ΜΗΠΩΣ Η ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΣΤΙΣ ΟΘΟΝΕΣ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΠΙΟ ΧΑΖΟΥΣ ΚΑΙ ΑΣΥΝΔΕΤΟΥΣ;
Τι είναι η επιφανειακή ανάγνωση ή skimming που μας αφορά πλέον όλους και όλες σήμερα; Τι σχέση έχει με την ενσυναίσθηση και τον τρόπο που συνδεόμαστε με τους ανθρώπους γύρω μας; Και, επιτέλους, πώς θα καταφέρουμε να συγκεντρωθούμε για να διαβάσουμε ένα βιβλίο;
Με αφορμή μια προσωπική παρατήρηση, ξεκίνησα να ψάχνω το φαινόμενο της επιφανειακής ανάγνωσης ή αλλιώς skimming που έχει επικρατήσει πλέον στο σύγχρονο ψηφιακό κόσμο. Μια ημέρα, στην προσπάθειά μου να γράψω κάτι αντλώντας όση περισσότερη πληροφορία μπορούσα από τρία διαφορετικά κείμενα, ανοιγμένα σε διαφορετικά tabs στον υπολογιστή, αποφάσισα απλώς να σταματήσω τον χρόνο και να προσπαθήσω να συναισθανθώ και να κατανοήσω τη συνθήκη της απόλυτης διάσπασης που βίωνα.
Η πρώτη μου συνειδητοποίηση ήταν ένας ελαφρύς πονοκέφαλος και μια θολούρα που κάλυπτε το κεφάλι μου, μια συνεχής και μόνιμη ενόχληση στους κροτάφους μου. Το δεύτερο που παρατήρησα ήταν ότι παρότι βρισκόμουν σε μια εγκεφαλική υπερδιέγερση, αισθανόμουν το μυαλό μου σχεδόν κενό. Αυτή η αίσθηση της «άδειας σκέψης» έμοιαζε σαν μια λειτουργία αποφόρτισης –ένα άτυπο safe mode– για να τον εγκέφαλό μου. Αυτό δεν είχε να κάνει με την κατανόηση των πληροφορίων που διάβαζα, αλλά περισσότερο με την επεξεργασία τους, με τις συνδέσεις και την παραγωγική σκέψη που παλιότερα ακολουθούσε τη συλλογή των δεδομένων.
Γιατί μου συνέβαινε αυτό;
Ξεκίνησα να ψάχνω στοιχεία που να εξηγούν την αίσθηση που περιέγραψα παραπάνω. Αλλά η διαδικασία της έρευνας έγινε με τον ίδιο αποσπασματικό τρόπο: Γρήγορο σκανάρισμα κειμένων, πλάγια ανάγνωση, πάνω από δέκα ανοιγμένα tabs, ταυτόχρονη ακρόαση μουσικής και τσεκάρισμα μηνυμάτω και βίντεο. Και αν αυτό δεν είναι ο ορισμός του οξύμωρου, τότε τι είναι;
Η βαθιά ανάγνωση πεθαίνει
Με αυτές τις τέσσερις λέξεις ξεκινά ο Τόμας Οπόνγκ το εξαιρετικά εύστοχο άρθρο του «This is Your Brain on Skim Reading». Σ’ αυτό, ο αρθρογράφος ισχυρίζεται ότι προσπαθώντας να επεξεργαστούμε καθημερινά όση περισσότερη ποσότητα διαδικτυακής πληροφορίας μπορούμε –σε μια φρενήρη αναγνωστική και οπτική υπερκατανάλωση μέσω οθονών–, ο εγκέφαλός μας φτιάχνει νέες συνδέσεις και συντομεύσεις για να αντεπεξέλθει στις νέες ανάγκες, όπως: σάρωση, αναζήτηση λέξεων-κλειδιών, ατελείωτο κίνηση των ματιών με scrolling και πολλά ακόμη.
Όλα αυτά έχουν να κάνουν με τον ελάχιστο χρόνο που έχουμε για να ψαρέψουμε τη λεία που θα θεωρούμε ότι είναι χρήσιμη μέσα σε έναν ανεξάντλητο ωκεανό πληροφορίων. Μ' αυτήν τη διαδικασία υπάρχουν αρκετοί νευροεπιστήμονες που ισχυρίζονται ότι αποκτούμε σταδιακά «ψηφιακούς εγκεφάλους» με νέα νευρωνικά κυκλώματα που αποκωδικοποιούν γρήγορα και αποτελεσματικά τις βασικές πληροφορίες του κειμένου, σε βάρος όμως της βαθιάς ανάγνωσης.
