ΠΟΣΕΣ ΩΡΕΣ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΕΝΝΗΘΕΙ ΜΙΑ ΦΙΛΙΑ;
Πόσες ώρες χρειάζονται για να μετατραπεί ένας γνωστός σε περιστασιακό φίλο και πόσες για να μιλήσουμε για πραγματική φιλία; Ερευνητές απαντούν.
Έχει υπάρξει ένας μονάχα άνθρωπος στη ζωή μου για τον οποίο, από την πρώτη στιγμή, σκέφτηκα «εμείς θα γίνουμε φίλοι». Είναι αστείο πώς ξεκίνησε, πιασμένοι στα φοιτητικά έδρανα να τραγουδάμε Βέρτη, αλλά και πώς εξελίχθηκε, αφού το κολλητιλίκι δεν ήρθε εξ αρχής παρά προέκυψε στην πορεία των χρόνων, φτάνοντας σήμερα να νιώθουμε οικογένεια. Περίεργο πράγμα οι ανθρώπινες σχέσεις, οι φιλίες εν προκειμένω, τόσο διαφορετικές για τον καθένα και χωρίς μαγικές συνταγές. Ή μήπως όχι;
Το ερώτημα έχει απασχολήσει σοβαρά ερευνητές, που άφησαν πίσω τα περί τύχης και μοίρας για να εστιάσουν στη χημεία μεταξύ δυο ανθρώπων. Να προσδιορίσουν, με μεγαλύτερη ακρίβεια, πώς αναπτύσσονται οι κοινωνικοί δεσμοί, ποιοι παράγοντες οδηγούν δύο ανθρώπους από μια απλή γνωριμία σε μια στενή σχέση και, φυσικά, πόσος χρόνος απαιτείται για να «δέσει» το γλυκό.
Αναμενόμενα, οι απαντήσεις τους δεν ταυτίστηκαν πάντα, κινήθηκαν ωστόσο στην ίδια κατεύθυνση. Για τη δημιουργία μιας φιλίας, όπως δείχνει η έρευνα δεκαετιών, δεν αρκούν η συμπάθεια ή τα κοινά ενδιαφέροντα, αλλά χρειάζεται και επένδυση χρόνου και συναισθημάτων, αλληλεπίδραση, εμπιστοσύνη και, σε κάποιο βαθμό, ένα γονιδιακό... ματσάρισμα.
Η φιλία θέλει 200 ώρες έως 4 μήνες
Για πολλά χρόνια, υπήρχε ένας άτυπος κανόνας πως μια φιλία χρειάζεται 3-9 εβδομάδες για να σχηματιστεί και 3-4 μήνες να γίνει πιο στενή. Αν το τετράμηνο περνούσε χωρίς να επέλθει το κολλητιλίκι, δεν υπήρχε ελπίδα.
Το 2019, ο καθηγητής Επικοινωνίας Jeffrey A. Hall από Πανεπιστήμιο του Κάνσας έδειξε μια άλλη εικόνα, μέσα από δημοσίευσή του στο Journal of Social and Personal Relationships. Μαζί με την ομάδα του, πραγματοποίησε δύο διαχρονικές μελέτες για να εξετάσει αν η δημιουργία μιας φιλίας μπορεί να ποσοτικοποιηθεί μέσω του χρόνου που περνούν μαζί δύο άνθρωποι. Στην πρώτη συμμετείχαν 355 ενήλικες που είχαν μετακομίσει πρόσφατα σε νέα πόλη, ενώ στη δεύτερη παρακολουθήθηκαν 112 πρωτοετείς φοιτητές για διάστημα εννέα εβδομάδων. Οι συμμετέχοντες κατέγραφαν τον χρόνο που περνούσαν με νέα άτομα και αξιολογούσαν την εξέλιξη κάθε σχέσης.
Η ανάλυση έδειξε ότι:
- Απαιτούνται κατά μέσο όρο περίπου 50 ώρες κοινής αλληλεπίδρασης ώστε ένας γνωστός να θεωρηθεί περιστασιακός φίλος.
