει ότι είναι πιο αυθεντική από κάποια άλλη ή που ορίζει ποιος ανήκει και ποιος όχι. Δεν θέλουμε η παράδοση να λειτουργεί σαν σύνορο, ως κάτι κλειστό, αποκλειστικό ή φοβικό. Θέλουμε να λειτουργεί σαν ανοιχτός κύκλος. Αυτό είναι το λιθαράκι που προσπαθούμε να βάλουμε.
Όσο ένα αυθόρμητο εγχείρημα μεγαλώνει, αποκτά χορηγούς, χιλιάδες επισκέπτες, μεγαλύτερη εμπορική αξία. Πώς προστατεύετε την αρχική ιδέα από το να γίνει ένα «προϊόν»;
Όταν ξέρεις γιατί κάνεις κάτι, τότε μπαίνουν αυτόματα κάποια φίλτρα. Για εμάς, το ΡΙΖΕΣ ξεκίνησε από την ανάγκη να ξαναβρεθούμε, να χορέψουμε, να μοιραστούμε αναμνήσεις και τελικά να σμίξουμε. Αυτή είναι η πυξίδα μας και, όσο μεγαλώνει το εγχείρημα, προσπαθούμε να μην την χάνουμε.
Ξέρουμε ότι χωρίς χορηγούς ένα τέτοιο εγχείρημα πρακτικά δεν μπορεί να υπάρξει. Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να μείνουμε «ανέγγιχτοι» από την εμπορικότητα, αλλά να μην αφήσουμε την εμπορικότητα να καθορίσει το περιεχόμενο και τον λόγο ύπαρξής μας.
Το πιο σημαντικό φίλτρο, όμως, είναι ο ίδιος ο κόσμος. Αν κάποια στιγμή το ΡΙΖΕΣ πάψει να μοιάζει με έναν χώρο όπου οι άνθρωποι έρχονται για να συναντηθούν, τότε θα έχουμε απομακρυνθεί από αυτό που θέλαμε να δημιουργήσουμε.
Τελικά, οι ρίζες είναι κάτι που κληρονομούμε ή κάτι που δημιουργούμε μαζί με άλλους;
Είναι και τα δύο. Κάποιες ρίζες τις παίρνουμε μαζί μας, από τον τόπο μας, τους ανθρώπους μας, τις αναμνήσεις μας. Κάποιες άλλες, όμως, τις δημιουργούμε στην πορεία, μέσα από τους ανθρώπους που συναντάμε και τις στιγμές που μοιραζόμαστε μαζί τους στο σήμερα.