ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΖΟΥΝ ΤΟΝ ΡΟΛΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΣΤΙΣ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ
Για χρόνια, οι γονείς θεωρούνταν μέρος του προβλήματος στις διατροφικές διαταραχές. Η σύγχρονη έρευνα, ωστόσο, δείχνει ότι το οικογενειακό περιβάλλον μπορεί να γίνει κομμάτι της λύσης και να αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους συμμάχους στην ανάρρωση.
Είναι ξανά στη μόδα το heroin chic; Σε διάφορες γωνιές του διαδικτύου, ο κόσμος συζητά για την επιστροφή των σούπερ λεπτών σωμάτων, θίγοντας το χρόνιο –και εσχάτως αυξανόμενο– πρόβλημα των διατροφικών διαταραχών. Σήμερα, 1 στους 4 ανθρώπους στην Ευρώπη και ένα ποσοστό 8% παγκοσμίως παρουσιάζει επιβλαβείς διατροφικές συμπεριφορές, από τσιμπολόγημα έως νευρογενή ανορεξία.
Οι διαταραχές πρόσληψης τροφής, όπως λέγονται αλλιώς, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την ψυχική υγεία –λειτουργούν ως μηχανισμοί αντιμετώπισης βαθύτερων ψυχολογικών δυσκολιών, όπως άγχος, κατάθλιψη και εθισμοί– και συνοδεύονται από πολλές λανθασμένες αντιλήψεις και μύθους:
- Ταυτίζονται με αδύνατα σώματα, παρότι είναι πολύ συχνές σε άτομα με παχυσαρκία.
- Θεωρούνται πρόβλημα των υψηλότερων κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων, αν και έρευνες δείχνουν μεγαλύτερο κίνδυνο για τα παιδιά φτωχότερων οικογενειών.
- Είναι απόρροια των δυσλειτουργικών οικογενειών.
Ας μείνουμε λίγο στην τελευταία θέση, για την οποία παρατηρείται μια μετατόπιση στην επιστημονική βιβλιογραφία. Πολλές νέες μελέτες αποσυνδέουν την οικογένεια από οποιεσδήποτε ευθύνες για την εμφάνιση διατροφικών διαταραχών στα παιδιά, κόντρα σε άλλες που αναδεικνύουν την έμμεση επίδρασή της. Οι πιο δυσλειτουργικές οικογένειες έχουν συσχεστιστεί με σοβαρότερα συμπτώματα διατροφικών διαταραχών, μέσα από:
- την ακαμψία στις σχέσεις,
- τις συγκρουσιακές ή μονόπλευρες αλληλεπιδράσεις,
- την περιορισμένη συναισθηματική έκφραση,
- την έντονη κριτική,
- την υπερπροστατευτικότητα,
- τις πιέσεις που σχετίζονται με το φαγητό ή την εικόνα και το βάρος του σώματος.
Έπειτα, οι περισσότερες ανασκοπήσεις καταλήγουν ότι τα άτομα με διατροφικές διαταραχές περιγράφουν τις οικογενειακές τους σχέσεις ως πιο δυσλειτουργικές σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό, όπως και ότι οι ασθενείς αντιλαμβάνονται συνήθως την οικογένειά τους ως πιο προβληματική απ' ό,τι οι ίδιοι οι γονείς τους. Παρ' όλα αυτά, δεν εμφανίζεται κάποιο ενιαίο μοντέλο παθολογικής οικογένειας πίσω από τις διατροφικές διαταραχές.
ΟΙ ΚΑΤΑΛΛΗΛΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΜΕΝΟΙ ΓΟΝΕΙΣ, ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΥΑΛΩΤΟΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΑ ΑΡΝΗΤΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΥΠΑ ΠΟΥ ΠΡΟΒΑΛΛΟΥΝ ΤΑ SOCIAL MEDIA KAI ΜΜΕ, ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΘΕΣΗ ΝΑ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΟΥΝ ΚΑΤΑΛΛΗΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΦΥΛΑΞΟΝΤΑΣ ΤΑ ΑΠΟ ΤΥΧΟΝ ΑΡΝΗΤΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ.
Τα πρότυπα ομορφιάς επηρεάζουν όλη την οικογένεια
Πολλοί ειδικοί δείχνουν τα social media ως κύριους οδηγούς της σημερινής έκρηξης στις διατροφικές διαταραχές. Προβάλλουν μη ρεαλιστικά πρότυπα ομορφιάς που επιβαρύνουν τους ευάλωτους χρήστες. Μα από την επιρροή τους δε θα ξεφύγει ολόκληρη η οικογένεια.
Το 2011, πολύ πριν την κυριαρχία του Instagram, ο Φραγκίσκος Γονιδάκης, Αν. Καθηγητής Ψυχιατρικής της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ και Υπεύθυνος Μονάδας Διαταραχών Πρόσληψης Τροφής Αιγινητείου Νοσοκομείου, είχε δημοσιεύσει μελέτη που έδειχνε ότι οι λεπτές σιλουέτες που προωθούσαν τα ΜΜΕ «εξοικειώνουν το κοινό με το ανορεκτικό σώμα», με συνέπεια τα αργοπορημένα αντανακλαστικά της οικογένειας στο παιδί που αδυνατίζει επικίνδυνα ή και επαίνους για την απώλεια βάρους, αρνητικά σχόλια για το σώμα ή έλλειψη συναισθηματικής στήριξης.
Από την άλλη, στην ίδια έρευνα σημειώνεται ότι «οι κατάλληλα εκπαιδευμένοι γονείς, που δεν είναι ευάλωτοι απέναντι στα αρνητικά μηνύματα και πρότυπα που προβάλλουν τα ΜΜΕ, είναι σε θέση να καθοδηγήσουν κατάλληλα τα παιδιά τους προφυλάσσοντάς τα από τυχόν αρνητικές συνέπειες». Η οικογένεια, συμπεραίνει, από μέρος του προβλήματος μπορεί να γίνει μέρος της λύσης.
