Εικονογράφηση: Ελένη Καστρινογιάννη

ΓΙΑΤΙ ΔΥΣΚΟΛΕΥΟΜΑΣΤΕ ΝΑ ΠΟΥΜΕ «ΟΧΙ»;

Υπάρχει μια σχέση ανάμεσα στα όρια και στις ανάγκες μας, που πολλές φορές μάς εμποδίζει να ακούσουμε τον εαυτό μας. Το να καταφέρουμε να λέμε «όχι», όμως, έχει μεγάλη σημασία όχι μόνο για εμάς, αλλά και για την ίδια τη σχέση. Μία ψυχολόγος εξηγεί.

«Ναι, εντάξει». Αυτό είπαμε, ενώ μέσα μας θέλαμε να πούμε «όχι». Το είπαμε επειδή δεν θέλαμε να απογοητεύσουμε κάποιον. Επειδή φοβηθήκαμε ότι θα παρεξηγηθεί. Επειδή δεν θέλαμε να δημιουργήσουμε ένταση ή, κάποιες φορές, επειδή το «όχι» μάς έκανε να νιώθουμε ενοχές.

«Ναι» και «όχι»: Δύο λέξεις που αποτελούνται από μόλις τρία γράμματα. Κι όμως, πόση συναισθηματική βαρύτητα μπορεί να κρύβει η καθεμία. Στην αρχή της ζωής μας μοιάζουν απλές: λέμε «ναι» όταν θέλουμε κάτι και «όχι» όταν δεν το θέλουμε.

Όσο μεγαλώνουμε, όμως, οι δύο αυτές λέξεις αποκτούν ένα πολύ διαφορετικό βάρος. Γιατί πλέον δεν απαντούν μόνο στο «τι θέλω εγώ», μπορεί να κρύβουν και άλλα ερωτήματα όπως: «πώς θα αντιδράσει ο άλλος;» «θα με παρεξηγήσει;» «θα τον στεναχωρήσει;» «μήπως είμαι εγωιστής;» ή ακόμη «μήπως απομακρυνθεί από εμένα;»

Και κάπου εδώ, το «όχι» παύει να είναι απλώς μια απάντηση. Μπορεί να γίνει μια μικρή εσωτερική διαπραγμάτευση ανάμεσα σε αυτό που θέλουμε εμείς και σε αυτό που φοβόμαστε ότι μπορεί να συμβεί αν το εκφράσουμε.

Λέμε όχι
Εικονογράφηση: Ελένη Καστρινογιάννη

Πότε το «ναι» είναι πιο εύκολο από το «όχι»;

Το «ναι» μοιάζει συχνά πιο εύκολο. Είναι μια λέξη που δείχνει συμφωνία, διάθεση να βοηθήσουμε, να συνεργαστούμε, να είμαστε διαθέσιμοι στον άλλον. Μας επιτρέπει, τουλάχιστον εκείνη την στιγμή, να αποφύγουμε μια πιθανή διαφωνία ή την αμηχανία που μπορεί να φέρει το αντίθετο.

Το «όχι», αντίθετα, μας καλεί να πάρουμε θέση. Να πούμε τι θέλουμε, τι δεν θέλουμε ή τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να κάνουμε. Μπορεί να σημαίνει ότι δεν συμφωνούμε, ότι αυτή τη φορά επιλέγουμε να δώσουμε χώρο στις δικές μας ανάγκες. Και αυτό δεν είναι πάντα εύκολο.

Γιατί έχουμε συνδέσει το «όχι» με την απόρριψη;

Για πολλούς από εμάς, το «όχι» δεν είναι απλώς μια άρνηση. Κάπου στην πορεία μπορεί να μάθαμε να το συνδέουμε με την πιθανότητα να δυσαρεστήσουμε τον άλλον, να δημιουργήσουμε ένταση ή ακόμη και να χάσουμε την αποδοχή του.

Μαθαίνουμε μέσα από τις σχέσεις μας, τι σημαίνει να είμαστε συνεργάσιμοι και να υπολογίζουμε τους άλλους. Έτσι, μπορεί σταδιακά να αποκτήσουμε την αίσθηση ότι το να λέμε «ναι», να κάνουμε υποχώρηση ή να βάζουμε τις ανάγκες του άλλου μπροστά από τις δικές μας είναι ένας τρόπος να διατηρούμε τη σχέση και να είμαστε αποδεκτοί.

ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΜΕ, ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΦΟΒΟΜΑΣΤΕ ΟΤΙ ΘΑ ΝΙΩΣΟΥΜΕ, ΠΑΡΑ ΜΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΘΕΛΟΥΜΕ.

Τότε το «όχι» μπορεί να μοιάζει πιο απειλητικό από όσο πραγματικά είναι. Γιατί μπορεί να μην ακούμε απλώς τη λέξη «όχι» μέσα μας, αλλά κάτι πολύ μεγαλύτερο: «θα τον απογοητεύσω», «θα θυμώσει», «θα απομακρυνθεί», «θα με θεωρήσει εγωιστή».