Κατά συνέπεια, δεν είναι μόνο ότι ξοδεύουμε τον περισσότερο χρόνο σκρολάροντας, αποθηκεύοντας, διαμοιράζοντας, συνδέοντας και «πηδώντας» από πρόταση σε πρόταση μέσα σε ένα κείμενο που βρίσκεται στο διαδίκτυο, αλλά κυρίως ότι όταν βρούμε επιτέλους χρόνο να καθίσουμε να διαβάσουμε ένα βιβλίο με την ησυχία μας, οι συνήθειες της επιφανειακής ανάγνωσης σαμποτάρουν αυτή τη διαδικασία. Είτε μέσω της βαρεμάρας, είτε μέσω της διάσπασης προσοχής, είτε ως μιας κάποιας αφαίρεσης από το πλαίσιο της ανάγνωσης.
ΟΣΟΙ ΕΧΟΥΝ ΣΥΝΗΘΙΣΕΙ ΤΗΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΨΗΦΙΑΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ, ΑΠΟΦΕΥΓΟΥΝ ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ ΜΟΙΑΖΕΙ ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΠΑΙΤΗΤΙΚΟ.
Η Αμερικανίδα γνωστική νευροεπιστήμονας Μάριαν Γουλφ είναι από τις πρώτες επιστήμονες που έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου για την επιφανειακή ανάγνωση. Στο βιβλίο της «Reader, Come Home: The Reading Brain in a Digital World», λέει πως παρότι εξακολουθούσε να αγοράζει βιβλία, αισθανόταν ότι «όλο και λιγότερο παρασυρόμουν από αυτά. Κάποια στιγμή, είχα αρχίσει να διαβάζω περισσότερο για να ενημερωθώ παρά για να βυθιστώ, πόσο μάλλον για να μεταφερθώ αλλού».
Η Γουλφ, μάλιστα, αναφέρει ότι άλλη μια σοβαρή συνέπεια του skimming είναι πως πολλοί άνθρωποι που έχουν συνηθίσει την επιφανειακή ανάγνωση ψηφιακού περιεχομένου αποφεύγουν οτιδήποτε μοιάζει δύσκολο ή απαιτητικό. Κατά συνέπεια, στρεφόμαστε όλο και περισσότερο σε ρηχά αναγνώσματα και γυρίζουμε την πλάτη σε πιο απαιτητικές αναγνώσεις, όπως π.χ. τα βιβλία που απαιτούν χρόνο και φαιά ουσία.
Όμως, πέρα από τα ζητήματα συγκέντρωσης και μικρότερης εκβάθυνσης, υπάρχει και ένα άλλο ερώτημα που τίθεται από αρκετούς επιστήμονες και στοχαστές: Μήπως η επιφανειακή ανάγνωση κάνει ζημιά στη σύνδεσή μας με τους άλλους ανθρώπους και στην ενσυναίσθησή μας;
Αν θες να λέγεσαι άνθρωπος, μην πάψεις να διαβάζεις βαθιά
Διασκευάσαμε το ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη στην παραπάνω φράση, για να δώσουμε τη βαρύτητα που αρμόζει στη διαδικασία της ουσιαστικής ανάγνωσης. Η Βρετανίδα συγγραφέας Ζάντι Σμιθ πιστεύει ότι το διάβασμα των βιβλίων είναι κάτι περισσότερο από ψυχαγωγία. Θεωρεί ότι είναι μια βαθιά εκπαίδευση στο συναίσθημα και στον ίδιο τον πυρήνα της ανθρώπινης εμπειρίας.
Τα μυθιστορήματα, όπως υποστηρίζει, μας προσφέρουν έναν μοναδικό τρόπο να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, μέσω της κατανόησης των ζωών των άλλων. Σύμφωνα με την Σμιθ, «η ανάγνωση των βιβλίων στοχεύει να νιώσουμε λιγότερο μόνοι και να συνδεθούμε με μια συνείδηση διαφορετική από τη δική μας». Έτσι, μπορούμε να αυξήσουμε την ενσυναίσθησή μας και να εμπλουτίσουμε τον συναισθηματικό μας κόσμο.
ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ. ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΒΑΘΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΟΝ ΠΥΡΗΝΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ.
Ο Αμερικανός ψυχίατρος Έντουαρτ Χάλογουελ προχωρά ακόμη περισσότερο μιλώντας για την υπερφόρτωση πληροφορίας και τη διάσπαση της προσοχής στη σύγχρονη ζωή, μια κατάσταση που, όπως εξηγεί, δημιουργεί δυσκολίες στην προσοχή, στη βαθιά συγκέντρωση και κυρίως στη συναισθηματική παρουσία. Υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι της σύγχρονης ψηφιακής πραγματικότητας θυσιάζουν το βάθος και το συναίσθημα, με αποτέλεσμα να απομακρύνονται από τους άλλους. Άρα, ο τρόπος που διαβάζουμε επηρεάζει τον τρόπο που συνδεόμαστε με τους άλλους.
Οπότε, ας προσπαθήσουμε να δώσουμε περισσότερο χρόνο στην ανάγνωση ενός βιβλίου. Αυτός ο ποιοτικός χρόνος θα μας βοηθήσει να συγκεντρωθούμε περισσότερο, να συνδεθούμε περισσότερο και εν τέλει να αισθανθούμε λιγότερο μόνοι σ' αυτόν τον κόσμο.