Ο θετικός ρόλος της οικογένειας στην αντιμετώπιση των διατροφικών διαταραχών
Τον Ιούνιο του 2026, έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Behavioral Sciences πρότεινε ένα μοντέλο αντιμετώπισης των διατροφικών διαταραχών σε ενήλικες με συμμετοχή από το οικογενειακό περιβάλλον και τους φροντιστές. Σύμφωνα με την ερευνητική ομάδα, το πείραμα βασιζόταν στην αναγνωρισμένη θετική επίδραση που μπορεί να έχει η οικογένεια στην πορεία της νόσου και στην ανάρρωση σε παιδιά και εφήβους.
Οι ερευνητές εφάρμοσαν σε 198 ασθενείς (137 ενήλικες και 61 έφηβους) το «Μοντέλο Οικογενειακής Ενσωμάτωσης» (Family Integration Model), το οποίο βασίζεται σε τρία στοιχεία:
- Οικογενειακή θεραπεία, που περιλάμβανε εβδομαδιαίες συνεδρίες με τον ασθενή παρόντα, εστιασμένες στη διαταραχή, την ψυχοεκπαίδευση, τις δεξιότητες επικοινωνίας και τα όρια.
- Ατομική καθοδήγηση του φροντιστή, 30 λεπτά εβδομαδιαίως, χωρίς την παρουσία του ασθενή, ώστε να επεξεργαστεί το δικό του άγχος και να μάθει πρακτικές δεξιότητες, όπως η εξάσκηση δύσκολων συζητήσεων μέσω παιχνιδιού ρόλων.
- Εκτενή ψυχοεκπαίδευση αποκλειστικά για φροντιστές, μέσα από δεκαπενθήμερες ομάδες υποστήριξης και εκπαίδευσης δεξιοτήτων για φροντιστές, καθώς και μια μηνιαία «Ημέρα Οικογένειας» με ψυχοεκπαίδευση, κοινό γεύμα και ομαδικές συνεδρίες πολλών οικογενειών.
Το πρόγραμμα εφαρμόστηκε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο τόσο στους εφήβους όσο και στους ενήλικες. Για τους νεότερους ασθενείς, ως πρόσωπο υποστήριξης ήταν συνήθως οι γονείς, ενώ οι ενήλικες μπορούσαν να επιλέξουν τον/τη σύντροφό τους, κάποιο μέλος της οικογένειας ή έναν φίλο ή φίλη.
Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ ΦΡΟΝΤΙΣΤΩΝ ΤΟΥΣ ΒΟΗΘΑ ΝΑ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΟΥΝ ΠΙΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΑ ΤΑ ΓΕΥΜΑΤΑ, ΝΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΖΟΝΤΑΙ ΤΙΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙ Η ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ ΚΑΙ ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΓΟΥΝ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ ΠΟΥ, ΑΘΕΛΑ ΤΟΥΣ, ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΝΤΗΡΟΥΝ ΤΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ.
Κερδισμένοι οι ασθενείς και οι φροντιστές
Η διαδικασία αποδείχθηκε αποτελεσματική ακόμη και για ασθενείς με έντονα συμπτώματα, όπως και για τους φροντιστές. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι:
- Τόσο οι έφηβοι όσο και οι ενήλικες παρουσίασαν σημαντική βελτίωση στα συμπτώματα των διατροφικών διαταραχών από την έναρξη έως την ολοκλήρωση της θεραπείας.
- Οι ενήλικες εμφάνισαν σημαντική μείωση στα συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους.
- Στους εφήβους παρατηρήθηκε βελτίωση μόνο στην κατάθλιψη, με το άγχος να επιμένει στη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, το τελευταίο μπορεί να οφείλεται στο ότι, συνήθως, οι ενήλικες επιλέγουν μόνοι τους να ξεκινήσουν θεραπεία, ενώ οι έφηβοι θα ενταχθούν σε θεραπευτικό πρόγραμμα με πρωτοβουλία των γονιών τους, βιώνοντάς το ως εξαναγκασμό.
Θετική ήταν και η εμπειρία για τους περισσότερους από τους 174 φροντιστές που συμμετείχαν στην έρευνα. Έδωσαν υψηλές βαθμολογίες στο πρόγραμμα οικογενειακής συμμετοχής, από την ψυχοεκπαίδευση έως την επικοινωνία με τη θεραπευτική ομάδα, με πολλούς να αναφέρουν λιγότερα αισθήματα απομόνωσης, καθώς διαπίστωσαν ότι και άλλες οικογένειες αντιμετώπιζαν παρόμοιες δυσκολίες. Το εύρημα αντανακλά παλαιότερα στοιχεία για την επιβάρυνση ολόκληρης της οικογένειας από τη διατροφική διαταραχή ενός μέλους, με υψηλά επίπεδα άγχους, εξουθένωσης και αναδιοργάνωσης της καθημερινής ζωής των φροντιστών.
Παρά τις όποιες αδυναμίες της μελέτης, οι ερευνητές εκτιμούν ότι η οικογένεια μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντικός σύμμαχος στην ανάρρωση. Η εκπαίδευση γονέων και φροντιστών τούς βοηθά να υποστηρίξουν πιο αποτελεσματικά τα γεύματα, να διαχειρίζονται τις συγκρούσεις που προκαλεί η διαταραχή και να αποφεύγουν συμπεριφορές που, άθελά τους, μπορεί να συντηρούν τα συμπτώματα.