Όμως ένα «όχι» σε αυτό που ζητά κάποιος από εμάς δεν σημαίνει απαραίτητα «όχι» στον ίδιο τον άνθρωπο. Μπορούμε να νοιαζόμαστε, να αγαπάμε και να θέλουμε μια σχέση και ταυτόχρονα να έχουμε όρια, ανάγκες και πράγματα που δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε να κάνουμε.

Μήπως φοβόμαστε περισσότερο αυτό που θα νιώσουμε εμείς;

Ίσως δεν φοβόμαστε μόνο την αντίδραση του άλλου. Φοβόμαστε και όσα μπορεί να νιώσουμε εμείς αν τον απογοητεύσουμε. Η σκέψη ότι μπορεί να στενοχωρηθεί, να θυμώσει ή να μας παρεξηγήσει μπορεί να φέρει μαζί της άγχος, ενοχή ή ένα έντονο αίσθημα δυσφορίας. Και τότε, αντί να έρθουμε αντιμέτωποι με αυτό το συναίσθημα, προσπαθούμε να το αποφύγουμε.

Μπορεί να απαντήσουμε αμέσως θετικά, να δώσουμε μια δικαιολογία, να αναβάλουμε την απάντηση μας ή ακόμη και να αποφύγουμε εντελώς τη συζήτηση.

Όχι απαραίτητα επειδή αυτό που μας ζητούν είναι κάτι που θέλουμε πραγματικά να κάνουμε, αλλά επειδή η σκέψη τού να δυσαρεστήσουμε τον άλλον μοιάζει εκείνη τη στιγμή πιο δύσκολη από το να παραμερίσουμε τη δική μας επιθυμία.

ΙΣΩΣ ΔΕΝ ΦΟΒΟΜΑΣΤΕ ΜΟΝΟ ΤΗΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ. ΦΟΒΟΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΟΣΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΝΙΩΣΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΑΝ ΤΟΝ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΟΥΜΕ.

Έτσι, χωρίς πάντα να το καταλαβαίνουμε, μπορεί να αρχίσουμε να παίρνουμε αποφάσεις με βάση περισσότερο αυτό που φοβόμαστε ότι θα νιώσουμε ή ότι θα συμβεί, παρά αυτό που πραγματικά θέλουμε και έχουμε ανάγκη.

Για να πούμε «όχι», πρέπει πρώτα να ξέρουμε τι χρειαζόμαστε

Το να βάζουμε όρια προϋποθέτει πρώτα να μπορούμε να ακούμε τον εαυτό μας. Να αναγνωρίζουμε πότε κάτι μας πιέζει, πότε ξεπερνά τις δυνατότητες μας και, κυρίως, τι είναι αυτό που πραγματικά χρειαζόμαστε.

Όταν έχουμε συνηθίσει να κοιτάμε περισσότερο τις ανάγκες των άλλων, μπορεί να γίνει δύσκολο ακόμη και να ξεχωρίσουμε τη δική μας επιθυμία από αυτό που πιστεύουμε ότι «πρέπει» να κάνουμε.

ΕΝΑ «ΟΧΙ» ΣΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΖΗΤΑ ΚΑΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ «ΟΧΙ» ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ. ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΝΟΙΑΖΟΜΑΣΤΕ, ΝΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΟΡΙΑ.

Ίσως, λοιπόν, πριν απαντήσουμε σε ένα αίτημα, αξίζει να κάνουμε μια μικρή παύση και να αναρωτηθούμε τι θα μας φέρει πιο κοντά σε αυτό που πραγματικά θέλουμε: «Αν δεν φοβόμουν ότι ο άλλος θα ενοχληθεί, τι θα επέλεγα τώρα;»

Ίσως τελικά, το να λέμε «όχι» να μην σημαίνει ότι απομακρυνόμαστε από τους άλλους. Να σημαίνει ότι μπορούμε να είμαστε κοντά τους, χωρίς να χρειάζεται να φοβόμαστε πως θα τους χάσουμε κάθε φορά που εκφράζουμε μια ανάγκη ή ένα όριο.

Άλλωστε, οι αληθινές σχέσεις φαίνονται ακριβώς τότε: όταν μπορούμε να πούμε «όχι» χωρίς να φοβόμαστε ότι αυτό θα κοστίσει τη σχέση. Εκεί, δημιουργείται χώρος για περισσότερη ασφάλεια, αυθεντικότητα και πραγματική οικειότητα.

Η Χριστίνα Κοτσιφού είναι κλινική ψυχολόγος. 

SLOW MONDAY NEWSLETTER

Θέλεις να αλλάξεις τη ζωή σου; Μπες στη λογική του NOW. SLOW. FLOW.
Κάθε Δευτέρα θα βρίσκεις στο inbox σου ό,τι αξίζει να ανακαλύψεις.