- Όταν ο κοινός χρόνος πλησιάζει τις 90 ώρες, η σχέση αρχίζει να χαρακτηρίζεται ως φιλία.
- Για να θεωρηθεί κάποιος στενός φίλος απαιτούνται περισσότερες από 200 ώρες κοινών εμπειριών.
- Παράλληλα, οι περισσότερες σχέσεις που δεν ξεπέρασαν ποτέ το επίπεδο της γνωριμίας είχαν περιοριστεί σε λιγότερες από περίπου 30 ώρες κοινής επαφής.
Ένα δεύτερο σημαντικό εύρημα ήταν πως δεν έχουν όλες οι ώρες την ίδια αξία. Οι δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου, όπως οι συζητήσεις, οι κοινές έξοδοι, η ψυχαγωγία και οι χαλαρές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, συνέβαλαν πολύ περισσότερο στην ανάπτυξη της φιλίας από ότι η απλή συνύπαρξη στον χώρο εργασίας ή στο πανεπιστήμιο. Όπως σημείωσε ο Hall «Πρέπει να αφιερώσεις χρόνο. Δεν υπάρχει κάποιο κουμπί που πατάς και κάνεις φίλους».
Χρειάζεται οικειότητα, πέρα από χρόνο
Ένα δεύτερο καυτό ερώτημα για τις φιλίες, είναι γιατί κάποιες σχέσεις εξελίσσονται σε δυνατές σχέσεις ή και σχέσεις ζωής, και άλλες παραμένουν επιφανειακές. Μια απάντηση επιχείρησε να δώσει το 1985 ο κοινωνικός ψυχολόγος Robert hays.
ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΠΕΡΙΠΟΥ 50 ΩΡΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΤΑΤΡΑΠΕΙ ΕΝΑΣ ΓΝΩΣΤΟΣ ΣΕ ΠΕΡΙΣΤΑΣΙΑΚΟ ΦΙΛΟ, 90 ΩΡΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ 200 ΩΡΕΣ ΚΟΙΝΩΝ ΕΜΠΕΙΡΙΩΝ ΓΙΑ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΕΙ ΜΙΑ ΣΤΕΝΗ ΦΙΛΙΚΗ ΣΧΕΣΗ.
Παρακολουθώντας 84 πρωτοετείς φοιτητές κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου των σπουδών τους, διαπίστωσε ότι οι σχέσεις που εξελίχθηκαν σε στενές φιλίες διέφεραν, από τα αρχικά ήδη στάδια, ως προς την ποιότητα των αλληλεπιδράσεων. Καθώς η σχέση εξελισσόταν, η οικειότητα στις μεταξύ τους συζητήσεις επηρέαζε περισσότερο την ένταση της φιλίας, περισσότερο και από την ίδια τη συχνότητα των συναντήσεων.
Επιπλέον, οι συμμετέχοντες που ανέπτυξαν στενές φιλίες ανέφεραν σταδιακά περισσότερα οφέλη από τη σχέση τους, χωρίς προσωπικό κόστος. Οι συμπεριφορές και οι στάσεις που είχαν διαμορφωθεί μέχρι το τέλος του πρώτου εξαμήνου αποδείχθηκαν ισχυροί προγνωστικοί δείκτες για το ποιες φιλικές σχέσεις θα διατηρούνταν και τους επόμενους μήνες.
Δεν υπάρχει φιλία χωρίς εμπιστοσύνη
«Τους φίλους τους διαλέγουμε, γι' αυτό δεν τους παιδεύουμε. Τα μυστικά μας λέμε». Τους στίχους που τραγούδησε η Αλεξίου επιβεβαίωσε έρευνα του 2024, για το πώς διαμορφώνεται η εμπιστοσύνη από την πρώιμη εφηβεία έως την ενήλικη ζωή. Μέσα από ομάδες συζήτησης με παιδιά, εφήβους και ενήλικες, οι ερευνητές επιχείρησαν να κατανοήσουν πώς οι άνθρωποι βιώνουν τα όσα μεσολαβούν μέχρι να εμπιστευτούν έναν νέο φίλο.
Η ανάλυση ανέδειξε ότι η εμπιστοσύνη οικοδομείται κυρίως μέσα από επαναλαμβανόμενες κοινές εμπειρίες και σταδιακή μείωση της αβεβαιότητας, με σημαντικές διαφορές μεταξύ ηλικιακών ομάδων. Οι έφηβοι βασίζονταν περισσότερο στην αρχική αίσθηση οικειότητας, στο ένστικτο, ας πούμε, ή διαίσθησή τους ότι «ταιριάζουν» με κάποιον, και βάσει αυτής αξιολογούσαν τους ανθρώπους ως συνολικά αξιόπιστους ή μη. Στον αντίποδα, οι ενήλικες περιέγραφαν την εμπιστοσύνη ως μια διαδικασία σταδιακής μείωσης του αντιλαμβανόμενου ρίσκου, μέσα από τη συνεχή αλληλεπίδραση και την επιβεβαίωση της φερεγγυότητας του άλλου.
Γιατί με κάποιους γινόμαστε φίλοι πιο εύκολα;
Παρότι ο χρόνος, η οικειότητα και η εμπιστοσύνη αποτελούν βασικές προϋποθέσεις της φιλίας, δεν όλες οι γνωριμίες κοινή αφετηρία. Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε το 2025 στο Nature Human Behaviour, ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να έχουν μεγαλύτερη συμβατότητα πριν από τη γνωριμία τους – κάτι σαν το «κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι».
Οι ερευνητές κατέγραψαν την εγκεφαλική δραστηριότητα συμμετεχόντων ενώ παρακολουθούσαν τα ίδια κινηματογραφικά αποσπάσματα και στη συνέχεια παρακολούθησαν την εξέλιξη του κοινωνικού τους δικτύου για οκτώ μήνες. Διαπίστωσαν ότι άτομα με παρόμοια μοτίβα νευρικής δραστηριότητας πριν από τη γνωριμία είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες να αναπτύξουν φιλία αργότερα. Επιπλέον, όσοι παρουσίαζαν μεγαλύτερη νευρωνική ομοιότητα ως άγνωστοι ήταν πιθανότερο να έρθουν πιο κοντά συν τω χρόνω και να διατηρήσουν τη σχέση τους.
ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΟΤΙ ΕΧΟΥΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΓΕΝΕΤΙΚΕΣ ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ.
Κάπου εδώ αξίζει να αναφερθούν και κάποια παλαιότερα ευρήματα για το γενετικό υπόβαθρο της φιλίας. Το 2011, ο Ελληνοαμερικανός καθηγητής του Yale, Νίκολας Χρηστάκης, και ο καθηγητής James Fowler, από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια (Σαν Ντιέγκο), ανέλυσαν γενετικά και κοινωνικά δεδομένα από δύο μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες και διαπίστωσαν ότι οι φίλοι παρουσιάζουν, κατά μέσο όρο, μεγαλύτερη γενετική ομοιότητα μεταξύ τους από ότι δύο τυχαία επιλεγμένα άτομα.
Πρότειναν ότι κάποιες παραλλαγές σε γονίδια που επηρεάζουν χαρακτηριστικά όπως η προσωπικότητα ή οι συμπεριφορικές τάσεις (DRD2, CYP2A6), ενδέχεται να ευνοούν τη δημιουργία μιας φιλίας. Ωστόσο, ξεκαθάρισαν πως δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι επιλέγουν συνειδητά φίλους με βάση τα γονίδιά τους, αλλά ότι η βιολογία αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα που αλληλεπιδρά με το περιβάλλον και τις κοινές εμπειρίες. Έπειτα, πολλές τέτοιες έρευνες για υποψήφια γονίδια (candidate genes) αμφισβητήθηκαν τα επόμενα χρόνια, επειδή αρκετά ευρήματα δεν αναπαράχθηκαν σε μεγαλύτερα δείγματα.
Τι συμπεραίνουμε από τα παραπάνω; Ακόμη κι αν μια γενετική εξέταση δεν μπορεί να δείξει πολλά για τις φιλίες σας, το «δείξε μου τον φίλο σου, να σου πω ποιος είσαι» δύσκολα θα το αντικρούσετε.